29 Σεπ 2009

Η μεροληψία της επιβεβαίωσης

Άπαξ και σχηματίσουμε μία πεποίθηση, φιλτράρουμε τις νέες πληροφορίες που λαμβάνουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να την υποστηρίζουν (Myers, 2004). Μεροληψία της επιβεβαίωσης είναι η τάση να αντιμετωπίζουμε ως αξιόπιστες μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν προϋπάρχουσες πεποιθήσεις μας, αλλά να θεωρούμε αναξιόπιστες τις μαρτυρίες που τις διαψεύδουν. Αυτή η τάση εμποδίζει τη μάθηση από νέες εμπειρίες και καταστέλλει την απόσυρση λανθασμένων ιδεών. Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης εξηγεί γιατί «κολλάμε» σε λανθασμένες πεποιθήσεις.

Είναι λογικό να δίνουμε βάρος σε μαρτυρίες που υποστηρίζουν υπάρχουσες πεποιθήσεις και ν’ αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό τις αντίθετες μαρτυρίες. Χωρίς ένα τέτοιο κανόνα οι πεποιθήσεις μας θα ήταν πολύ ασταθείς. Η χρήση της υπάρχουσας γνώσης ως φίλτρου ερμηνείας των νέων δεδομένων είναι ένα «σήμα κατατεθέν» της ανθρώπινης ευφυΐας και λειτουργεί θετικά εφόσον η αρχική γνώση είναι καλά τεκμηριωμένη. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ποιες πεποιθήσεις τους δεν είναι δικαιολογημένες κι έτσι η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης λειτουργεί ακόμα κι όταν δεν θα έπρεπε.

Η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η αντίληψη. Οι πεποιθήσεις δημιουργούν προσδοκίες που με τη σειρά τους σχηματίζουν αντιλήψεις, οι οποίες κατόπιν διαμορφώνουν συμπεράσματα. Θα μπορούσαμε να παραφράσουμε το κοινώς λεγόμενο «θα το πιστέψω όταν το δω» σε «θα το δω όταν το πιστέψω» ή, όπως το έθεσε ο Henry David Thoreau, «ακούμε και κατανοούμε αυτά που ήδη μισοξέρουμε» (Aronson, 2007).

Δεν υστερούμε μόνο στην εννοιολογική πρόσληψη νέων πληροφοριών που είναι αντίθετες με τις υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, είμαστε επίσης απρόθυμοι να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που διαφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε ότι ισχύουν. Ως αποτέλεσμα, τείνουμε να δεχόμαστε αμάσητες πληροφορίες συμβατές με προϋπάρχουσες σκέψεις μας, αλλά να εξετάζουμε εξονυχιστικά και να υποτιμούμε πληροφορίες ασύμβατες με αρχικά πιστεύω μας.

Η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης, σε συνδυασμό με τους νόμους της τυχαιότητας, προβλέπει ότι οι εσφαλμένες πεποιθήσεις θα ενισχυθούν με το χρόνο και την εξοικείωση (Jones and Sugden, 2001). Περιστασιακές τυχαίες επιτυχίες προβλέψεων και ερμηνειών ή συμφωνίες νέων δεδομένων με τις πεποιθήσεις μας θα συσσωρεύονται και λόγω της προκατάληψης της επιβεβαίωσης θα τους αποδίδεται μεγαλύτερο βάρος από ό,τι σε αντίστοιχες αποτυχίες ή ασυμφωνίες. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος αυξανόμενης αυτοεξαπάτησης. Έτσι, για παράδειγμα, η πίστη στην αποτελεσματικότητα μιας ελαττωματικής μεθόδου θα αυξάνεται με το χρόνο ανεξάρτητα από την πραγματική της ικανότητα.

Υπάρχει επίσης ένα ισχυρό κίνητρο για να διαφυλάσσουμε την σταθερότητα του συστήματος των πεποιθήσεων και της συμπεριφοράς μας. Η θεωρία της Γνωσιακής Ασυμφωνίας, που τυποποιήθηκε από τον Festinger (1957), διατείνεται ότι οι άνθρωποι κινητοποιούνται για να ελαττώσουν ή να αποφύγουν ψυχολογικές αντιφάσεις (Plous, 1993). Η δυσφορία που προκαλείται από μαρτυρίες που αντιμάχονται τα πιστεύω μας καθιστά δύσκολη την υιοθέτηση των μαρτυριών αυτών.

Από τις υποκειμενικές μεθόδους ανάλυσης και ερμηνείας στοιχείων, μερικές είναι πιο επιρρεπείς στη μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης απ’ όσο άλλες. Οι μέθοδοι αυτές έχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά:

1. Συνοδεύονται από μία περίτεχνη και καλοδουλεμένη αιτιατή εξήγηση ή από μία επιβλητική ιστορία ως προς τους λόγους για τους οποίους ισχύουν (και λειτουργούν αποδοτικά κατά τους υποστηρικτές τους).
2. Έχουν την ικανότητα να ταιριάζουν ή να εξηγούν ικανοποιητικά αντίστοιχα φαινόμενα του παρελθόντος.
3. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν ελέγξιμες προβλέψεις για το μέλλον.

Το πρώτο απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά πηγάζει από τη βαθειά ανθρώπινη ανάγκη της κατανόησης του κόσμου, η οποία έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη εξαιρετικών ικανοτήτων δημιουργίας αληθοφανών ιστοριών-εξηγήσεων μετά τα γεγονότα. «Φαίνεται ότι το να ζεις σημαίνει να δικαιολογείς, να εξηγείς και να βρίσκεις λογική σχέση ανάμεσα σε ανόμοια αποτελέσματα, χαρακτηριστικά και αιτίες. Με τη συνεχή εφαρμογή τους, έχουμε μάθει να εκτελούμε αυτές τις διεργασίες γρήγορα και αποτελεσματικά.» (Gilovich, 1991).

Κάποιοι είναι πιο επιρρεπείς στη μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης. Το παράξενο είναι ότι πρόκειται για τους πιο ευφυείς, οι οποίοι, από την άλλη πλευρά, είναι περισσότερο ικανοί να κατασκευάζουν λογικοφανείς εξηγήσεις και να τις υπερασπίζονται. Η ικανότητά τους αυτή τους κάνει λιγότερο ευέλικτους ως προς το να θεωρούν εναλλακτικές εξηγήσεις και οπτικές γωνίες. Ως εκ τούτου είναι περισσότερο δεκτικοί στο να σχηματίζουν απόψεις που αντιστέκονται στις αλλαγές. Ο κοινωνιολόγος Jay Stuart Snelson (1993) αποκαλεί το φαινόμενο αυτό Ιδεολογική Ανοσία και ισχυρίζεται ότι ευφυείς και επιτυχημένοι ενήλικες σπάνια αλλάζουν τις πλέον θεμελιώδεις υποθέσεις τους.

26 Σεπ 2009

Τυχαιότητα και συμπτώσεις

Γιατί λοιπόν οι άνθρωποι τείνουν να βλέπουν κανονικότητα και μοτίβα σε μία σειρά τυχαίων ερεθισμάτων;

Οι Tversky and Kahneman (1971) αναφέρουν τον «Νόμο των Μικρών Αριθμών»: τείνουμε να πιστεύουμε ότι τα τυχαία δείγματα ενός πληθυσμού μοιάζουν τόσο μεταξύ τους όσο και με τον πληθυσμό πολύ περισσότερο απ’ ό,τι προβλέπει η στατιστική θεωρία. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι από την παραπάνω εργασία των ερευνητών αυτών και έχει ως εξής: «Το μέσο IQ των μαθητών της τρίτης Γυμνασίου σε μία πόλη είναι 100. Έχετε επιλέξει ένα τυχαίο δείγμα 50 μαθητών για να μελετήσετε την απόδοσή τους στα μαθήματα. Ο πρώτος μαθητής που εξετάζετε έχει IQ 150. Πόσο περιμένετε να είναι το μέσο IQ του δείγματος που επιλέξατε;»

Οι περισσότεροι ερωτώμενοι απαντούν ότι το μέσο IQ του δείγματος θα πρέπει να εξακολουθεί να είναι 100. Η σωστή απάντηση είναι 101, διότι εξακολουθούμε να περιμένουμε από τους υπόλοιπους 49 μαθητές να έχουν IQ ίσο με 100 ο καθένας. Έτσι, (49×100+150):50=101. Αυτοί που απαντούν 100 πιθανώς υποθέτουν ότι θα υπάρχουν χαμηλές βαθμολογίες IQ στους 49 μαθητές, έτσι ώστε να «εξισορροπηθεί» η ψηλή βαθμολογία του 150. Η άποψη αυτή όμως υπονοεί ότι υποθέτουν πως η τυχαιότητα είναι αυτοδιορθούμενη. Όμως η τύχη ούτε διορθώνει ούτε εξουδετερώνει τις υψηλές βαθμολογίες με χαμηλές. Αυτό που κάνει είναι ότι «αμβλύνει» τις υψηλές βαθμολογίες με άλλες, πιο κοντά στο μέσο όρο (στο παράδειγμα, το 100). Η τάση να βλέπουμε την τυχαιότητα ως αυτοδιορθούμενη είναι μία μεροληψία που προκύπτει από το «ευρετικό της αντιπροσωπευτικότητας», το ότι δηλ. περιμένουμε τα δείγματα να είναι πολύ αντιπροσωπευτικά του πληθυσμού από τον οποίο προέρχονται.

Στο ίδιο πνεύμα, οι Tversky and Kahneman (1971) πρότειναν ότι η αντιπροσωπευτικότητα είναι υπεύθυνη για την «Πλάνη του Τζογαδόρου», σύμφωνα με την οποία θεωρείται ότι ένα σερί ανεξαρτήτων δοκιμών–προσπαθειών με το ίδιο αποτέλεσμα θα ακολουθηθεί σύντομα από το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι ερευνητές εξήγησαν την πεποίθηση αυτή ως οφειλόμενη στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι τυχαίες σειρές αποτελεσμάτων πρέπει να είναι «τοπικά αντιπροσωπευτικές», δηλαδή κάθε τμήμα της σειράς πρέπει να μοιάζει τυχαίο (ουσιαστικά πρόκειται για μια διαφορετική διατύπωση του νόμου των μικρών αριθμών).

Ίσως η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα να βρίσκεται σε ένα συναφές θέμα, εκείνο των συμπτώσεων. Στη ζωή συμβαίνουν συμπτώσεις. Το ερώτημα που τίθεται είναι: πόση είναι η πιθανότητα να συμβεί μία σύμπτωση; Συνήθως τους αποδίδουμε μία εξαιρετικά μικρή πιθανότητα, π.χ. μία στο εκατομμύριο. Ίσως όμως είναι περισσότερο πιθανές από ότι νομίζουμε.

Μερικές φορές κάποιες συμπτώσεις είναι τόσο απίθανες που τείνουμε να υποθέσουμε ότι δεν ήταν απλά τυχαίο γεγονός. Θεωρείστε την παρακάτω ιστορία που αναφέρει ο Blodgett (1983): «Το 1914 μία Γερμανίδα μητέρα φωτογράφισε το μικρό αγοράκι της και άφησε την πλάκα για εμφάνιση στο Στρασβούργο (τότε αντί των σύγχρονων φίλμ χρησιμοποιούντο γυάλινες πλάκες που πωλούνταν ξεχωριστά η κάθεμία). Πριν παραλάβει τη φωτογραφία της ξεσπάει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μητέρα τη θεωρεί χαμένη για πάντα. Δύο χρόνια αργότερα (μεσούντος του πολέμου) στην Φραγκφούρτη, περίπου 330 χιλιόμετρα από το Στρασβούργο, η Γερμανίδα μητέρα έχει αποκτήσει ένα κοριτσάκι και αγοράζει μία φωτογραφική πλάκα για να το φωτογραφήσει. Όταν εμφανίστηκε η πλάκα διαπιστώθηκε ότι είχε ξαναχρησιμοποιηθεί (διπλή έκθεση) και η φωτογραφία απεικόνιζε το κοριτσάκι, αλλά και το αδελφάκι του. Από μία απίστευτη διαστροφή της μοίρας, η φωτογραφική πλάκα με το αγοράκι στο Στρασβούργο δεν είχε εμφανιστεί, χαρακτηρίστηκε σαν αχρησιμοποίητη από λάθος και τελικά πουλήθηκε ξανά στη Γερμανίδα μητέρα».

Η σύμπτωση αυτή είναι διάσημη, διότι είναι μία από τις ιστορίες που οδήγησαν το διάσημο Ελβετό ψυχίατρο Carl Jung να προτείνει τη Θεωρία της Συγχρονικότητας. Σύμφωνα με τον Jung, οι συμπτώσεις συμβαίνουν πολύ πιο συχνά απ’ όσο θα περίμενε κανείς, αν ήταν τυχαίο, και είναι αποτέλεσμα μιας άγνωστης δύναμης που προσπαθεί να επιβάλλει την τάξη στο σύμπαν.

Σκέφτομαι ότι σε τέτοιου είδους ασυνείδητες παρατηρήσεις ίσως να οφείλονται οι μεροληψίες και οι πλάνες σχετικά με την τυχαιότητα. Ίσως πάλι όχι. Ποιος μπορεί άραγε να πει με βεβαιότητα;…

(Πηγή: "Λήψη αποφάσεων" του Κ. Δημητρόπουλου).

24 Σεπ 2009

Η ψευδαίσθηση της ύπαρξης τάξης

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ανθρώπινη ευφυΐα είναι πεπερασμένη και ο εγκέφαλος δεν είναι προσαρμοσμένος για την αντιμετώπιση περίπλοκων καταστάσεων, όπως η λήψη ορθολογιστικά και πιθανολογικά σωστών αποφάσεων σε συνθήκες αβεβαιότητας. Για ν’ ανταπεξέλθουμε, πρέπει ν’ απλοποιούμε.

Για τον λόγο αυτό, η ανθρώπινη ευφυΐα έχει αναπτύξει διάφορες νοητικές συντμήσεις. Οι Tversky and Kahneman (1974) πρότειναν ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε γενικούς πρακτικούς κανόνες απλοποίησης, τους οποίους ονόμασαν heuristics που στα ελληνικά αποδίδεται με τον όρο «ευρετικά» (η λέξη heuristics άλλωστε προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «ευρίσκειν»). Αυτοί οι κανόνες σκέψης λειτουργούν αυτόματα στο ασυνείδητο και αποτελούν τη βάση των κρίσεων και της εκτίμησης των πιθανοτήτων που κάνουμε. Αποτελούν ένα σήμα κατατεθέν της ανθρώπινης ευφυΐας, κρίσιμο για την καθημερινή ζωή.

Από την άλλη όμως, οι κανόνες αυτοί εστιάζουν την προσοχή μας σ’ ένα περιορισμένο τμήμα του συνόλου της πληροφόρησης και ενεργοποιούν σχετικά απλές φόρμες επεξεργασίας της πληροφορίας και ανάλυσης, έτσι ώστε να φθάσουμε γρήγορα σε συμπεράσματα.

Σε περίπλοκες συνθήκες όμως ή συνθήκες αβεβαιότητας, τα ευρετικά μας οδηγούν σε λάθος κρίσεις και πεποιθήσεις. Οι λανθασμένες πεποιθήσεις γίνονται ιδιαίτερα προβληματικές εξ αιτίας της μεγάλης αντοχής τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι, άπαξ και υιοθετηθεί, μία πεποίθηση μπορεί να αντέξει την επίθεση νέων αντίθετων μαρτυριών ακόμη κι αν φθάνουν μέχρι την πλήρη απαξίωση των μαρτυριών που οδήγησαν αρχικά στο σχηματισμό της πεποίθησης.

Μία ισχυρή πεποίθηση αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έννοια «τυχαιότητα». Γενικά, έχουν την τάση να παρερμηνεύουν τυχαία γεγονότα και να βλέπουν πολλές φορές κανονικότητα σ’ αυτά. Για παράδειγμα, παρότι υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ότι οι διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο ακολουθούν τυχαία κίνηση (random walk), χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά καθημερινά για να προβλέψουν την κατεύθυνση της κίνησης των τιμών των μετοχών. Πράγματι, οι Fischhoff and Slovic (1980) διαπίστωσαν ότι συμμετέχοντες σε πείραμα, στους οποίους δόθηκαν οι τιμές των μετοχών και η γενική μακροπρόθεσμη τάση της πορείας των τιμών, ήταν κατά 65% περίπου σίγουροι ότι μπορούσαν να προβλέψουν την κατεύθυνση προς την οποία θα άλλαζε η τιμή των μετοχών. Στην πράξη, επαληθεύθηκαν στο 49% των περιπτώσεων, ποσοστό που θα μπορούσαν να πετύχουν και με το στρίψιμο ενός νομίσματος.

Το να βλέπουμε μοτίβα και κανονικότητα σε τυχαία αποτελέσματα είναι εύκολο. Εάν μία κατάσταση εμπεριέχει ανεξάρτητα γεγονότα με εξίσου πιθανά αποτελέσματα, δεν είναι ασυνήθιστο να δούμε τρείς ή τέσσερις διαδοχικές εμφανίσεις του ίδιου αποτελέσματος. Θα πρέπει επομένως, εν εγρηγόρσει, να αντιστεκόμαστε στην τάση να βλέπουμε κανονικότητα και εξ αυτής να συνάγουμε σημαντικότητα για τα αποτελέσματα αυτά.

(Πηγή: "Λήψη αποφάσεων" του Κ. Δημητρόπουλου)

21 Σεπ 2009

Αδυναμίες της μνήμης

Η μνήμη διαψεύδει τις προσδοκίες μας με πολλούς τρόπους. Ο βασικός λόγος είναι ότι η διαδικασία απομνημόνευσης και η μετέπειτα ανάκληση από τη μνήμη παρουσιάζουν αδυναμίες. Η αποθήκευση των δεδομένων γίνεται ανάλογα με τη θεματική ενότητα του γεγονότος και όχι με τη χρονολογική του σειρά. Για να συμβεί αυτό, φαίνεται ότι ο μηχανισμός της μνήμης προβαίνει σε ενεργή αποδόμηση των προς αποθήκευση γεγονότων και σε αντίστοιχη αναδόμησή τους, όταν αυτά ανακαλούνται. Επειδή ο χρόνος που συνέβη κάθε γεγονός δεν είναι σημαντικό χαρακτηριστικό του συστήματος αποθήκευσης, καθίσταται δύσκολη η ανάκληση της σειράς των γεγονότων. Έτσι, παρόμοια γεγονότα που συνέβησαν σε διαφορετικές περιόδους αναμιγνύονται και η ανάμιξη συμβαίνει αμέσως και ασυνείδητα. «Έχουμε μόνο άμορφες, αποσπασματικές εικόνες του κόσμου, τις οποίες συμπληρώνουμε με αυθαίρετους συσχετισμούς ιδεών, δημιουργώντας επικίνδυνες απόψεις», γράφει ο Μαρσέλ Προυστ στο βιβλίο του «Η δραπέτισσα».

Οι αναμνήσεις που ανακαλούνται εκούσια σχηματίζονται από την αλληλεπίδραση της προηγούμενης γνώσης και νέων πληροφοριών, γι’ αυτό και δεν είναι ακριβείς. Το παρακάτω χαρακτηριστικό περιστατικό αναφέρεται από τον Ι.Μ.L. Hunter στο βιβλίο του “Memory Middlesex”, 1964: «Δύο Βρετανοί ψυχολόγοι ηχογράφησαν μυστικά τη συζήτηση που ακολούθησε μία συνάντηση της Ψυχολογικής Εταιρίας του Καίμπριτζ. Δύο εβδομάδες αργότερα οι ψυχολόγοι ήρθαν σε επαφή με όλους τους παρευρισκόμενους στη συνάντηση και τους ζήτησαν να καταγράψουν ό,τι μπορούσαν να θυμηθούν από τη συζήτηση. Από την αντιπαράθεση των απαντήσεων με την ηχογραφημένη συζήτηση αποδείχθηκε ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων είχε παραλείψει πάνω από 90% των σημείων που είχαν συζητηθεί. Στις απαντήσεις περιέχονταν σχόλια που δεν έγιναν ποτέ, συνηθισμένα σχόλια μετατράπηκαν σε μακροσκελείς αγορεύσεις και υπόνοιες σε εκφρασθέντα σχόλια».

Γιατί όμως η ψευδής αναπαραγωγή πληροφοριών να αποτελεί εγγενή, ως φαίνεται, αδυναμία των εγκεφαλικών κυκλωμάτων που ενσωματώνουν τις αναμνήσεις; Πιθανώς επειδή η μνήμη εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο στη μακρά πορεία του ανθρώπου ώστε να εξυπηρετεί περισσότερο την ανάκληση της ουσίας των γεγονότων και όχι των περίπλοκων λεπτομερειών τους.

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη κατηγορία αναμνήσεων: αυτές που αναπηδούν αιφνίδια μετά από κάποιο αναπάντεχο ερέθισμα (π.χ. έναν γνώριμο μα ξεχασμένο ήχο, μια οσμή ή μια γεύση), οι οποίες φέρουν τη σφραγίδα της αυθεντικότητας. Εγείρουν από μέσα μας κάτι έξω από τον χρόνο, κάτι που ζει και χαίρεται από την ουσία των πραγμάτων, κάτι που οδηγεί πρακτικά σε αλλαγή ηλικίας, υποκατάσταση προσώπου: σαν να ξαναβρίσκουμε στο τώρα τον εαυτό μας του τότε. Η αθέλητη μνήμη διαλέγει αυτόματα το παρελθόν που έχει σημασία για το τώρα, για να του δώσει τη δύναμη του πραγματικού. Είναι μέσω αυτού του είδους της μνήμης που μοιάζουμε να ξανακερδίζουμε τον χαμένο χρόνο, συνδέοντας ενεργά το παρελθόν με το παρόν.

*Από το υπό δημοσίευση βιβλίο του Κώστα Δημητρόπουλου «Λήψη αποφάσεων» και από το βιβλίο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο– Μια νευροβιολογική ανάγνωση» του καθ. Αθανάσιου Ντινόπουλου που κυκλοφορεί από τις επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ.

16 Σεπ 2009

Περί της ουσίας

Όλο και καθυστερώ να αναφερθώ στις νοητικές/γνωστικές στρεβλώσεις, όπως τις έχει καταγράψει ο φίλος μου Κώστας Δημητρόπουλος στο (υπό δημοσίευση) βιβλίο του, αλλά τι να κάνω που συνέχεια κάτι προκύπτει…

Σκεφτόμουν όλα αυτά της τελευταίας μου ανάρτησης μέσα από το πλαίσιο της μεταφυσικής. Στη μεταφυσική λοιπόν (τη φιλοσοφική, όχι την ψεύτικη) κυριαρχούν δύο τάσεις. Η μία ισχυρίζεται πως η ουσία του κόσμου (ή έστω το σημαντικότερο τμήμα της, η απόλυτη πραγματικότητα) είναι πνευματική. Σ' αυτήν εντάσσονται απόψεις όπως ότι η πραγματικότητα είναι νοητική: δίνοντας τα πρωτεία στη νόηση/το πνεύμα, καλλιεργεί την πίστη πως υπάρχει μια πραγματικότητα ανεξάρτητη από την υλική. Η δεύτερη τάση υποστηρίζει πως όλα τα φαινόμενα, μαζί και τα πνευματικά, έχουν για φορέα ή υπόστρωμα την ύλη και χωρίς αυτήν δεν νοούνται. Πράγματι, η βιολογία και η ανατομία μας έδειξαν πως τα ψυχικά φαινόμενα είναι αδιαχώριστα από το σώμα (τον εγκέφαλο, το νευρικό σύστημα). Η εμβρυολογία μας δίδαξε πως η ψυχή γεννιέται και ωριμάζει μαζί με τον εγκέφαλο. Η ανθρωπολογία διαπίστωσε τη στενή εξάρτηση της εξυπνάδας από το μέγεθος του εγκεφάλου (όσο βαρύτερος ο εγκέφαλος αναλογικά με το σώμα και όσο περισσότερες οι πτυχές του τόσο εξυπνότερο το ζώο). Τέλος, η γεωλογία και η κοσμογραφία μας έμαθαν πως η ζωή και η αίσθηση πρόβαλαν μετά από τον ανόργανο κόσμο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες αυτές οι επιστήμες αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη της δεύτερης τάσης.

Διατυπώθηκαν όμως και θεωρίες ανάμεσα στις δύο αυτές κυρίαρχες τάσεις. Ο δυισμός, για παράδειγμα, είναι η δοξασία ότι ο κόσμος συνέχεται από δύο ουσίες, μια πνευματική και μια υλική, που δεν μπορούν να αναχθούν η μία στην άλλη: ψυχή και σώμα, φύση και θεία χάρη, νόηση και συναίσθημα, η ουράνια βασιλεία και "ο κόσμος τούτος". Ο μονισμός, από την άλλη, πρεσβεύει ότι το ψυχικό και το υλικό είναι δύο όψεις, δύο πλευρές, δύο εκδηλώσεις μιας ενιαίας στο βάθος ουσίας. Δηλαδή το υλικό και το ψυχικό διαφέρουν μόνο εμπειρικά, μεταφυσικά όμως έχουν μία και την ίδια αρχή. Η μονιστική άποψη αποκλείει κάθε ενέργεια της μιας ουσίας πάνω στην άλλη: πάνε παράλληλα, γιατί είναι δύο όψεις της ενέργειας της μιας ενιαίας ουσίας.

Αυτά λέει, πολύ επιγραμματικά, η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Παρατηρώντας την σήμερα δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι οι απόψεις αυτές είναι ουσιαστικά νοητικές κατασκευές, αρκετά απλοϊκές ενδεχομένως, γεμάτες ασάφεια, πολλές φορές και αντιφάσεις. Αντανακλούν μάλιστα την τάση που έχει ο άνθρωπος να απλουστεύει τα πράγματα, να ανάγει τα φαινόμενα σε λίγες αιτίες, αν είναι δυνατόν σε μία. Είναι σαν ο άνθρωπος που ησυχάζει τις απορίες του και κοιμάται ξένοιαστος φορτώνοντας τη φροντίδα του κόσμου στον Θεό ή η επιστήμη που προσπαθεί να ανάγει τα φαινόμενα σε μια κοινή αρχή, αποκαθιστώντας την ενότητα ανάμεσα στην ύλη και την ενέργεια, να κινούνται από την ίδια στο βάθος ανάγκη.

Και γιατί άραγε θα πρέπει να είναι μία ή δύο οι αρχές ή τα συστατικά του κόσμου; Τόσοι αριθμοί υπάρχουν. Μπορεί να υπάρχουν άπειρες ουσίες, όπως άπειρες είναι και οι αριθμητικές πιθανότητες. Έτσι δεν είναι; Μόνο που, αν τις παρατηρήσουμε προσεκτικά, θα δούμε ότι κι αυτές οι ερωτήσεις είναι νοητικές κατασκευές. Το μόνο που μπορούμε να διαπιστώσουμε με κάποια ασφάλεια είναι ότι το ανθρώπινο πνεύμα φαίνεται καταδικασμένο να γυρίζει γύρω από συγκεκριμένα κεντρικά ερωτήματα. Έχει όμως νόημα τελικά να αναρωτιόμαστε ποιο από τα κοσμικά στοιχεία είναι πρωταρχικό και ποιο παράγωγο, αν η ύλη βγαίνει από το πνεύμα ή το πνεύμα από την ύλη ή αν είναι και τα δύο στον ίδιο βαθμό πρωταρχικά; Αρχικό και παράγωγο, πρώτο, αρχή, παραγωγή είναι νοήματα, βοηθητικές έννοιες, χρήσιμες για να βάλουμε τάξη στον κόσμο, σε πρακτικό επίπεδο, όμως ακατάλληλες τελικά για τα οντολογικά ζητήματα κι αποπλανητικές. Γιατί υπαινίσσονται ακινητοποιημένες και καρφωμένες στο σύμπαν οντότητες που δεν υπάρχουν. Η ζωντανή πραγματικότητα είναι η ροή, οι σχέσεις ανάμεσα στις οντότητες και τα πράγματα, ο διάλογός μας με τον κόσμο που βρίσκεται σε κίνηση. Αλλά δεν είναι κάτι που μπορούμε με ευκολία να αντιληφθούμε. Ο νους μας χρειάζεται εξηγήσεις, αιτιακές σχέσεις για να μπορεί να ισχυρίζεται ότι κατανοεί, έστω και λίγο, τον κόσμο.

Πράγμα που μας φέρνει σε έναν πολύ αγαπητό μου φιλόσοφο, τον Hans Vaihinger (βλ. φωτό). Γι’ αυτόν, ο άνθρωπος είναι καμωμένος για να δρα, η νόηση του δόθηκε όχι για να βρίσκει την αλήθεια παρά για να ενεργεί. Για το σκοπό αυτόν όμως μπορεί να τον υπηρετούν καλύτερα πολλές φορές στρεβλώσεις και πλάνες. Ο νους, μας λέει, δουλεύει τις περισσότερες φορές με (ημι)συνειδητές πλάνες. Με άφθονα παραδείγματα μάλιστα προσπάθησε να αποδείξει τη μεγάλη μεθοδολογική σημασία που έχουν οι πλάνες στις διάφορες επιστήμες (μαθηματικά, μηχανική, φυσική, χημεία, πολιτική οικονομία κλπ) στο έργο του «H Φιλοσοφία του Σαν Να» (die Philosophie des Als Ob).

Κι εμείς που βαυκαλιζόμαστε ότι προσπαθούμε να παίρνουμε τη ζωή κυριολεκτικά…

14 Σεπ 2009

Deja vu

Δεν αντέχω πια να το βλέπω να συμβαίνει. Είναι για μένα deja vu.

Η αρχή του κακού είναι συνήθως η ίδια για όλους: ανιχνεύεται σε μια ανάγκη, μια έλλειψη, κάτι το ανικανοποίητο μέσα μας. Ανιχνεύεται σε μια ζωή που δεν μας χωράει. Και δεν μας χωράει επειδή δεν την κοιτάζουμε στα μάτια. Επειδή άλλο έχουμε κι άλλο πιστεύουμε ότι θέλουμε. Επειδή θεωρούμε τις ευλογίες μας δεδομένες και θέλουμε πάντα κάτι παραπάνω, αντί να καθίσουμε να τις μετρήσουμε και να νιώσουμε ευγνωμοσύνη. Κι εκεί ακριβώς, σ’ αυτό μας το ανικανοποίητο, σ’ αυτό μας το έλλειμμα είναι που πατούν οι επιτήδειοι. Κι αρχίζει η εκμετάλλευση με μέσο την «πνευματικότητα».

Και ξαφνικά συναντάς κάποιον που σου λέει: είδα μέσα σου, είδα το είναι σου και ξέρεις τι; Είσαι αυτό το εξαιρετικό ή εκείνο το εξαιρετικό: η μετενσάρκωση της Ζαν ντ’ Αρκ, ας πούμε, ή κομμάτι από τη θηλυκή έκφραση της ακτίνας του αρχάγγελου Γαβριήλ. Σου δίνουν κι ένα «εσωτερικό» όνομα, «Ιωάννα» ή «Galactica», και ξέρεις τι γίνεται τότε; Αρχίζει το εγώ σου και φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, και το έλλειμμα εξαφανίζεται από το οπτικό σου πεδίο γιατί ξαφνικά είσαι κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το μοναδικό, είσαι επιτέλους κάτι.

Κι ο κάποιος που σου έχει δώσει το όνομα συνεχίζει. Σου δίνει «ασκήσεις», σε γεμίζει θεωρίες, σου χαϊδεύει το εγώ, σου λέει, σου λέει. Κι εσύ τον πιστεύεις όλο και πιο πολύ, γιατί εξαιτίας του σταμάτησες να βλέπεις το έλλειμμά σου, το έλλειμμά σου δεν υπάρχει πια, νομίζεις ότι το γέμισες μ' εκείνον ή με τα συναισθήματα που εγείρει μέσα σου, τα οποία είναι μερικές φορές ερωτικά και άλλες (στις πιο βαριές περιπτώσεις, σαν τη δική μου) αυτοθαυμασμού.

Και οι ρημάδες οι ασκήσεις «πνευματικού τύπου» είναι κι αυτές επικίνδυνες. Γιατί οξύνουν την αιτία που παρήγαγε το αρχικό έλλειμμα και η αιτία διογκώνεται, αναδύεται στην επιφάνεια και φωνάζει δυνατά, σαν να σε εκδικείται που τόσο καιρό την αγνοούσες. Οι ασκήσεις αυτές συνήθως προέρχονται από ολοκληρωμένα πλαίσια, π.χ. το πλαίσιο της γιόγκα, όμως ξεκόβονται από αυτά και παρουσιάζονται αυτόνομα, σαν κάτι αυθύπαρκτο. Όμως το πλαίσιο προστατεύει, το πλαίσιο είναι μια οικογένεια ή μια αγκαλιά που μέσα της βρίσκεις καταφύγιο. Χωρίς αυτό, οι ασκήσεις δεν έχουν έρεισμα, δεν έχουν βάση, ο σκοπός τους γίνεται αμφίβολος κι η πραγματοποίησή τους επικίνδυνη.

Κάπου εκεί θα είσαι τυχερός να μην φτάσεις στην τρέλλα. Να μην πιστέψεις ξαφνικά ότι κατάλαβες τα πάντα, ότι έγινες θεός ή θεά, ότι «έφτασες κάπου». Ή να μη γίνεις ουραγός και οπαδός αυτού του κάποιου που, για δικούς του σκοπούς (συνήθως σεξ, δόξα ή χρήμα), σ’ έμπλεξε στον δικό του φανταστικό κόσμο και στάθηκε η αφορμή να περάσεις όλη αυτή την περιπέτεια.

Το έχω δει το έργο. Και το χειρότερο δεν ήταν όταν ήμουν θύμα, αλλά όταν χρησιμοποίησα τις γνώσεις μου και την ιδιότητά μου για να χειραγωγήσω κάποιον και τις αποφάσεις του, όταν δηλ. έγινα θύτης. Μόλις συνειδητοποίησα τι έκανα (γιατί ο αρχικός μου σκοπός ήταν να τον «σώσω» τον άνθρωπο, ανάθεμά με), πρώτα τρόμαξα, μετά σιχάθηκα κι αμέσως σταμάτησα. Θα μπορούσα να είχα συνεχίσει, η φιλαυτία μου είχε χτυπήσει κόκκινο και το σώμα μου ήταν γεμάτο ενδορφίνες, λες κι είχα πάρει ουσίες. Ευτυχώς όμως συνήλθα. Κι αν γράφω εδώ είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο.

Για να πω ότι η ζωή είναι ωραία έτσι όπως είναι. Ότι δεν χρειαζόμαστε πραγματικά το κάτι παραπάνω, αναγνώριση, επιβεβαίωση ή ό,τι άλλο. Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε μέσα μας και γύρω μας. Δεν θα τα βρούμε σε μια ψεύτικη ταυτότητα, σε αγύρτικες υποσχέσεις και σε ανύπαρκτους έρωτες. Θα τα βρούμε εδώ και τώρα, σε τούτη ακριβώς τη στιγμή – φτάνει να πάψουμε να θέλουμε να την αλλάξουμε και να έχουμε το κουράγιο να τη δεχτούμε έτσι όπως έρχεται κι έτσι όπως είναι. Χωρίς να δίνουμε βάση στις ιστορίες και στα σενάρια που φτιάχνει το κεφάλι μας. Ναι, είναι παιδιά μας, αλλά δεν πρέπει να μας ορίζουν. Αυτό είναι ελευθερία.

8 Σεπ 2009

Προς ανακεφαλαίωση

Όλοι έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας. Το σπίτι του βρίσκεται κάπου εκεί, στο γλωσσικό μας κέντρο. Με όχημα τις λέξεις μας ταξιδεύει σε ιστορίες πόνου και δράματος και περιμένει ειλικρινά να τις πιστέψουμε. Οι περισσότεροι από εμάς μάλιστα τις πιστεύουμε όντως.

Αν συνδυάσουμε την ύπαρξή του με το γεγονός ότι έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από φράγματα, διαχωρισμούς, κουτάκια κι ετικέτες, ταξινομώντας τον, κατηγοριοποιώντας τον και τελικά τεμαχίζοντάς τον ή, καλύτερα, διχοτομώντας τον σε ζεύγη αντιθέτων (http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_775.html), τότε αρχίζουμε ίσως να αντιλαμβανόμαστε γιατί ορισμένες ανατολικές φιλοσοφίες δίνουν έμφαση στην αποταύτιση του ανθρώπου από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ως οδού λύτρωσης:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/08/blog-post_25.html και
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/07/blog-post.html.

Αποταύτιση. Ωραία λέξη, ε; Πρακτικά μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα και έχω κατά καιρούς προτείνει τουλάχιστον δύο: (α) προσεκτική παρακολούθηση των σκέψεων μας, έτσι ώστε να γίνει κατανοητός ο βαθμός στον οποίο ο τρόπος που ζούμε συνιστά ουσιαστικά μιαν αντίδραση προς αυτό που ζούμε και ένα αίτημα-προσφυγή σε εναλλακτικούς κόσμους που υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό μας και πουθενά αλλού, (β) αποδοχή των σκέψεών μας με πατρική τρυφερότητα, ταυτόχρονα όμως παύοντας να τις πιστεύουμε ως ΤΗΝ αλήθεια. Σ’ αυτό εμένα προσωπικά με βοήθησε η βαθιά κατανόηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μία και μόνη αλήθεια που υπερτερεί έναντι αυτής που καθένας εκφράζει: http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post.html και http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_07.html
Σίγουρα όμως υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, απλά δεν χρειάστηκε να τους περπατήσω.

Το διάστημα πριν τις διακοπές, ανέβασα διάφορα ποστ που κινούνταν περισσότερο προς την κατεύθυνση του (β). Ήταν ποστ κάπως «μαγικά», επειδή ήταν «ακατανόητα» – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Προσπαθούσαν, βλέπετε, να περιγράψουν κάτι που φαίνεται να βρίσκεται έξω από την αντίληψή μας.

Και μάλλον βρίσκεται. Τείνω προς το συμπέρασμα ότι εντέλει περιγράφουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, ο οποίος είναι «ακατανόητος» για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και αυτός: το συγκεκριμένο ημισφαίριο δεν διαθέτει γλωσσικό κέντρο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μας περιγράψει την εμπειρία του με λέξεις. Αντίστροφα, οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν την εμπειρία του, η οποία παραμένει κατ’ ανάγκη άρρητη ή άφατη, ένας «μαγικός» κι «ακατανόητος» κόσμος. Η εμπειρία του είναι η διαίσθηση ή μια βαθιά αίσθηση για τα πράγματα:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_31.html

Σκοπεύω στη συνέχεια να παραθέσω ορισμένους πρόσθετους λόγους για τους οποίους δεν συνιστάται να περιορίζουμε την αντίληψή μας στα δεδομένα και τον τρόπο του αριστερού μας ημισφαιρίου, όσο θαυμαστός κι αν είναι. :)

6 Σεπ 2009

Μιλώντας για ψυχολογικές ανάγκες

Τις τελευταίες νύχτες ο γιος μου βλέπει εφιάλτες. Εκεί, γύρω στις 2.30 μετά τα μεσάνυχτα, κάθε νύχτα. Σηκώνομαι, τον ξυπνάω, του δίνω λίγο νερό και τον παίρνω αγκαλιά. Έτσι ξανακοιμάται ήσυχος. Μετά από κάμποση ώρα, φεύγω απ' το κρεβάτι του διακριτικά κι επιστρέφω στο δικό μου.

Εκεί πιάνω το σεντονάκι μου (χειμώνα-καλοκαίρι) και ξανατυλίγομαι απαλά. Αν κάνει πολύ ζέστη, τυλίγω μόνο τα πόδια ή μόνο το στήθος, πάντως κάπου επάνω μου θέλω να νιώθω το σεντονάκι.

Ο πατέρας μου, που ζει κοντά μας αλλά στον κάτω όροφο, θέλει κι εκείνος χειμώνα-καλοκαίρι να σκεπάζεται. Παλιότερα, επειδή φοβόμουν μήπως πάθει άθελά του θερμοπληξία το καλοκαίρι, τον μάλωνα γι' αυτή του τη συνήθεια.

Ο άντρας μου κοιμάται άκρη-άκρη στο κρεβάτι, κρατώντας με το ένα του χέρι τη γωνία του κομοδίνου. Και η κόρη μου, για να κοιμηθεί, πρέπει να ακουμπήσει όλη την πλάτη της στην πάντα - το προστατευτικό μαξιλάρι που τυλίγει το προσκέφαλο της κούνιας.

Σε όλους μας η αδήριτη ανάγκη για επαφή. Είναι απίστευτο το πόσο πολύ κανένας μας δεν θέλει να νιώθει - ούτε καν στον ύπνο ή ίσως ιδίως τότε - μόνος.

3 Σεπ 2009

Γιατί εδώ και τώρα;

Ας κάνουμε λοιπόν μια παρένθεση για δυο σχόλια. Γιατί άραγε έχει τόση μεγάλη σημασία να είμαστε επικεντρωμένοι στο «εδώ και τώρα»; Γιατί δεν μπορούμε απλά να ζούμε στον κόσμο που φτιάχνουμε μέσα στο κεφάλι μας, απολαμβάνοντας τις φαντασιώσεις μας και αναρριγώντας με τις αναμνήσεις που ακούραστα αναπαράγει το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας; Η απάντηση είναι φυσικά ότι μπορούμε. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε με την αντίληψή μας, να τη στρέψουμε πραγματικά κατά το δοκούν – κι αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό και συνάμα το πιο θαυμάσιο πράγμα απ’ όλα, αλλά ταυτόχρονα και το αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

Προς το παρόν, ας πούμε ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να προτιμούμε να ζούμε σε φανταστικούς κόσμους, παραβλέποντας αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, οι φανταστικοί μας κόσμοι είναι γεμάτοι ανύπαρκτα δεδομένα. Έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας που του αρέσει πολύ να φτιάχνει ιστορίες και περιμένει ειλικρινά ότι θα τις πιστέψουμε. Μας γεμίζει φοβίες για πράγματα που είναι στατιστικά απίθανο να συμβούν και που όμως φαντάζουν μέσα μας πολύ πιθανά, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα στην τσίτα. Ο φόβος που κατ’ αυτό τον τρόπο μας συντροφεύει κάθε στιγμή, μας κάνει να αμπαρωνόμαστε στον εαυτό μας και να χτίζουμε διάφορους ψυχολογικούς μηχανισμούς: «δεν έχω κανέναν ανάγκη» ή, αντίθετα, «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν» ή «κανείς δεν θέλει το καλό μου», με όλα όσα αυτές οι πεποιθήσεις συνεπάγονται.

Η κασέτα του πόνου είναι εξίσου δημοφιλής με την κασέτα του φόβου – και οι δύο παίζουν σχεδόν συνέχεια στο μυαλό μας. Με την πρώτη ευκαιρία, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι πληγές που επιμελώς κρατάμε νωπές μέσα μας με αποτέλεσμα, κάθε φορά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη συναισθηματικά κατάσταση, να μην αντιμετωπίζουμε τελικά αυτό που μας συμβαίνει εκείνη την ώρα, αλλά όλες τις προσβολές, τα πλήγματα κλπ. που έχουμε ποτέ δεχθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο στη ζωή μας. Κάθε άβολο περιστατικό που βιώνουμε ή ακόμη και μόνο η προσδοκία ότι θα συμβεί κάτι άβολο γίνεται αφορμή να αναδυθούν από μέσα μας οι συναισθηματικές αποσκευές μιας ζωής (ή ακόμη και αιώνων, αν πιστεύετε στη μετενσάρκωση). Η κασέτα του πόνου φέρνει πάλι γοργά στο προσκήνιο την κασέτα του φόβου (μήπως πονέσουμε). Και πάλι απ’ την αρχή.

Από μια άλλη πλευρά, πολύ συχνά μας συμβαίνει να βλέπουμε ανθρώπους (ειδικούς και μη) να υποστηρίζουν απόψεις που δεν στέκουν, χωρίς να τις πολυβασανίσουν, μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπουν τα στοιχεία (το εδώ και τώρα). Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν καν να τα δουν, γιατί το μυαλό τους είναι γεμάτο από τους διθυράμβους και τους επαίνους που περιμένουν ότι θα λάβουν για τις συγκεκριμένες τους απόψεις, οι οποίες μπορεί να είναι απλά δημοφιλείς ή να ακολουθούν ένα ισχυρό ρεύμα κ.ο.κ. Η συνιστώσα αυτή είναι πολύ επικίνδυνη, ιδίως όταν εμπλέκονται άτομα που επηρεάζουν την κοινή γνώμη όπως π.χ. πολιτικοί ή δημοσιογράφοι και άτομα που ευθύνονται για τις ζωές μας, όπως π.χ. γιατροί.

Σε μικρότερη κλίμακα, είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτό που αναλαμβάνουμε να κάνουμε, όσο μικρό ή ήσσονος σημασίας κι αν φαίνεται. Αυτό σημαίνει ότι για να το κάνουμε σωστά, πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι στο εδώ και τώρα. Δεν νοείται να παραποιούμε στοιχεία και την πραγματικότητα, μόνο και μόνο επειδή προσδοκούμε τον έπαινο ή έχουμε κολλήσει σε μια άποψη που εμείς μόνοι μας έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι στέκει. Και ασφαλώς δεν νοείται να καταφερόμαστε εναντίον άλλων μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνούν μαζί μας. Πίσω από τις απόψεις υπάρχουν άνθρωποι και εν τέλει όλο αυτό παράγεται από την άρνηση να δούμε αυτό που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας κι είναι πραγματικά κρίμα!

2 Σεπ 2009

Turn left

Το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου είναι εκείνο που παραλαμβάνει όλη την ενέργεια, όλες τις πληροφορίες για την παρούσα στιγμή και όλες τις πιθανότητες που αντιλαμβάνεται το δεξί ημισφαίριο και τις διαμορφώνει έτσι ώστε να είναι διαχειρίσιμες.

Είναι το μέσο που χρησιμοποιώ για να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο, είναι το κέντρο της γλώσσας, διαμέσου της οποίας το ίδιο μου μιλά ακατάπαυστα. Μιλώντας μου συνέχεια, το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου με κρατά ενήμερη για τη ζωή μου και μου υπενθυμίζει ποια είμαι. Είναι εξαιτίας του που μπορώ και λέω «εγώ» ή «είμαι».

Όσον αφορά την οργάνωση πληροφοριών, είναι ένα από τα καταπληκτικότερα εργαλεία του σύμπαντος. Κατηγοριοποιεί, ιεραρχεί, περιγράφει, ταξινομεί, κρίνει και αναλύει κυριολεκτικά τα πάντα. Συνεχώς αποτιμά και υπολογίζει. Συνεχώς δημιουργεί θεωρίες ή ενισχύει παλιές, εκλογικεύει και απομνημονεύει στοιχεία.

Από την άποψη του πράττειν, το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου είναι πολυπράγμον – λατρεύει να κάνει όσα περισσότερα πράγματα γίνεται ταυτόχρονα και χαίρεται όταν καταφέρνει να τακτοποιεί όσες περισσότερες εκκρεμότητες γίνεται. Σκέφτεται γραμμικά και γι’ αυτό μπορεί να κάνει μηχανικούς υπολογισμούς. Αντιλαμβάνεται μεμιάς τα κρυμμένα μοτίβα κι έτσι μπορεί να επεξεργάζεται μεγάλους όγκους πληροφοριών σε πολύ λίγο χρόνο.

Για όλα αυτά ευθύνεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Για παράδειγμα, ενώ το δεξί ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τα μακρότερα μήκη κύματος του φωτός, με αποτέλεσμα τα όρια ανάμεσα στα διαφορετικά πράγματα να αμβλύνονται και όλα να παρουσιάζονται αναμεμιγμένα μεταξύ τους και απαλά, το αριστερό ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τα βραχύτερα μήκη κύματος, με αποτέλεσμα τα όρια να αναδεικνύονται με ευκρίνεια. Το αποτέλεσμα στην πρώτη περίπτωση είναι μια αντίληψη του κόσμου ως ενότητας και στη δεύτερη ως συλλογής χωριστών, διακριτών αντικειμένων.

Κάπως έτσι.