8 Ιουλ 2009

Science - no fiction

Το τελευταίο διάστημα διάβαζα εν παραλλήλω βιβλία προς δύο κατευθύνσεις. Η μία ομάδα βιβλίων ήταν, ας πούμε, μεταφυσική: πρόκειται για την τριλογία του Florian Tathagata: “Being”, “Given” και “Space”. Τα άλλα δύο ήταν βιβλία εκλαϊκευμένης ιατρικής: “My stroke of insight” της Jill Bolte Taylor, Ph.D. (το οποίο παρακινήθηκα να διαβάσω μετά από ένα εκπληκτικό βίντεο που είχε ανεβάσει στο blog της η toxotis) και το “The brain that changes itself” του Norman Doidge, M.D.

Πολύ σύντομα και προς μεγάλη μου έκπληξη συνειδητοποίησα πως οι δύο αυτές ομάδες βιβλίων συμπλήρωναν απόλυτα η μία την άλλη. Όχι μόνο έβρισκα στη δεύτερη αιτιολογίες για την πρώτη, αλλά και στην πρώτη έβρισκα ακριβείς περιγραφές βιολογικών γεγονότων που περιγράφονταν στη δεύτερη. Αναπόφευκτα οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο έχει πολύ ευρύτερη βιολογική βάση από ό,τι συνειδητοποιούμε.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο εγκέφαλος μας χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια, το αριστερό και το δεξί. Αυτά τα δύο ημισφαίρια επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω μιας «λεωφόρου μεταβίβασης πληροφοριών», ουσιαστικά μιας πολύ μεγάλης δέσμης νευρικών ινών που τα ενώνει, η οποία ονομάζεται μεσολόβιο ή τυλώδες σώμα (corpus callosum).

Από το corpus callosum οι πληροφορίες στη συνέχεια μεταβιβάζονται στον gyrus cinguli (έλικας προσαγωγίου), ο οποίος μαζί με την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο απαρτίζει το στεφανιαίο ή μεταίχμιο ή επιχείλιο σύστημα (limbic system). Τι λειτουργία επιτελεί αυτό; Η δουλειά του είναι να επισυνάπτει/περιενδύει τις εισερχόμενες πληροφορίες με συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει προτού οι πληροφορίες διοχετευθούν προς τους ανώτερους εγκεφαλικούς λωβούς όπου εδράζουν οι γνωστικές ικανότητες. Επομένως, κάθε ερέθισμα που εισέρχεται στον εγκέφαλό μας υποχρεωτικά προσλαμβάνει ένα συναίσθημα από αυτό το σύστημα, που ονομάζεται επίσης παλαιοθηλαστικό γιατί αναπτύχθηκε πρώτο. Υπό αυτήν την έννοια, είμαστε μάλλον συναισθανόμενα όντα που σκέπτονται και όχι σκεπτόμενα όντα που συναισθάνονται, όπως προτιμάμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας.

Τέλος πάντων, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του στεφανιαίου συστήματος είναι ότι, παρόλο που λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, δεν ωριμάζει. Οι νευρώνες του, όπως και η πλειονότητα άλλωστε των νευρώνων του εγκεφάλου μας, αντίθετα με τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματός μας, δεν αντικαθίστανται. Στο βιολογικό αυτό γεγονός οφείλεται το φαινόμενο ότι κάθε φορά που μας πατάνε τα συναισθηματικά μας κουμπιά, εξαιτίας ακριβώς του στεφανιαίου μας συστήματος, αντιδρούμε αρχικά με τον ίδιο τρόπο που αντιδρούσαμε όταν ήμασταν 2 ετών. Ευτυχώς που τα κύτταρα του εξωτερικού φλοιού, αντίθετα, ωριμάζουν κι έτσι μπορούμε να αναγνωρίζουμε νέες πληροφορίες. Κι όταν συγκρίνουμε τις νέες αυτές πληροφορίες με τις αποθηκευμένες στο γνωστικό μας κέντρο, παρά την αυτόματη πρώτη αντίδραση του στεφανιαίου μας συστήματος, μπορούμε να επαναξιολογήσουμε την τρέχουσα κατάσταση και εκούσια να επιλέξουμε μια πιο ώριμη αντίδραση.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας είναι η ασυμμετρία αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου. Κάτι έχουμε ακούσει όλοι μας γι’ αυτό. Το δεξί ημισφαίριο είναι σχεδιασμένο να συγκρατεί τα πράγματα έτσι όπως συνδέονται μεταξύ τους. Για το δεξί μας ημισφαίριο δεν υπάρχει χρόνος πέρα από την τρέχουσα στιγμή και κάθε στιγμή είναι ένα τεράστιο κολλάζ εντυπώσεων κι ερεθισμάτων. Στην τρέχουσα αυτή στιγμή, λόγω της άμβλυνσης των ορίων μεταξύ των ξεχωριστών οντοτήτων που είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί μας ημισφαίριο, όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν ένα. Εδώ επίσης βρίσκονται οι κατοπτρικοί νευρώνες (mirror neurons) που λέγαμε, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ενσυναίσθηση. Είναι αυτοί που μας κάνουν να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να «ξέρουμε ακριβώς πώς νιώθει».

Το αριστερό ημισφαίριο, από την άλλη, επεξεργάζεται τις εισερχόμενες πληροφορίες με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Παίρνει καθεμία από τις πολυσύνθετες στιγμές του δεξιού ημισφαιρίου και απομονώνει λεπτομέρειες, τις οποίες συνδέει με λεπτομέρειες από την προηγούμενη στιγμή. Οργανώνοντας τις λεπτομέρειες με τέτοια γραμμική αλληλουχία, δημιουργεί την έννοια του χρόνου, τον οποίο διαιρεί σε παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Μας λέει π.χ. ότι πρέπει να γίνει αυτό προτού να γίνει το άλλο. Και δεν είναι αυτό το μόνο που μας λέει. Επειδή σε αυτό εδράζουν τα κέντρα της κατανόησης (Wernicke area) και της παραγωγής της γλώσσας (Broca area), μας μιλάει ακατάπαυστα, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ποιοι είμαστε και πώς συνδεόμαστε με τον έξω κόσμο. Εδώ βρίσκεται το κέντρο της προσωπικότητάς μας.

Εδώ επίσης δημιουργούνται βρόγχοι ή μηχανισμοί σχεδόν αυτόματων αποκρίσεων στα ερεθίσματα. Με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, το αριστερό μας ημισφαίριο μπορεί να προβλέπει το πώς θα αντιδράσουμε, τι θα σκεφτούμε ή πώς θα αισθανθούμε στο μέλλον – και φροντίζει να μας κατευθύνει προς τις ίδιες πάντα αντιδράσεις. Το αριστερό μας ημισφαίριο είναι ακόμη το τμήμα του εγκεφάλου μας που κατηγοριοποιεί τις πληροφορίες ιεραρχικά, συμπεριλαμβανομένων των πραγμάτων που μας έλκουν ή μας απωθούν. Αυτά που μας έλκουν και μας απωθούν κρίνει ότι είναι καλά ή κακά αντίστοιχα. Εδώ είναι η έδρα της κρίσης και της ανάλυσης, δύο λειτουργίες εξαιτίας των οποίων το αριστερό μας ημισφαίριο μας συγκρίνει διαρκώς με όλους τους άλλους και μας κρατά ενήμερους για τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση του, υπερτερούμε ή υπολειπόμαστε.

Κι ενώ το αριστερό μας ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την κατανόηση της δομής και της σημασίας μιας πρότασης, την αντίληψη των γραμμάτων και τη σύνδεσή τους με τις έννοιες, το δεξί ημισφαίριο ερμηνεύει τη μη λεκτική επικοινωνία – τις πιο λεπτές υφές όπως ο τόνος της φωνής, η έκφραση του προσώπου και η γλώσσα του σώματος. Το δεξί μας ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα της επικοινωνίας και αξιολογεί τη συνέπεια της πράξης ως σύνολο. Τέλος, το αριστερό μας ημισφαίριο είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται τα όρια του σώματός μας, ενώ το δεξί είναι εκείνο που το τοποθετεί μέσα στον χώρο γύρω.

Όλα τα ποστ που έχω ανεβάσει το τελευταίο διάστημα, τα οποία βασίζονται σε συζητήσεις του Florian Tathagata με άλλους ανθρώπους, όπως μαγνητοσκοπήθηκαν, καταγράφηκαν και δημοσιεύθηκαν, είναι ακριβώς μια εξερεύνηση στον κόσμο του δεξιού ημισφαιρίου. Είναι η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας. Όμως το δεξί ημισφαίριο δεν περιλαμβάνει γλωσσικό κέντρο κι έτσι δεν μπορεί να μας μιλήσει. Ο τρόπος του είναι ο τρόπος της διαίσθησης, ο τρόπος της συνολικής εικόνας, της ανάδειξης του χώρου που περιέχει τις λεπτομέρειες τις οποίες απομονώνουν προσεκτικά τα κύτταρα του αριστερού μας ημισφαιρίου και στη συνέχεια μας λένε ποιοι είμαστε, βασισμένα στη μνήμη ανάλογων λεπτομερειών, γεμίζοντας το μέλλον μας με προβολές για το τι θα προτιμήσουμε να κάνουμε και πώς. Κυριολεκτικά, είμαστε αποκυήματα της φαντασίας του αριστερού μας ημισφαιρίου.

Το θέμα είναι ότι οι πληροφορίες διοχετεύονται μέσω του corpus callosum πρώτα στο δεξί ημισφαίριο και μετά στο αριστερό. Θα μπορούσαμε εξίσου καλά να επικεντρωθούμε στην ενωτική εντύπωση που αποκομίζει το δεξί μας ημισφαίριο από τον κόσμο, όμως να που το αριστερό ημισφαίριο μας μιλάει ακατάπαυστα μέσα από το γλωσσικό μας κέντρο και τραβά την προσοχή μας προς τις λεπτομέρειες, μας οδηγεί σε αναλύσεις και γενικά δημιουργεί τον αποσπασματικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως εσωτερική μας πραγματικότητα. Αλλά να που δεν είναι η μοναδική…

3 Ιουλ 2009

Ασπίδες και άλλα τινά

Διαβάζω διάφορα ιατρικά βιβλία και κείμενα το τελευταίο διάστημα και συναντώ πολύ ενδιαφέροντα πράγματα είναι η αλήθεια. Θα θυμούνται σίγουρα η Ρούλα και η Βίκυ που συζητούσαμε παλιότερα για ασπίδες. Όχι εκείνες τις μεταλλικές - μεσαιωνικές ή άλλες, αλλά ασπίδες προστασίας από την "αρνητική ενέργεια" άλλων ανθρώπων. Λοιπόν, είχαμε εν μέρει δίκιο. Θέλω να πω ότι πράγματι όλοι μας έχουμε την ικανότητα να (συν)αισθανόμαστε όλους τους συνανθρώπους μας, χωρίς όμως αυτό να είναι κάτι μεταφυσικό ή ξεχωριστό. Απλώς όλοι έχουμε μέσα μας κατοπτρικούς ή κοινωνικούς νευρώνες (mirror neurons στα αγγλικά, όπου νευρώνας = η βασική μονάδα/κύτταρο του νευρικού συστήματος) οι οποίοι έχουν την ικανότητα να αντανακλούν τη συναισθηματική κατάσταση κάθε ατόμου γύρω μας. Δεν είναι κάτι που κάνουμε εμείς, ούτε και μπορούμε να το αποτρέψουμε.

Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, αν δεν θέλω να σε νιώθω, είναι να βάλω ένα ψυχολογικό διαχωριστικό ανάμεσα σε μένα και σε σένα, να σε απομονώσω από μένα σαν κάτι ξέχωρο και ξένο. Μόνο που αυτό το διαχωριστικό δημιουργεί πολύ περισσότερο πόνο από την ενσυναίσθηση οποιασδήποτε ενόχλησης κομίζεις. Εάν προσπαθήσω να σε απομακρύνω, η ενσυναίσθηση της αρχικής ενόχλησης παραμένει (αφού δεν μπορώ να την αποτρέψω) και προσθέτω και τον πόνο που δημιουργεί το διαχωριστικό μου. Διπλασιάζω δηλαδή τον πόνο.

Η λογική μου λέει ότι, αν υπάρχει κάποιου είδους "αρνητική ενέργεια", αυτή είναι το διαχωριστικό που ασυνείδητα βάζω. Αυτό είναι που με κάνει να αισθάνομαι άσχημα. Γιατί αυτό που ασυνείδητα λέω κάθε φορά που βάζω ένα διαχωριστικό, κάθε φορά που σηκώνω ένα φράγμα ανάμεσα σε μένα και σε έναν άλλον άνθρωπο είναι ότι εγώ είμαι καλή ενώ αυτός δεν είναι. Εάν σου πω ότι εσύ δεν είσαι καλός ή τέλος πάντων εσύ δεν είσαι τόσο καλός όσο εγώ, αυτό τι είναι: θετική ή αρνητική ενέργεια; Προφανώς αρνητική. Η αρνητική λοιπόν ενέργεια εκπορεύεται από μέσα μου. Αλλά, όπως όλα τα άλλα που συμβαίνουν μέσα μου, ούτε αυτή είναι εγώ. Δεν είναι κάτι που κάνω εγώ με τη βούλησή μου, είναι κάτι που μου συμβαίνει.

Είναι μια αδιόρατη κίνηση μέσα στο νευρικό μου σύστημα που δεν έχει να κάνει με ενοχές ή με κάποια αίσθηση ηθικής (αυτά είναι ερμηνείες που προσθέτουμε μετά). Εάν δεν αντιληφθώ την κίνηση (που συνήθως δεν την αντιλαμβάνομαι) την ώρα που συμβαίνει, αρχίζω να έχω παράξενες ιδέες για σωστό και λάθος, ενοχές και μη, αρνητική και θετική ενέργεια. Μέχρι τώρα πίστευα ότι ζώντας έτσι με προστατεύω. Όμως αυτό ήταν ψέμα, ζώντας έτσι απλά συσσωρεύω μέσα μου άγχος και κούραση.

Αν όμως καθίσω, ήρεμα κι ευγενικά, και απλά επιτρέψω να απλωθεί μέσα στο σύστημά μου η αίσθηση της αρχικής ενσυναίσθησης με ό,τι αυτή κομίζει εκείνη τη στιγμή (ενόχληση, μια άβολη αίσθηση, ο,τιδήποτε), με έκπληξή μου θα δω ότι την επόμενη στιγμή η αίσθηση αυτή θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο. Γίνομαι το δοχείο, όχι το περιεχόμενο, όπως ακριβώς ένα φλυτζάνι μπορεί να γεμίσει με τσάι, καφέ, γάλα κλπ. Είμαι το πιο όμορφο φλυτζάνι του κόσμου κι αυτή η ανάγκη να ζήσω τη στιγμή, να γεμίσω τώρα με τσάι μετά με καφέ κ.ο.κ. έρχεται φυσικά γιατί είναι φυσική. Ο μόνος τρόπος να την προσπεράσω είναι ο αφύσικος τρόπος του να υψώσω ένα διαχωριστικό, να θεωρήσω ότι είμαι το υποκείμενο όσων περιέχω και να θεωρήσω ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο μια συλλογή αντικειμένων που μου ανήκει.

Πρόκειται για μια οπτική που έχει τις ρίζες της στην παιδική μας ηλικία. Όταν ήμασταν μωρά, φωνάζαμε ή κλαίγαμε όποτε χρειαζόμασταν κάτι. Ο εγκέφαλός μας αναγνώριζε πως όταν κλαίγαμε, ερχόταν η μαμά μας και ικανοποιούσε τις ανάγκες μας. Πως όταν χαμογελούσαμε, εισπράτταμε φιλάκι. Το μωρό νιώθει τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος και νιώθει ότι έχει τη δύναμη να κάνει τους άλλους να κινηθούν ανάλογα με τις ανάγκες και τα θέλω του. Πολλές από τις "διδαχές" της Νέας Εποχής προέρχονται απ' αυτό: η πίστη ότι "είμαι Θεός" ή "ό,τι μπορώ να κάνω τα πάντα". Και πολύς "θετικός διαλογισμός" ή "οραματισμός" είναι απλά βούληση που κινείται ανάλογα με το "τι θέλω για τη ζωή μου" και συνήθως απαιτεί την άσκηση μικρής βίας προς τους εαυτούς μας ή τους άλλους προκειμένου να δημιουργηθεί το αντικείμενο του οραματισμού. Είναι τελικά ένας πολύ ανώριμος τρόπος το να πιστεύουμε ότι το σύμπαν μας ανήκει.

Εν τέλει θα δούμε ότι δεν είναι πως το σύμπαν μου ανήκει αλλά πως, με κάθε ταπεινοφροσύνη, εγώ ανήκω στο σύμπαν. Δεν είναι ότι η ζωή μου ανήκει, αλλά ότι εγώ ανήκω στη ζωή.

1 Ιουλ 2009

Παρατήρηση και άφεση;

Η παρατήρηση της εμπειρίας δημιουργεί απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους. Πολλοί πνευματικοί αναζητητές εξασκούνται στην παρατήρηση της πραγματικότητας. Αυτό όμως που τους διαφεύγει είναι ότι ενόσω παρατηρούν υπάρχουν και πάλι δύο: ένας παρατηρητής και ένα παρατηρούμενο, τη στιγμή που το ζητούμενο είναι να είναι κανείς ολόκληρος παρόν εδώ τώρα, χωρίς τον παρατηρητή.

Η συνείδηση δεν είναι ο παρατηρητής. Η συνείδηση πηγάζει από το Είναι, όχι από το τι κάνει κάποιος. Ο παρατηρητής είναι κάποιος που κάνει κάτι και αυτό φέρνει απόσταση και διαχωρισμό. Πιστεύουμε ότι η απόσταση που δημιουργείται μας προστατεύει – ότι αν παρατηρούμε τη ζωή αντί να τη ζούμε, δεν θα είναι τόσο έντονη, δεν θα γίνει αβάσταχτη. Όμως αυτό μας κοστίζει πολύ: απαιτεί όλη μας την ενέργεια και καταλήγουμε να νιώθουμε μόνοι, εξουθενωμένοι και να διαψευδόμαστε όλη την ώρα. Σπαταλάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να ελέγξουμε τα πάντα, πιστεύουμε ότι τίποτα δεν είναι όπως θα 'πρεπε, οπότε προσπαθούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο και – για δες! – αποτυγχάνουμε.

Είναι απλά μια συνήθεια, τίποτε παραπάνω. Ας βάλουμε αυτή τη συνήθεια στην άκρη. Ας κάνουμε την καρδιά μας ανοχύρωτη πόλη. Ας την αφήσουμε να πληγωθεί. Όσο πιο πολύ πληγώνεται, τόσο πιο πολύ μαθαίνει να αγαπά και τόσο πιο πολύ γεμίζει από συμπόνια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ζούμε τη ζωή σαν να ήταν προσωπικό μας ζήτημα. Σημαίνει μάλλον ότι την αφήνουμε να μας ζήσει εκείνη εδώ και τώρα, με τους δικούς της όρους, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι η καρδιά μας θα πληγωθεί. Είναι επειδή θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή με τους δικούς μας όρους που γεμίζουμε στρες και εξουθενωνόμαστε, έχοντας μονάχα λίγες αναλαμπές ευτυχίας και ικανοποίησης. Εάν εμφανιστούν σκέψεις στον νου μας, ας μην τις κάνουμε δικές μας σκέψεις. Εάν εμφανιστούν συναισθήματα, ας μην τα κάνουμε δικά μας. Η συνείδηση βλέπει τα πράγματα να έρχονται και να φεύγουν αλλά δεν κρατά τίποτα για την ίδια. Αυτή η συνείδηση είναι η αλήθεια του ποιοι είμαστε.

Και δεν έχει να κάνει με την άφεση, ή μάλλον είναι ένα βήμα παραπέρα. Η άφεση προϋποθέτει κάποιον αφέτη, κάποιον που παραδίδει και παραδίδεται. Η πρόσκληση είναι να γίνουμε κανένας, να μη χρειάζεται να δώσουμε ή να πάρουμε τίποτα, προπαντός να μην κάνουμε τίποτα. Εάν η εμπειρία της στιγμής μπορεί να μας έχει ολόκληρους, αν μπορούμε να είμαστε ολόκληροι διαθέσιμοι στην εμπειρία της στιγμής, τότε είναι που η ζωή αναλαμβάνει. Δεν υπάρχει τίποτε απολύτως να κάνουμε πια και αυτή είναι η χωρίς όρους διαθεσιμότητα ως προς τη στιγμή, ως προς τη ζωή. Τότε μπορεί η ζωή να μας κατακτήσει. Κι εκείνη πολύ απαλά αφαιρεί οποιαδήποτε αίσθηση του εγώ απομένει και την αντικαθιστά με το περιεχόμενό της. Είναι μια πολύ απαλή κι ευγενική διαδικασία.