Συνάντησα χθες έναν αγαπημένο φίλο. Παλιότερα ανταλλάσσαμε συχνά απόψεις διαδικτυακά, μια και ζει στο εξωτερικό και δεν έχω τη χαρά να τον έχω κοντά μου. Ήταν μια εποχή που δεν καταλάβαινα τι έγραφε, “τον καημένο, δεν ξέρει να γράφει”, σκεφτόμουν, με τον καιρό όμως και καθώς εκείνος επέμενε στις ίδιες πάντα απόψεις, μου κίνησε το ενδιαφέρον να ψάξω περισσότερο να δω τι στην ευχή λέει. Από κάποια στιγμή και μετά, όταν τον διάβαζα, συγκινιόμουν. Και χθες είχα πια την ευκαιρία να τον δω από κοντά.
“Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων κοίτα τι είναι: κρίσεις που κάνει ο εγκέφαλος βασισμένος στη μνήμη”, μου έλεγε. “Και τη φαντασία”, συμπλήρωνα εγώ παπαγαλίζοντας κάτι που είχα διαβάσει. “Έτσι είναι. Όλες μας οι σκέψεις είναι μια αντίδραση προς το παρόν, γι' αυτό και κινούνται μέσα στον χρόνο”. Ώσπου, μετά από λίγης ώρας συζήτηση, κατάλαβα.
Ήθελε να πει πως αν καθίσει κανείς και αναλύσει μια-μια τις σκέψεις του και αρχίσει και τις κατηγοριοποιεί, δηλ. διακρίνοντας ότι αυτό είναι κρίση, αυτό διαπίστωση, αυτό επιθυμία, αυτό φαντασίωση, κλπ., με μεγάλη του έκπληξη θα ανακαλύψει ότι ο νους είναι ένα αφηνιασμένο άλογο που τρέχει διαρκώς είτε προς το παρελθόν (στις μνήμες του) είτε προς το μέλλον (με τη φαντασία). Καθώς τείνουμε να ταυτιζόμαστε με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που εγείρονται μέσα από την αισθητηριακή εμπειρία, και αυτή μας η ταύτιση είναι ό,τι ονομάζουμε “προσωπικότητα”, ζούμε ακριβώς σε μια διαρκής αντίδραση προς το παρόν και σε μια ξέφρενη κούρσα προς το παρελθόν ή το μέλλον. Το παρόν, το μόνο σημείο όπου μπορούμε να ζήσουμε πραγματικά, μονίμως μας διαφεύγει.
Αλλά αν πραγματικά αρχίσουμε να παρατηρούμε τις σκέψεις μας και να τις κατηγοριοποιούμε μία-μία, αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος που χτίζουμε μέσα μας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατασκεύασμα του νου και έτσι δημιουργούμε απόσταση ανάμεσα σε μας και σ' αυτόν και επιτρέπουμε να υπάρξει χώρος, δίχως τον οποίο είναι αδύνατον να εκδηλωθεί ό,τι άλλο είμαστε και ό,τι άλλο υπάρχει. “Τι είναι αυτό που δημιουργείται μέσα σε έναν τέτοιο χώρο;”, αναρωτιόμουν χθες βράδυ προτού κοιμηθώ. Και ξάφνου κατάλαβα: η ίδια η ζωή.
“Δυό λέξεις θα σου πω μόνο”, μου είπε ο φίλος μου φεύγοντας. “Ο,τιδήποτε κάνεις, αναίτια να τελειώνει, να το αφήνεις να φεύγει, να κυλά και να χάνεται. Έτσι είναι οι σκέψεις μας, σαν φύλλα ή σαν βαρκούλες που κυλούν στο ποτάμι. Και πρέπει να τις αφήνουμε να χάνονται στον καταρράκτη. Γιατί αυτό που ανακαλύπτει κανείς πέρα απ' αυτές είναι και το ποτάμι και ο καταρράκτης και τα φύλλα και οι βαρκούλες και ο ουρανός ακόμη και όλα όσα υπάρχουν. Αν όμως κρατιέσαι από τις σκέψεις σου και δεν τις αφήνεις, δημιουργείς αιτία για περισσότερες σκέψεις και περισσότερα συναισθήματα, με αποτέλεσμα να ταυτίζεσαι ολοένα μαζί τους και να μην υπάρχει τέλος πουθενά. Φεύγω τώρα. Να είσαι καλά.”, μου ευχήθηκε. “Εγώ το ξέρω πως θα είσαι καλά”, του χαμογέλασα και έτσι έφυγε ο αγαπημένος μου φίλος.