19 Νοε 2009

Όσα δεν λέγονται

Εννοώ αυτά που μένουν να αιωρούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, επειδή απλά δεν γίνεται να ειπωθούν. Και δεν γίνεται να ειπωθούν επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να μιλούν για ό,τι τους συμβαίνει, που δεν έχουν συνηθίσει στην ανοικτή επικοινωνία και που μάλιστα η απουσία της τους δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν συμβαίνει αυτό που φοβούνται ότι συμβαίνει ή ότι, αντίστροφα, είναι ελεύθεροι να περιενδύουν οποιοδήποτε συμβάν με την ερμηνεία που τους φαίνεται πιο λογική. Επίσης, δεν γίνεται να ειπωθούν επειδή, αν λέγονταν, θα προκαλούσαν πληγές - τόσο στον αποδέκτη τους όσο και σε αυτόν που τα ξεστομίζει…

Είναι ένας τρόπος που, σε κανονικές συνθήκες, δεν δέχομαι να υιοθετώ – και που δεν θέλω να υιοθετούν ούτε οι άλλοι προς εμένα. Αλλά τελευταία μου συμβαίνει συνέχεια. Και δεν μιλώ, επειδή αν μιλήσω, θα προκαλέσω την άμυνα του άλλου και έναν αντίλογο επί των συγκεκριμένων σημείων που ειπώθηκαν, τα οποία δεν απεικονίζουν (πώς θα μπορούσαν άλλωστε;) ολόκληρη την άποψή μου. Κι επειδή φοβάμαι ότι μαζί με τον συγκεκριμένο αντίλογο που θα προτάξουν, θα πουν και μια γενικότερη κρίση για το άτομό μου που θα είναι αρνητική – και μετά θα πρέπει να κουβαλώ αυτή την κρίση χωρίς να ξέρω πώς να τη διαχειριστώ. Και δεν μου μιλούν, επειδή φοβούνται για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Κάπως έτσι μένουμε όλοι στη σφαίρα του ίσως, του μήπως, του τι θα γινόταν αν. Και δεν γίνεται ποτέ τίποτα, γιατί είμαστε όλοι πολύ ανασφαλείς για να μπορέσουμε να αντέξουμε την κριτική του άλλου και γιατί το χειρότερο που φοβόμαστε - μετά τον θάνατο – είναι μήπως ραγίσει η καρδιά μας.

17 Νοε 2009

Ποιος ρωτάει;

Το να ζητάει κανείς απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού είναι σα να ζητάει απόδειξη για την ύπαρξη της ομορφιάς. Όπως δεν θα βρείτε τον Θεό στην άκρη ενός τηλεσκοπίου, έτσι δεν θα Τον βρείτε και στο τέλος οποιουδήποτε συλλογισμού. (Walter Stace)
***
Δεν φαντάζομαι ότι η Γραφή του Θεού είναι κωδικοποιημένη στα στίγματα του δέρματος του ιαγουάρου, όπως λέει παρακάτω το διήγημα του Μπόρχες, γιατί αυτό που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει. Ποτέ ο Θεός δεν πήρε πένα ή μολύβι να γράψει κάτι με λέξεις – το να εκλάβουμε ως δείγμα γραφής την Πλάση είναι μία μεταφορά, δηλ. σχήμα λόγου κι όχι κυριολεξία. Η Αγία Γραφή γράφτηκε από ανθρώπους, το ίδιο και κάθε άλλη "θεϊκής" προέλευσης γραφή. Όσο με αφορά, τον Θεό δεν μπορώ να Τον διαβάσω.

Εδώ που τα λέμε ούτε να δω το πρόσωπό Του μπορώ. Οι αγιογραφίες είναι κι αυτές ανθρώπινα έργα κι αν εξαιρέσω κάποιες φευγαλέες εικόνες που έχω δει στους διαλογισμούς μου - γεννήματα του νου μου το πιθανότερο - δεν έχω δει άλλη εικόνα Του ποτέ. Εν τέλει έχει πρόσωπο, όπως διδάσκει η εκκλησία; Ή είναι απλά Πνεύμα, ενέργεια που διαπερνά τα πάντα; Και τότε, οι επιστήμονες που παρατηρούν τον κόσμο από την πιο μικροσκοπική έως την πιο μακροσκοπική κλίμακα γιατί δεν έχουν συναντήσει τη μορφή Του πουθενά; Πού είναι ο Θεός; Τι είναι;

«Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως ο Θεός είναι λέξη», έγραφε ο συγγραφέας του The “God” part of the brain. Κι είναι μια λέξη που υπάρχει σ' όλους τους πολιτισμούς του κόσμου - δεν υπάρχει ούτε μία γλώσσα που να μην την περιλαμβάνει. Αφού είναι λέξη είναι και έννοια, μιας κάθε λέξη έχει ένα σημαινόμενο, το νόημα δηλ. που υποδηλώνει και περιγράφει. Ο Θεός λοιπόν είναι τουλάχιστον έννοια και λέξη. Επομένως ανθρώπινο κατασκεύασμα;

«Απλά εγκεφαλικοί συνειρμοί», θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος. Και θα είχε δίκιο. Στο περιοδικό «Άβατον» που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα με τίτλο «Είναι ο Θεός νεκρός;». Στο ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίων και συγγραφείς. Μεταξύ αυτών και ο Γ. Πελέχρας, που διαπιστώνει: «Ο αγώνας επιχειρημάτων που διεξάγουν δύο άνθρωποι ή δύο πλευρές για το αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει είναι ένα παιχνίδι αυθαίρετων εγκεφαλικών συνειρμών του ίδιου επιπέδου. Λόγος και αντίλογος. Και οι δύο τρόποι είναι ΜΟΝΟ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ανάλογα με την εκπαίδευσή μας, τα τυχαία βιώματά μας και τους τυχαίους συνειρμούς της στιγμής, απαντούμε στην ερώτηση που τίθεται. Η απλή αλήθεια είναι ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε μια άλλη εποχή, με άλλη εκπαίδευση, θα απαντούσαμε τελείως διαφορετικά».

Και συνεχίζει: «Όταν δεν σκέφτομαι, όταν δεν ρωτώ ή δεν απαντώ, τι υπάρχει; Τι υπάρχει στη σιωπή μου; Πόση αξία έχει η εξωτερική ή η εσωτερική διαμάχη, όταν είναι μόνη της; Όταν σκέφτομαι αν υπάρχει Θεός ή όχι, όταν επιχειρηματολογώ αν η μια απάντηση ή η άλλη είναι σωστή, αυτό που βλέπω, αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, είναι ότι το μόνο που υπάρχει είναι οι σκέψεις μου. Τίποτε άλλο. Κάποιος μιλά, κάποιος σκέφτεται. Ο Θεός μου εν αγνοία μου είναι οι συνειρμοί και οι εικόνες που κουβαλώ μέσα μου για τον κόσμο και σε μια δεδομένη στιγμή, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, ξεδιπλώνονται. Εκεί που βρίσκεται το ενδιαφέρον μου, η καρδιά μου, ο θησαυρός μου, εκεί βρίσκεται και ο Θεός μου».

Επομένως ο Θεός, σε μια πρώτη ανάγνωση, υπάρχει σαν ένα σχήμα λόγου. Είναι η προσωποποίηση της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της δημιουργικής δύναμης που έχει και καταστρεπτική όψη. Επομένως, το πώς καθένας μας θεωρεί ότι είναι ή δεν είναι ο Θεός είναι το αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής και αυθαίρετης διαδικασίας.

Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε πως μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό, κάτι που δεν μεταβάλλεται μαζί με την αντίληψή μας για το ποιος και πώς είναι Εκείνος. Είναι αυτό το κάτι που μας κρατά ζωντανούς, ενώ μιλάμε και σκεφτόμαστε. Είναι το κάτι που προσπαθεί να ορίσει τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο μέσα μας. Είναι το κάτι που, όπως λέει ο Ρουμί, κοιτά μέσα από τα μάτια μας. Αυτό που αναρωτιέται αν υπάρχει θεός ή όχι. ΠΟΙΟΣ λοιπόν επιτέλους ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ;

Και στην περίπτωση αυτή, η αμηχανία σαν απάντηση είναι ίσως πιο χρήσιμη από μια εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον μας βγάζει από τη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας, όπως προτείνει, στο ίδιο ως άνω αφιέρωμα, η Μαρία Σταματιάδου: «στην κοσμική τους έκφραση, ο οπαδός μιας θρησκείας, ο αθεϊστής και ο αδιάφορος συναντούνται και αλληλεπικαλύπτονται στη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας», στο γεγονός δηλαδή ότι είναι περιχαρακωμένοι στον εαυτό, τα διανοήματα και τα ιδεολογήματά τους. Επειδή τελικά ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Θεό είναι να Τον βιώσει σαν Παρουσία μέσα στον εσωτερικό του χώρο – εάν δεν τον έχουν καταλάβει ολόκληρο οι προσωπικές του θεωρίες...

15 Νοε 2009

Η Γραφή του Θεού

Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε τη μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα τη διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα. Μπορεί να είχα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω.

Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε σε ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα κι αιώνια. Οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα - και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. (...)

Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν. Όταν λες "τίγρης" λες τις τίγρεις που την γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει με έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο - όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης και βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μια λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι ελάσσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις "όλα", "κόσμος", "σύμπαν" δεν είναι παρά απόηχοι και ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μια γλώσσα.

*του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Η Γραφή του Θεού".

09 Νοε 2009

Δεν είμαι εγώ

Τι μου συμβαίνει λοιπόν; Τη μία στιγμή μοιάζω έτοιμη να αποκηρύξω τα πάντα και την άλλη γράφω για αγγέλους. Εγώ, που μια ζωή κόπτομαι για τη συνέπεια της σκέψης. Όμως... Δεν είναι ότι σιγουρεύτηκα από τη μία στιγμή στην άλλη για την ύπαρξη των αγγέλων, για το ότι ο κόσμος είναι θεϊκά πλασμένος, για το ότι υπάρχει θεία Πρόνοια, όχι.

Εξακολουθώ να έχω επίγνωση του ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξέρω με βεβαιότητα (με αδιάσειστα στοιχεία δηλαδή και αποδείξεις) ούτε αν υπάρχουν άγγελοι, ούτε από τι είναι φτιαγμένος ο κόσμος. Όμως προτιμώ να ζω πιστεύοντας πως ξέρω κι ας ξεγελιέμαι.

Γιατί το να μην ξέρω με κάνει να ταμπουρώνομαι στη μικροσκοπική περίμετρο του εαυτού μου, με κάνει αλαζονική και ταυτόχρονα, σε μια τραγική ειρωνία, ασήμαντη και έρμαιο της τυχαιότητας. Κι από μια τέτοια θέση, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση κατά των πάντων.

Αντίθετα, η ψευδαίσθηση (αν είναι τέτοια στην τελική) πως υπάρχει Κάποιος ή Κάτι που έχει τον έλεγχο, στον οποίο μπορώ να αποτανθώ με την ελπίδα να με εισακούσει είναι ένα στήριγμα. Είναι αυτό που με κάνει να μπορώ να υπερβώ τον τόσο δα μικρούτσικο εαυτό μου και να αντέχω να κοιτάξω τον κόσμο γύρω.

Της άλλης εκδοχής του εαυτού μου της έριξα μια φευγαλέα ματιά και αποφάσισα πως δεν μου κάνει. Δεν είμαι εγώ, βρε αδερφέ. Δεν είμαι φτιαγμένη να επιτίθεμαι, να αμφισβητώ, να γεμίζω πικρία. Άλλο ρόλο ετοίμασε για μένα η Λάχεσις...

06 Νοε 2009

Περί αγγέλων

Για εμάς τους ανθρώπους οι άγγελοι ήταν ανέκαθεν παρηγοριά και μεσολάβηση, οι πιο πιστοί μας φίλοι, οι πιο στοργικοί μας αδελφοί. Μας παρηγορούν στις θλίψεις, απαλύνουν τους πόνους μας, συμπάσχουν μαζί μας, μας διδάσκουν τη δικαιοσύνη καθώς και κάθε αρετή.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν που στους προχριστιανικούς αλλά και τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, στη Μεσόγειο κυρίως, υπήρχε θρησκεία των αγγέλων, όπως ρητά αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη (προς Κολοσσαείς, κεφ.Β, στ.18). Ήταν η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος που ξεκαθάρισε πως τους αρμόζει τιμητική προσκύνηση, αλλά η λατρεία του Θεού είναι άλλο πράγμα.

Κύριο έργο των αγγέλων είναι η ακατάπαυστη δοξολογία του Θεού. Έργο τους επίσης είναι και η διακονία στα μεγάλα γεγονότα της θείας οικονομίας, καθώς και η φροντίδα για τη σωτηρία των ανθρώπων. Με το δεύτερο αυτό έργο επιφορτίστηκαν μετά τη δημιουργία του ανθρώπου, γι' αυτό ο Μεγάλος Βασίλειος το χαρακτηρίζει ως “περιστατική ενέργεια”, κάτι δηλ. το περιστασιακό/πρόσκαιρο.

Το δοξολογικό έργο δεν έχει επιβληθεί στους αγγέλους, δεν τους έχει δοθεί σαν εντολή. Πηγάζει εντελώς αυθόρμητα από τους ίδιους, όταν εκστατικοί ατενίζουν το άπειρο κάλλος του Θεού και το μεγαλείο της Δημιουργίας Του. Για το κύριο αυτό αγγελικό έργο υπάρχουν αναρίθμητες μαρτυρίες στην Αγία Γραφή. Από την Καινή Διαθήκη μπορούμε να σταθούμε στη σκηνή των Χριστουγέννων, όπως την περιγράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (κεφ.Β, στ. 13-14). Από την Παλαιά, στο όραμα του Ησαΐα (κεφ. ΣΤ, στ. 1-3).

Η παράδοση της εκκλησίας διδάσκει ότι κάθε χριστιανός έχει τον προσωπικό του φύλακα άγγελο. Η αφετηρία της παραδόσεως αυτής ανάγεται στη μαρτυρία του Προφήτη Ζαχαρία: “Και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών μετ' εμού” (κεφ.Α, στ.9). Αλλά υπάρχουν κι άλλες μαρτυρίες, στην Καινή Διαθήκη, π.χ. αυτή του Κυρίου: “Οράτε μην καταφρονήσετε ενός των μικρών τούτων [ΣΣ δηλ. των παιδιών] λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι αυτών εν ουρανοίς διαπαντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου” (κατά Ματθαίον, κεφ. ΙΗ, στ.10).

Κατά τους Καμπαλιστές, οι φύλακες άγγελοι δεν συγκαταλέγονται στους εννέα χορούς των Υπερουράνιων Ιεραρχιών, όπως τους όρισε ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνους, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές, Αρχαγγέλους και Αγγέλους (οι Καμπαλιστές προσθέτουν και έναν δέκατο: τους Ισείμ, τους θεωμένους ανθρώπους). Έχουν ορισθεί απευθείας από τον Δημιουργό, συγκεκριμένα προήλθαν από τη σφραγίδα Του διά θείας εκπορεύσεως.

Αυτά τα ολίγα επί του παρόντος. Έχω ένα βιβλίο που τιτλοφορείται “Κάλεσε τον Φύλακα Άγγελό σου”. Αν κάποιος επιθυμεί, με την ημερομηνία γέννησής του (ημέρα και μήνας, χωρίς έτος) μπορώ να γράψω το όνομα του φύλακα-αγγέλου του και την προσευχή-επικοινωνία μαζί του. Όσοι πιστοί...

02 Νοε 2009

Φύλακες - άγγελοι

Τους έχουμε συναντήσει όλοι και τους συναντάμε συνέχεια. Είναι οι άνθρωποι γύρω μας που με τον τρόπο τους μας ξυπνούν από το λήθαργο, μας δίνουν κουράγιο, έμπνευση και αγάπη. Ήταν ο γιατρός της προηγούμενης ανάρτησης για το παιδάκι, ήταν η χειρουργός που μου έραψε το χέρι στο γενικό ιατρείο ενός ορεινού χωριού στο Καρπενήσι. Είναι ο συνάδελφος που σήμερα, μια δύσκολη για μένα μέρα, μου έφερε καφέ με το χαμόγελο στα χείλη. Είναι ο γιος μου ή η κόρη μου, ο πατέρας μου και η συγχωρεμένη η μητέρα μου που μου δίνουν, μέσα από δοκιμασίες καμιά φορά, το έναυσμα να κοιτάξω βαθιά μέσα μου. Είναι το χέρι που με συγκράτησε όταν κόντεψα να σωριαστώ στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, είναι ο άντρας μου που μαζί του περνώ τα χιλιάδες κύματα, είναι οι αγαπημένοι φίλοι που δεν φοβούνται να πουν ο ένας στον άλλον την αλήθεια όπως την αντιλαμβάνονται. Είμαστε όλοι μας, ανά πάσα στιγμή. Ακόμη και μέσα στη δυστροπία μας, ακόμη και τότε – και σε κάποιες περιπτώσεις ιδίως τότε – βοηθάμε ίσως και χωρίς να το θέλουμε. Τέτοια είναι η ουσία, η ευλογία και η φύση μας.

30 Οκτ 2009

Χίλιες λέξεις μία εικόνα

Είναι 15 Μαρτίου του 1942. Η ημέρα είναι ωραία, ούτε χιόνι έχει ούτε πολύ κρύο, εγώ όμως δεν μπορώ ούτε να περπατήσω. Τα πόδια μου τρέμουν, είμαι πετσί και κόκαλο, ένας ζωντανός σκελετός. Η μάνα νομίζει ότι είμαι άρρωστος και με έχει πάρει στη ράχη της – «γκότσια» όπως λέμε στο χωριό – να με πάει να με δει ο γιατρός στο Σιοποτσέλι (σημερινό Δίλοφο Ζαγορίου). Τι γιατρειά να μου κάνει που η αρρώστια μου είναι η πείνα! Κατεβαίνουμε σιγά σιγά ως το ποτάμι, φτάνουμε στο Τέρμα, πέφτουμε όμως πάνω στους Ιταλούς που είναι στρατοπεδευμένοι. «Πού πάτε;» μας λένε, «Έχετε χαρτιά;». «Στο Σιοποτσέλι στον γιατρό, το παιδί είναι άρρωστο…» λέει φοβισμένη η μάνα. «Εδώ έχουμε δικό μας ιατρείο», λέει ένας σκοπός, «αν θέλετε μπορείτε να πάτε το παιδί στον δικό μας γιατρό να το δει». Η μάνα διστάζει. Έχουμε ακούσει πολλά κακά για τους Ιταλούς, ότι είναι έκφυλοι, ότι ρίχνονται στις γυναίκες. «Να το πάμε» του λέει φοβισμένη.

Περνάμε μέσα από το στρατόπεδο. Στρατιώτες κάθονται επάνω στις πέτρες ή είναι ακουμπισμένοι στους κορμούς των δέντρων. Ίσως συλλογίζονται τη μάνα τους, τη γυναίκα τους, το παιδάκι τους, που είναι μωρό ακόμη, την αρραβωνιαστικιά τους, που δεν τη χάρηκαν, το πώς βρεθήκαμε όλοι εδώ πάνω και αλληλοσκοτωνόμαστε. Ο σκοπός μας πάει στον αξιωματικό υπηρεσία κι εκείνος ρωτάει μέσω του διερμηνέα πού θέλουμε να πάμε. Μας πάει σε μια σκηνή με κόκκινο σταυρό, ένα πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο. Είμαι τυχερός. Πέφτω πάνω σε έναν άγγελο. Ένας γιατρός με άσπρη μπλούζα και γυαλιά με ξαπλώνει στο κρεβάτι και με εξετάζει λεπτομερώς. Το πρόσωπό του λάμπει από καλοσύνη. Κλείνω τα μάτια μου και νομίζω ότι έχω κοντά μου έναν καλό άγγελο που θα μου σώσει τη ζωή. Με ρωτάει αν πεινάω. Το βλέπει βέβαια, δεν θέλει ρώτημα. “No, no” του απαντάω από ντροπή. «Ξέρεις και ιταλικά» μου λέει καλόκαρδα. Ρωτάει τη μάνα μου τι έχει στο σπίτι, τι μου δίνει και τρώω. «Λίγο αλεύρι, λίγο γάλα, που το κάνω γιαούρτι γιατί του αρέσει, του κάνω και λίγο κουρκούτι». «Όχι, να μην το κάνεις γιαούρτι» της λέει. «Το γιαούρτι είναι ξινό, είναι για να αδυνατίσεις, το παιδί δεν έχει ανάγκη να αδυνατίσει…». Ενώ με εξετάζει χαμογελά. Εγώ τον παρατηρώ και ζω σε έναν δικό μου παράδεισο, με αγγέλους με άσπρα φτερά – ίσως να είναι η άσπρη μπλούζα που φορά. «Και πώς να το κάνω;» ρωτάει η μάνα μου, που έχει πάρει θάρρος. «Να το κάνεις τυρί και να το δίνεις στο παιδί αστράγγιστο με το ζουμί του, που έχει πολλές βιταμίνες». Λέει και μας δίνουν και δύο κουτιά ενέσεις με βιταμίνες και δύο κουραμάνες. Η μία είναι αυτή που δικαιούται ο γιατρός. «Και εσύ τι θα φας;» τον ρωτάει ο νοσοκόμος. «Θα κάνω δίαιτα σήμερα» του λέει χαμογελώντας.

Η μάνα μου έλεγε και ξανάλεγε την ιστορία στις γειτόνισσες όταν φιλοσοφούσαν περί καλού και κακού. «Είδες που υπάρχει ακόμη καλοσύνη, Πλούτη μου, σε αυτόν τον κόσμο;» τη σιγόνταρε η θεία Πούλια. «Το παν είναι να είσαι άνθρωπος». Πέρασε ο μαύρος χειμώνας, πέρασαν η άνοιξη και το καλοκαίρι και ήρθε το φθινόπωρο. Εγώ από επίγειος έγινα ιπτάμενος. Σκαρφαλωμένος στα δέντρα έτρωγα τα φρούτα που μου είχε συστήσει ο καλός μου άγγελος, καρύδια, κάστανα και προπαντός μούρα, που έχουν πολλή ζάχαρη. Και δεν φοβόμουν που με κυνηγούσε ο δραγάτης από κλαδί σε κλαδί.

Σήμερα βλέπω ακόμη τη μορφή του. «Πεινάς;» με ρωτάει. «Όχι» του χαμογελώ. Κάθε φορά που περνώ από το Τέρμα κοιτάζω προς το μέρος όπου ήταν το ιατρείο και στέλνω ένα φιλί στον άγγελο που ο Θεός έστειλε κοντά μου. Αν ζει, ας είναι ευτυχισμένος, αν έχει αναπαυθεί, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε.

(Του Γιάννη Βακάμη. Αναδημοσίευση από το ΒΗΜΑgazino της 25/10/09, στήλη «Εμπειρία».)
***
Πάντα υπάρχει και η άλλη όψη. Ευτυχώς. Γι' αυτό μπορούμε και στεκόμαστε στα πόδια μας και λεγόμαστε άνθρωποι. Η αλλαγή πίστας για μένα σημαίνει ακριβώς δράση, πώς να είμαι απτά χρήσιμη σε κάποιον που έχει ανάγκη. Σας τρόμαξα όλους ε; ΧΧΧ