17 Νοε 2009

Ποιος ρωτάει;

Το να ζητάει κανείς απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού είναι σα να ζητάει απόδειξη για την ύπαρξη της ομορφιάς. Όπως δεν θα βρείτε τον Θεό στην άκρη ενός τηλεσκοπίου, έτσι δεν θα Τον βρείτε και στο τέλος οποιουδήποτε συλλογισμού. (Walter Stace)
***
Δεν φαντάζομαι ότι η Γραφή του Θεού είναι κωδικοποιημένη στα στίγματα του δέρματος του ιαγουάρου, όπως λέει παρακάτω το διήγημα του Μπόρχες, γιατί αυτό που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει. Ποτέ ο Θεός δεν πήρε πένα ή μολύβι να γράψει κάτι με λέξεις – το να εκλάβουμε ως δείγμα γραφής την Πλάση είναι μία μεταφορά, δηλ. σχήμα λόγου κι όχι κυριολεξία. Η Αγία Γραφή γράφτηκε από ανθρώπους, το ίδιο και κάθε άλλη "θεϊκής" προέλευσης γραφή. Όσο με αφορά, τον Θεό δεν μπορώ να Τον διαβάσω.

Εδώ που τα λέμε ούτε να δω το πρόσωπό Του μπορώ. Οι αγιογραφίες είναι κι αυτές ανθρώπινα έργα κι αν εξαιρέσω κάποιες φευγαλέες εικόνες που έχω δει στους διαλογισμούς μου - γεννήματα του νου μου το πιθανότερο - δεν έχω δει άλλη εικόνα Του ποτέ. Εν τέλει έχει πρόσωπο, όπως διδάσκει η εκκλησία; Ή είναι απλά Πνεύμα, ενέργεια που διαπερνά τα πάντα; Και τότε, οι επιστήμονες που παρατηρούν τον κόσμο από την πιο μικροσκοπική έως την πιο μακροσκοπική κλίμακα γιατί δεν έχουν συναντήσει τη μορφή Του πουθενά; Πού είναι ο Θεός; Τι είναι;

«Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως ο Θεός είναι λέξη», έγραφε ο συγγραφέας του The “God” part of the brain. Κι είναι μια λέξη που υπάρχει σ' όλους τους πολιτισμούς του κόσμου - δεν υπάρχει ούτε μία γλώσσα που να μην την περιλαμβάνει. Αφού είναι λέξη είναι και έννοια, μιας κάθε λέξη έχει ένα σημαινόμενο, το νόημα δηλ. που υποδηλώνει και περιγράφει. Ο Θεός λοιπόν είναι τουλάχιστον έννοια και λέξη. Επομένως ανθρώπινο κατασκεύασμα;

«Απλά εγκεφαλικοί συνειρμοί», θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος. Και θα είχε δίκιο. Στο περιοδικό «Άβατον» που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα με τίτλο «Είναι ο Θεός νεκρός;». Στο ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίων και συγγραφείς. Μεταξύ αυτών και ο Γ. Πελέχρας, που διαπιστώνει: «Ο αγώνας επιχειρημάτων που διεξάγουν δύο άνθρωποι ή δύο πλευρές για το αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει είναι ένα παιχνίδι αυθαίρετων εγκεφαλικών συνειρμών του ίδιου επιπέδου. Λόγος και αντίλογος. Και οι δύο τρόποι είναι ΜΟΝΟ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ανάλογα με την εκπαίδευσή μας, τα τυχαία βιώματά μας και τους τυχαίους συνειρμούς της στιγμής, απαντούμε στην ερώτηση που τίθεται. Η απλή αλήθεια είναι ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε μια άλλη εποχή, με άλλη εκπαίδευση, θα απαντούσαμε τελείως διαφορετικά».

Και συνεχίζει: «Όταν δεν σκέφτομαι, όταν δεν ρωτώ ή δεν απαντώ, τι υπάρχει; Τι υπάρχει στη σιωπή μου; Πόση αξία έχει η εξωτερική ή η εσωτερική διαμάχη, όταν είναι μόνη της; Όταν σκέφτομαι αν υπάρχει Θεός ή όχι, όταν επιχειρηματολογώ αν η μια απάντηση ή η άλλη είναι σωστή, αυτό που βλέπω, αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, είναι ότι το μόνο που υπάρχει είναι οι σκέψεις μου. Τίποτε άλλο. Κάποιος μιλά, κάποιος σκέφτεται. Ο Θεός μου εν αγνοία μου είναι οι συνειρμοί και οι εικόνες που κουβαλώ μέσα μου για τον κόσμο και σε μια δεδομένη στιγμή, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, ξεδιπλώνονται. Εκεί που βρίσκεται το ενδιαφέρον μου, η καρδιά μου, ο θησαυρός μου, εκεί βρίσκεται και ο Θεός μου».

Επομένως ο Θεός, σε μια πρώτη ανάγνωση, υπάρχει σαν ένα σχήμα λόγου. Είναι η προσωποποίηση της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της δημιουργικής δύναμης που έχει και καταστρεπτική όψη. Επομένως, το πώς καθένας μας θεωρεί ότι είναι ή δεν είναι ο Θεός είναι το αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής και αυθαίρετης διαδικασίας.

Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε πως μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό, κάτι που δεν μεταβάλλεται μαζί με την αντίληψή μας για το ποιος και πώς είναι Εκείνος. Είναι αυτό το κάτι που μας κρατά ζωντανούς, ενώ μιλάμε και σκεφτόμαστε. Είναι το κάτι που προσπαθεί να ορίσει τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο μέσα μας. Είναι το κάτι που, όπως λέει ο Ρουμί, κοιτά μέσα από τα μάτια μας. Αυτό που αναρωτιέται αν υπάρχει θεός ή όχι. ΠΟΙΟΣ λοιπόν επιτέλους ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ;

Και στην περίπτωση αυτή, η αμηχανία σαν απάντηση είναι ίσως πιο χρήσιμη από μια εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον μας βγάζει από τη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας, όπως προτείνει, στο ίδιο ως άνω αφιέρωμα, η Μαρία Σταματιάδου: «στην κοσμική τους έκφραση, ο οπαδός μιας θρησκείας, ο αθεϊστής και ο αδιάφορος συναντούνται και αλληλεπικαλύπτονται στη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας», στο γεγονός δηλαδή ότι είναι περιχαρακωμένοι στον εαυτό, τα διανοήματα και τα ιδεολογήματά τους. Επειδή τελικά ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Θεό είναι να Τον βιώσει σαν Παρουσία μέσα στον εσωτερικό του χώρο – εάν δεν τον έχουν καταλάβει ολόκληρο οι προσωπικές του θεωρίες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: