Η γέννηση της κορούλας μου θα με αναγκάσει να απουσιάσω για λίγο καιρό... Θα επανέλθω όμως το συντομότερο, συνεχίζοντας τη ροή των σκέψεων και ιδέων που μοιραζόμαστε.
Χ.Λ.
18 Απρ 2008
8 Απρ 2008
Γιατί είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σε έναν καλό κόσμο;
Από την αρχή του blog, αυτό που προσπάθησα να μεταδώσω είναι η αίσθηση της ενότητας (ή μη χωριστικότητας) με τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο, ο οποίος είναι ένας κόσμος στην ουσία του καλός που όμως έχουμε μάθει να ανιχνεύουμε και να “διαβάζουμε” μέσα από πόλους αντιθέτων, γεγονός που δημιουργεί παρερμηνείες για τη φύση του και για τη δική μας.
Προσπάθησα λοιπόν να ανασκευάσω διάφορες “κοινές” ιδέες, όπως ότι ο κόσμος είναι κακός ή έστω ότι παραπαίει ανάμεσα στο υποτιθέμενο καλό-κακό με αμφίβολο ακόμη αποτέλεσμα, ότι υπάρχει μια αλήθεια η οποία μονίμως μας διαφεύγει μέχρις ότου αφυπνιστούμε σε κάποια άγνωστη μελλοντική ζωή και την κατακτήσουμε ή ότι είμαστε παιδιά κατώτερων θεών. Τέτοιου είδους ιδέες που αντανακλώνται σε αντίστοιχες στάσεις ζωής μάς πειθαναγκάζουν να θέτουμε την ίδια μας την ύπαρξη σε αμφιβολία, να αντιλαμβανόμαστε το σύμπαν ως κάτι το εχθρικό και να καταλαμβανόμαστε από φόβο, αναστέλλοντας επ' αόριστον την ανάπτυξη της συνειδητότητάς μας.
Για να πάψουμε να υμνούμε έναν απρόσιτο Θεό νιώθοντας απόβλητοι μέσα στον ίδιο μας τον κόσμο και χείριστοι των χειρίστων, εμείς που είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν, είναι απαραίτητο να πιστέψουμε και να νιώσουμε με το σύνολο της ύπαρξής μας ότι βρισκόμαστε σε έναν καλό κόσμο και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι αποτελούμε αδιάρρηκτη ενότητα με αυτόν.
Γιατί μέσα από αυτή την πίστη και αυτή την αίσθηση θα ανατείλει ένας νέος κόσμος, ένας κόσμος όπου τα “αντίθετα” δεν θα φαίνονται τόσο αντίθετα πια. Αυτός είναι ο μεταφυσικός χώρος. Από τη στιγμή που ενώνουμε τα αντίθετα, γινόμαστε πολίτες του. Όσο τα χωρίζουμε, είμαστε για πάντα κάτοικοι του φυσικού.
Και η ένωση των αντιθέτων επιτρέπει την αυθόρμητη επικοινωνία μεταξύ του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, μεταξύ των νόμων και των δυνάμεων που διέπουν όλες τις εκδηλώσεις. Ξαφνικά θα νιώθουμε ότι οι αποφάσεις μας λαμβάνονται και οι πράξεις μας πραγματοποιούνται πριν προλάβει να λειτουργήσει η τυπική λογική, ο κατώτερος δηλαδή νους μας. Θα βρεθούμε σε μια κατάσταση ειρήνης, πληρότητας, μακαριότητας, όπου το ίδιο μας το γίνεσθαι θα εκπληρώνεται με μια σοφία που μας διαφεύγει, αλλά στην οποία έχουμε απόλυτη πίστη.
Αυτή είναι η άφεση, η ενεργητική εγκατάλειψη.
Η άφεση είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε τα πάντα, να κάνουμε θαύματα. Μέσα από την εγκατάλειψη, την παράδοση αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως “ατομική” ή “προσωπική” δύναμή μας. Μέσα από την αδυναμία μας. Όλοι οι Νόμοι και οι Δυνάμεις της φύσης βρίσκονται μέσα μας. Χρειάζεται να τις αφήσουμε να αναδυθούν, να μας γεμίσουν, να μας κατακλύσουν. Τα μεγάλα έργα μόνο έτσι γίνονται. Τα μικρά έργα γίνονται με τη δύναμη του ανθρώπου. Τα μεγάλα με την αδυναμία του. Που δεν είναι αδυναμία, είναι Σοφία.
Μα για να φτάσουμε εκεί είναι απαραίτητο να αποκαταστήσουμε μέσα μας την αίσθηση της ασφάλειας που μπορεί ίσως να συνοψιστεί σε μια φράση σαν αυτή: “ας γίνει ό,τι είναι να γίνει, δεν φοβάμαι, ξέρω ότι ανήκω στο σύμπαν και ότι με προσέχει”, γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν φορές που το σύμπαν θα μας “προσέξει” με τρόπο που θα δυσκολευτούμε να καταλάβουμε και αγαπώντας το γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε...
Έτσι θα αναδυθεί μια καθολική αίσθηση του “ανήκειν” και θα εκπληρωθεί η βαθύτερή μας επιθυμία. Γιατί, στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που επιθυμεί ο άνθρωπος, το μόνο που εύχεται, είναι όχι να του ανήκουν τα πράγματα και οι άλλοι, αλλά να ανήκει ο ίδιος σε αυτά.
Και τότε θα υμνήσουμε τον Θεό και το Σύμπαν κάπως διαφορετικά: σαν άξια παιδιά Τους, σαν ζωντανά τμήματά Τους και δεν θα νιώσουμε ποτέ πια σαν χείριστοι των χειρίστων. Όχι μόνο αυτό, έχοντας κατακτήσει το πράσινο μιμίδιο, θα μπορούμε να διευρύνουμε τα όρια της συνείδησης και της ζωής περαιτέρω. Όταν η διεύρυνση της προσωπικής συνείδησης του εγώ φθάσει στο όριο της κοσμικής συνείδησης, στο όριο του “εκείνος”, όταν το “εγώ” ανοίξει μέχρι τα όρια του “εκείνος”, το γεγονός αυτό θα σημάνει τη συνάντηση του ανθρώπου με τον Δημιουργό του. Και τότε...
Προσπάθησα λοιπόν να ανασκευάσω διάφορες “κοινές” ιδέες, όπως ότι ο κόσμος είναι κακός ή έστω ότι παραπαίει ανάμεσα στο υποτιθέμενο καλό-κακό με αμφίβολο ακόμη αποτέλεσμα, ότι υπάρχει μια αλήθεια η οποία μονίμως μας διαφεύγει μέχρις ότου αφυπνιστούμε σε κάποια άγνωστη μελλοντική ζωή και την κατακτήσουμε ή ότι είμαστε παιδιά κατώτερων θεών. Τέτοιου είδους ιδέες που αντανακλώνται σε αντίστοιχες στάσεις ζωής μάς πειθαναγκάζουν να θέτουμε την ίδια μας την ύπαρξη σε αμφιβολία, να αντιλαμβανόμαστε το σύμπαν ως κάτι το εχθρικό και να καταλαμβανόμαστε από φόβο, αναστέλλοντας επ' αόριστον την ανάπτυξη της συνειδητότητάς μας.
Για να πάψουμε να υμνούμε έναν απρόσιτο Θεό νιώθοντας απόβλητοι μέσα στον ίδιο μας τον κόσμο και χείριστοι των χειρίστων, εμείς που είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν, είναι απαραίτητο να πιστέψουμε και να νιώσουμε με το σύνολο της ύπαρξής μας ότι βρισκόμαστε σε έναν καλό κόσμο και όχι μόνο αυτό, αλλά ότι αποτελούμε αδιάρρηκτη ενότητα με αυτόν.
Γιατί μέσα από αυτή την πίστη και αυτή την αίσθηση θα ανατείλει ένας νέος κόσμος, ένας κόσμος όπου τα “αντίθετα” δεν θα φαίνονται τόσο αντίθετα πια. Αυτός είναι ο μεταφυσικός χώρος. Από τη στιγμή που ενώνουμε τα αντίθετα, γινόμαστε πολίτες του. Όσο τα χωρίζουμε, είμαστε για πάντα κάτοικοι του φυσικού.
Και η ένωση των αντιθέτων επιτρέπει την αυθόρμητη επικοινωνία μεταξύ του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, μεταξύ των νόμων και των δυνάμεων που διέπουν όλες τις εκδηλώσεις. Ξαφνικά θα νιώθουμε ότι οι αποφάσεις μας λαμβάνονται και οι πράξεις μας πραγματοποιούνται πριν προλάβει να λειτουργήσει η τυπική λογική, ο κατώτερος δηλαδή νους μας. Θα βρεθούμε σε μια κατάσταση ειρήνης, πληρότητας, μακαριότητας, όπου το ίδιο μας το γίνεσθαι θα εκπληρώνεται με μια σοφία που μας διαφεύγει, αλλά στην οποία έχουμε απόλυτη πίστη.
Αυτή είναι η άφεση, η ενεργητική εγκατάλειψη.
Η άφεση είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε τα πάντα, να κάνουμε θαύματα. Μέσα από την εγκατάλειψη, την παράδοση αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως “ατομική” ή “προσωπική” δύναμή μας. Μέσα από την αδυναμία μας. Όλοι οι Νόμοι και οι Δυνάμεις της φύσης βρίσκονται μέσα μας. Χρειάζεται να τις αφήσουμε να αναδυθούν, να μας γεμίσουν, να μας κατακλύσουν. Τα μεγάλα έργα μόνο έτσι γίνονται. Τα μικρά έργα γίνονται με τη δύναμη του ανθρώπου. Τα μεγάλα με την αδυναμία του. Που δεν είναι αδυναμία, είναι Σοφία.
Μα για να φτάσουμε εκεί είναι απαραίτητο να αποκαταστήσουμε μέσα μας την αίσθηση της ασφάλειας που μπορεί ίσως να συνοψιστεί σε μια φράση σαν αυτή: “ας γίνει ό,τι είναι να γίνει, δεν φοβάμαι, ξέρω ότι ανήκω στο σύμπαν και ότι με προσέχει”, γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν φορές που το σύμπαν θα μας “προσέξει” με τρόπο που θα δυσκολευτούμε να καταλάβουμε και αγαπώντας το γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε...
Έτσι θα αναδυθεί μια καθολική αίσθηση του “ανήκειν” και θα εκπληρωθεί η βαθύτερή μας επιθυμία. Γιατί, στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που επιθυμεί ο άνθρωπος, το μόνο που εύχεται, είναι όχι να του ανήκουν τα πράγματα και οι άλλοι, αλλά να ανήκει ο ίδιος σε αυτά.
Και τότε θα υμνήσουμε τον Θεό και το Σύμπαν κάπως διαφορετικά: σαν άξια παιδιά Τους, σαν ζωντανά τμήματά Τους και δεν θα νιώσουμε ποτέ πια σαν χείριστοι των χειρίστων. Όχι μόνο αυτό, έχοντας κατακτήσει το πράσινο μιμίδιο, θα μπορούμε να διευρύνουμε τα όρια της συνείδησης και της ζωής περαιτέρω. Όταν η διεύρυνση της προσωπικής συνείδησης του εγώ φθάσει στο όριο της κοσμικής συνείδησης, στο όριο του “εκείνος”, όταν το “εγώ” ανοίξει μέχρι τα όρια του “εκείνος”, το γεγονός αυτό θα σημάνει τη συνάντηση του ανθρώπου με τον Δημιουργό του. Και τότε...
3 Απρ 2008
Χωρίς αρχή και τέλος
“Πού σταματάμε εμείς και πού αρχίζουν οι άλλοι μέσα σε τούτο το δωμάτιο;” ρώτησα, παίρνοντας τρυφερά το χέρι της.
Ούτε κι εγώ ήξερα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει το μυαλό και το πνεύμα, πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον, πού βρίσκονται τα όρια της γνώσης, της αναζήτησης και της αγάπης;
Αμέτρητες φορές είχαμε ευχηθεί να είχαμε περισσότερα σώματα! Μερικά ακόμη σώματα, για να ζούμε ταυτόχρονα μέσα τους. Θα πηγαίναμε να ζήσουμε ήρεμα, ολομόναχοι μέσα στην ερημιά, για να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει με ειρήνη, να εξημερώσουμε άγρια ζώα, να καλλιεργήσουμε τη γη και να ζήσουμε κοντά της, και την ίδια στιγμή θα είμαστε κάτοικοι της πόλης, θα συνωστιζόμαστε μέσα στα πλήθη, θα βλέπαμε ταινίες ή θα τις γυρίζαμε οι ίδιοι, θα παρακολουθούσαμε διαλέξεις ή θα τις δίναμε οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε περισσότερα σώματα για να συναντάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, και ταυτόχρονα να είμαστε μόνοι μαζί, για να χτίζουμε γεφύρια και καταφύγια, για να μαθαίνουμε όλες τις γλώσσες, να εκμεταλλευόμαστε όλες τις κλίσεις μας, να μελετάμε, να εφαρμόζουμε και να διδάσκουμε ό,τι ξέρουμε, να δουλεύουμε μέχρι να πέσουμε κάτω εξαντλημένοι.”
(Richard Bach, όπ.π.)
Ούτε κι εγώ ήξερα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει το μυαλό και το πνεύμα, πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον, πού βρίσκονται τα όρια της γνώσης, της αναζήτησης και της αγάπης;
Αμέτρητες φορές είχαμε ευχηθεί να είχαμε περισσότερα σώματα! Μερικά ακόμη σώματα, για να ζούμε ταυτόχρονα μέσα τους. Θα πηγαίναμε να ζήσουμε ήρεμα, ολομόναχοι μέσα στην ερημιά, για να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει με ειρήνη, να εξημερώσουμε άγρια ζώα, να καλλιεργήσουμε τη γη και να ζήσουμε κοντά της, και την ίδια στιγμή θα είμαστε κάτοικοι της πόλης, θα συνωστιζόμαστε μέσα στα πλήθη, θα βλέπαμε ταινίες ή θα τις γυρίζαμε οι ίδιοι, θα παρακολουθούσαμε διαλέξεις ή θα τις δίναμε οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε περισσότερα σώματα για να συναντάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, και ταυτόχρονα να είμαστε μόνοι μαζί, για να χτίζουμε γεφύρια και καταφύγια, για να μαθαίνουμε όλες τις γλώσσες, να εκμεταλλευόμαστε όλες τις κλίσεις μας, να μελετάμε, να εφαρμόζουμε και να διδάσκουμε ό,τι ξέρουμε, να δουλεύουμε μέχρι να πέσουμε κάτω εξαντλημένοι.”
(Richard Bach, όπ.π.)
Ένα
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες, στο πέρασμα του χρόνου, να εξηγηθεί το Ένα, αυτό που είναι η πραγματική ουσία της ύπαρξης και η υποκείμενη ουσία του ο,τιδήποτε υπάρχει.
Στον νεοπλατωνισμό, για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στις Εννεάδες του μας λέει ότι το Ον διαβαθμίζεται ως εξής: από το Εν στον Νου, μετά στην Ψυχή και τέλος στον εκδηλωμένο υλικό κόσμο. Μέσα σε αυτές τις τέσσερις υποστάσεις το Εν είναι το Κάτι (και όχι το Τίποτα) που δεν επιδέχεται κατηγορήματα γιατί απλούστατα όποιο χαρακτηρισμό κι αν του δώσουμε, όποια ιδιότητα κι αν του προσάψουμε, του προσδίδουμε διττότητα: τον πυρήνα του είναι και την ιδιότητα. Όμως το Εν δεν είναι διττό, από μια άποψη δεν είναι καν (με την κλασική έννοια). Ή καλύτερα είναι και δεν είναι. Είναι δυνατότητα, δεν είναι εκδήλωση. Είναι η δυνατότητα της ύπαρξης αλλά όχι η ύπαρξη (παρ' όλο που η ύπαρξη προέρχεται από αυτό). Είναι η δυνατότητα της εκδήλωσης αλλά όχι η εκδήλωση. Είναι η αιώνια μήτρα που περιέχει και γεννά όλα όσα αντιλαμβανόμαστε.
Ο Sri Aurobindo, από την άλλη, διαβαθμίζει το Ον ξεκινώντας από το Ένα (ή Εαυτό ή Πνεύμα) το οποίο ταυτίζεται με το μπράχμαν και περιέχει την απόλυτη ύπαρξη, την απόλυτη συνείδηση και την απόλυτη ευτυχία. Πέρα από αυτά τα τρία υπάρχει και μια τέταρτη αρχή, ο Υπερνούς, μια πολύπλοκη σύνθεση με πολλές επιστρώσεις (σκάντας) που δημιουργεί και κατοικεί τον εκδηλωμένο κόσμο. Ο κόσμος δημιουργείται από την ικανότητα του Υπερνού να συγκεντρώνεται στο ολοένα ειδικότερο, όπως εμείς διαβάζουμε πχ ένα βιβλίο: απορροφούμαστε τόσο από το βιβλίο, ώστε βγάζουμε από τη συνείδησή μας ο,τιδήποτε άλλο. Ο Υπερνούς ο οποίος περιλαμβάνει και απαρτίζεται από όλους τους ατομικούς νόες (αυτό που στην κοινή συνείδηση της Δύσης ονομάζουμε “ψυχή”) είναι που μετενσαρκώνεται, αυτός ο ένας είναι που ζει όλες τις ζωές, επιμερίζοντας την αθρόα εμπειρία έτσι ώστε να μην την προσλαμβάνει όλη απόλυτα και ταυτόχρονα, όπως στην κατάσταση του Ενός, αλλά ως ροή, ως γίγνεσθαι.
Η επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες, αρχίζει κι αυτή να μιλάει για την ενότητα του σύμπαντος και για τη μία πραγματική φύση που το διαπνέει. Οι επιστήμονες είπαν ότι το σύμπαν είναι νους, μια μεγάλη σκέψη. Ο Οπενχάιμερ το 1950 έλεγε: “Ο υλικός και πολύμορφος κόσμος είναι εδήλωση μιας μοναδικής και ουσιαστικής πνευματικής δύναμης, που δεν είναι υλική”. Πιο πρόσφατα, ένας άλλος μεγάλος φυσικός, ο Σαμάν είπε ότι κάθε σωματίδιο ύλης πρέπει να συνοδεύεται κατά κάποιο τρόπο από ένα σωματίδιο πνεύματος, αλλιώς η συμπεριφορά του δεν μπορεί να εξηγηθεί. Ο Κάπρα, ο Μπομ, ο Σταπ, ο Τρίπερ, ο Νικολέσκου, ο Βέτερ μεταξύ 1980 και 1985 έλεγαν ότι το σύμπαν είναι ένα τεράστιο πνεύμα που μοιάζει με ωκεανό φωτός. Ο Μπομ, ο Μπιτ και ο Σαρόν στα συγγράματά τους λένε πως είναι αδύνατο να ορίσουμε την αντικειμενική πραγματικότητα, αν για καθετί ορατό δεν λαμβάνουμε υπόψη κάτι αόρατο, αν μαζί με την ύλη δεν βάζουμε στον ορισμό και το πνεύμα. Κι ενώ εξακολουθούμε να διαχωρίζουμε μεταξύ της ύλης και του πνεύματος, θα πρέπει ωστόσο να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν αδιάσπαστα ενωμένα μεταξύ τους σε έναν και μόνο ζωντανό οργανισμό.
Στον νεοπλατωνισμό, για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στις Εννεάδες του μας λέει ότι το Ον διαβαθμίζεται ως εξής: από το Εν στον Νου, μετά στην Ψυχή και τέλος στον εκδηλωμένο υλικό κόσμο. Μέσα σε αυτές τις τέσσερις υποστάσεις το Εν είναι το Κάτι (και όχι το Τίποτα) που δεν επιδέχεται κατηγορήματα γιατί απλούστατα όποιο χαρακτηρισμό κι αν του δώσουμε, όποια ιδιότητα κι αν του προσάψουμε, του προσδίδουμε διττότητα: τον πυρήνα του είναι και την ιδιότητα. Όμως το Εν δεν είναι διττό, από μια άποψη δεν είναι καν (με την κλασική έννοια). Ή καλύτερα είναι και δεν είναι. Είναι δυνατότητα, δεν είναι εκδήλωση. Είναι η δυνατότητα της ύπαρξης αλλά όχι η ύπαρξη (παρ' όλο που η ύπαρξη προέρχεται από αυτό). Είναι η δυνατότητα της εκδήλωσης αλλά όχι η εκδήλωση. Είναι η αιώνια μήτρα που περιέχει και γεννά όλα όσα αντιλαμβανόμαστε.
Ο Sri Aurobindo, από την άλλη, διαβαθμίζει το Ον ξεκινώντας από το Ένα (ή Εαυτό ή Πνεύμα) το οποίο ταυτίζεται με το μπράχμαν και περιέχει την απόλυτη ύπαρξη, την απόλυτη συνείδηση και την απόλυτη ευτυχία. Πέρα από αυτά τα τρία υπάρχει και μια τέταρτη αρχή, ο Υπερνούς, μια πολύπλοκη σύνθεση με πολλές επιστρώσεις (σκάντας) που δημιουργεί και κατοικεί τον εκδηλωμένο κόσμο. Ο κόσμος δημιουργείται από την ικανότητα του Υπερνού να συγκεντρώνεται στο ολοένα ειδικότερο, όπως εμείς διαβάζουμε πχ ένα βιβλίο: απορροφούμαστε τόσο από το βιβλίο, ώστε βγάζουμε από τη συνείδησή μας ο,τιδήποτε άλλο. Ο Υπερνούς ο οποίος περιλαμβάνει και απαρτίζεται από όλους τους ατομικούς νόες (αυτό που στην κοινή συνείδηση της Δύσης ονομάζουμε “ψυχή”) είναι που μετενσαρκώνεται, αυτός ο ένας είναι που ζει όλες τις ζωές, επιμερίζοντας την αθρόα εμπειρία έτσι ώστε να μην την προσλαμβάνει όλη απόλυτα και ταυτόχρονα, όπως στην κατάσταση του Ενός, αλλά ως ροή, ως γίγνεσθαι.
Η επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες, αρχίζει κι αυτή να μιλάει για την ενότητα του σύμπαντος και για τη μία πραγματική φύση που το διαπνέει. Οι επιστήμονες είπαν ότι το σύμπαν είναι νους, μια μεγάλη σκέψη. Ο Οπενχάιμερ το 1950 έλεγε: “Ο υλικός και πολύμορφος κόσμος είναι εδήλωση μιας μοναδικής και ουσιαστικής πνευματικής δύναμης, που δεν είναι υλική”. Πιο πρόσφατα, ένας άλλος μεγάλος φυσικός, ο Σαμάν είπε ότι κάθε σωματίδιο ύλης πρέπει να συνοδεύεται κατά κάποιο τρόπο από ένα σωματίδιο πνεύματος, αλλιώς η συμπεριφορά του δεν μπορεί να εξηγηθεί. Ο Κάπρα, ο Μπομ, ο Σταπ, ο Τρίπερ, ο Νικολέσκου, ο Βέτερ μεταξύ 1980 και 1985 έλεγαν ότι το σύμπαν είναι ένα τεράστιο πνεύμα που μοιάζει με ωκεανό φωτός. Ο Μπομ, ο Μπιτ και ο Σαρόν στα συγγράματά τους λένε πως είναι αδύνατο να ορίσουμε την αντικειμενική πραγματικότητα, αν για καθετί ορατό δεν λαμβάνουμε υπόψη κάτι αόρατο, αν μαζί με την ύλη δεν βάζουμε στον ορισμό και το πνεύμα. Κι ενώ εξακολουθούμε να διαχωρίζουμε μεταξύ της ύλης και του πνεύματος, θα πρέπει ωστόσο να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν αδιάσπαστα ενωμένα μεταξύ τους σε έναν και μόνο ζωντανό οργανισμό.
1 Απρ 2008
Η γλώσσα του σύννεφου
Στη Δύση σήμερα η μετενσάρκωση έχει γίνει συνώνυμη της επιβίωσης της προσωπικότητας. Η μόνη απώλεια από ζωή σε ζωή φαίνεται να είναι η μνήμη: γεννιόμαστε χωρίς την ανάμνηση του ποιοι ή τι ήμασταν αλλά ίσως αν εξελιχθούμε αρκετά ή αν προσφύγουμε σε κάποιες μεθόδους (αναδρομή κτλ.) να καταφέρουμε να ανασυνθέσουμε την κατακερματισμένη μας εικόνα και να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, γιατί βαθιά μέσα μας ξέρουμε όλοι ότι είμαστε κάτι σπουδαίο και μοναδικό. Ίσως βέβαια να δυσκολευόμαστε να δεχθούμε ότι και ο διπλανός μας είναι κάτι εξίσου σπουδαίο και μοναδικό, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Για τους παλιούς βουδιστές και βεδδιστές η ιδέα της επιβίωσης της προσωπικότητας ήταν ανόητη. Εκείνοι έβλεπαν, όπως ο δικός μας Ηράκλειτος, την ενότητα και τη ροή, όχι τους κόμπους συνείδησης που συνθέτουν τα επιμέρους εγώ μας. Κι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον άλμα να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια, μέσα από τον δικό τους τρόπο, γιατί μπορεί μέσα από αυτόν τον τρόπο να ανακαλύψουμε έναν καλύτερο ορισμό του ποιοι πραγματικά είμαστε.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το μόνο που υπήρχε στο σύμπαν στη Μεγάλη Αρχή ήταν ένα ποτάμι, μια ροή νερού. Ας πούμε λοιπόν ότι το ποτάμι αυτό, υπέροχο και τέλειο μέσα στη ροή του, επιθυμούσε βαθιά να έχει μια διαφορετική εμπειρία, μια διαφορετική πρόσληψη Αυτού που Είναι. Το ποτάμι επιθυμούσε βαθιά να πετάξει. Πώς μπορεί όμως να πετάξει το νερό; Ήταν αδύνατον.
Τότε το ποτάμι βυθίστηκε στον διαλογισμό του και με τη θέρμη του πνευματικού ήλιου άρχισε να γίνεται κάτι παράξενο. Λίγο-λίγο το νερό του άρχιζε να γίνεται ανάλαφρο, πολύ ανάλαφρο και να υψώνεται αργά στον ουρανό. Ένα τμήμα του ποταμού μεταβαλλόταν σε σύννεφο.
Δεν υπάρχει νομίζω κανείς που να αμφισβητεί ότι τα σύννεφα είναι υπέροχα, τόσο όμορφα, τόσο δυναμικά που είναι. Αλλάζουν συνέχεια μορφές, φορτία, ύψη, φέρουν ευλογημένο νερό, καταστρεπτικό χαλάζι ή απαλό χιόνι, κάποια είναι μοναχικά ενώ άλλα ταξιδεύουν σε ομάδες... Τα σύννεφα μας μοιάζουν τόσο πολύ. Είναι όπως ο κόσμος των μορφών, είναι όπως εμείς μέσα σε αυτόν τον κόσμο.
Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιούνται, εξελίσσονται και πεθαίνουν, σε κάθε περίπτωση τα σύννεφα έχουν τη δική τους αλήθεια. Η αλήθεια τους δεν βρίσκεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο σχήμα τους, δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι είναι σύννεφα. Η αλήθεια κάθε σύννεφου είναι, και αναπόδραστα παραμένει, το νερό.
Έτσι κι εμείς, έχουμε τόσο συνηθίσει την όψη του σύννεφου που ξεχνάμε τη θεμελιώδη μας αλήθεια: δεν είμαστε σύννεφα, είμαστε νερό. Είμαστε μια μορφή που πήρε το νερό μέσα στη βαθιά λαχτάρα του να πετάξει.
Και είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε κάτι ακόμη. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, δεν ξέρουμε ποιο τμήμα του ποταμού έγινε σύννεφο ούτε ποιο τμήμα της βροχής που επέστρεψε στο ποτάμι προήλθε από ποιο σύννεφο. Δεν ξέρουμε επειδή δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο το μεγάλο ποτάμι στο σύμπαν, απ' όπου γεννιούνται και όπου επιστρέφουν όλα τα σύννεφα που έγιναν, γίνονται και θα γίνουν ποτέ. Καθένας μας, σαν σύννεφο, είναι η τέλεια προσπάθεια του νερού να έχει μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, αλλά καθένας μας είναι και πάντα θα είναι νερό.
Κι όπως το νερό στο ποτάμι δεν είναι στατικό αλλά μια συνεχής ροή, όπως κάθε σταγόνα νερού δεν έχει ονοματεπώνυμο ή ταυτότητα αλλά είναι ενιαία και αναπόσπαστη από το ποτάμι, έτσι κι εμείς δεν χρειαζόμαστε την ταυτότητά μας για να είμαστε. Η ταυτότητα, το εγώ μας είναι παραπλανητικό, είναι μια ψευδαίσθηση που μας δόθηκε σαν εργαλείο πλοήγησης σε αυτόν τον κόσμο, τίποτε περισσότερο.
Όταν όμως του δίνουμε μεγαλύτερη σημασία από αυτήν που πρέπει, τότε βιώνουμε τον χωρισμό από την αλήθεια μας και η αλήθεια μας δεν είναι μόνο ότι είμαστε νερό. Η αλήθεια μας είναι ότι είμαστε το ίδιο νερό με όλους τους υπόλοιπους. Και όπως είναι αδύνατο μέσα στη ροή του ποταμού να ξεχωρίσει κανείς μια σταγόνα από τις υπόλοιπες, έτσι είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Εντέλει, είμαστε όλοι μορφές ενός Εαυτού, είμαστε όλοι Ένα. Μπορούμε να το δούμε και αλλιώς: όλοι γύρω μας είναι μορφές του εαυτού μας, μορφές δικές μας. Η ατομική ύπαρξή μας διαχέεται σε όλους τους ανθρώπους που συναντάμε, που έχουμε συναντήσει ή θα συναντήσουμε ποτέ, σε όλους τους ανθρώπους που υπάρχουν, υπήρχαν και θα υπάρξουν, στο άπειρο. Όλοι οι άνθρωποι είναι εγώ, εγώ είμαι όλοι οι άνθρωποι.
(απόσπασμα από το άρθρο “Πώς μπορεί να πετάξει το νερό; Το εγώ, οι άλλοι και η περιπέτεια της μετενσάρκωσης” της Χριστίνας Λ. που δημοσιεύθηκε στο esoterica.gr και στο pathfinder).
Για τους παλιούς βουδιστές και βεδδιστές η ιδέα της επιβίωσης της προσωπικότητας ήταν ανόητη. Εκείνοι έβλεπαν, όπως ο δικός μας Ηράκλειτος, την ενότητα και τη ροή, όχι τους κόμπους συνείδησης που συνθέτουν τα επιμέρους εγώ μας. Κι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον άλμα να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια, μέσα από τον δικό τους τρόπο, γιατί μπορεί μέσα από αυτόν τον τρόπο να ανακαλύψουμε έναν καλύτερο ορισμό του ποιοι πραγματικά είμαστε.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το μόνο που υπήρχε στο σύμπαν στη Μεγάλη Αρχή ήταν ένα ποτάμι, μια ροή νερού. Ας πούμε λοιπόν ότι το ποτάμι αυτό, υπέροχο και τέλειο μέσα στη ροή του, επιθυμούσε βαθιά να έχει μια διαφορετική εμπειρία, μια διαφορετική πρόσληψη Αυτού που Είναι. Το ποτάμι επιθυμούσε βαθιά να πετάξει. Πώς μπορεί όμως να πετάξει το νερό; Ήταν αδύνατον.
Τότε το ποτάμι βυθίστηκε στον διαλογισμό του και με τη θέρμη του πνευματικού ήλιου άρχισε να γίνεται κάτι παράξενο. Λίγο-λίγο το νερό του άρχιζε να γίνεται ανάλαφρο, πολύ ανάλαφρο και να υψώνεται αργά στον ουρανό. Ένα τμήμα του ποταμού μεταβαλλόταν σε σύννεφο.
Δεν υπάρχει νομίζω κανείς που να αμφισβητεί ότι τα σύννεφα είναι υπέροχα, τόσο όμορφα, τόσο δυναμικά που είναι. Αλλάζουν συνέχεια μορφές, φορτία, ύψη, φέρουν ευλογημένο νερό, καταστρεπτικό χαλάζι ή απαλό χιόνι, κάποια είναι μοναχικά ενώ άλλα ταξιδεύουν σε ομάδες... Τα σύννεφα μας μοιάζουν τόσο πολύ. Είναι όπως ο κόσμος των μορφών, είναι όπως εμείς μέσα σε αυτόν τον κόσμο.
Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιούνται, εξελίσσονται και πεθαίνουν, σε κάθε περίπτωση τα σύννεφα έχουν τη δική τους αλήθεια. Η αλήθεια τους δεν βρίσκεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο σχήμα τους, δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι είναι σύννεφα. Η αλήθεια κάθε σύννεφου είναι, και αναπόδραστα παραμένει, το νερό.
Έτσι κι εμείς, έχουμε τόσο συνηθίσει την όψη του σύννεφου που ξεχνάμε τη θεμελιώδη μας αλήθεια: δεν είμαστε σύννεφα, είμαστε νερό. Είμαστε μια μορφή που πήρε το νερό μέσα στη βαθιά λαχτάρα του να πετάξει.
Και είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε κάτι ακόμη. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, δεν ξέρουμε ποιο τμήμα του ποταμού έγινε σύννεφο ούτε ποιο τμήμα της βροχής που επέστρεψε στο ποτάμι προήλθε από ποιο σύννεφο. Δεν ξέρουμε επειδή δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο το μεγάλο ποτάμι στο σύμπαν, απ' όπου γεννιούνται και όπου επιστρέφουν όλα τα σύννεφα που έγιναν, γίνονται και θα γίνουν ποτέ. Καθένας μας, σαν σύννεφο, είναι η τέλεια προσπάθεια του νερού να έχει μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, αλλά καθένας μας είναι και πάντα θα είναι νερό.
Κι όπως το νερό στο ποτάμι δεν είναι στατικό αλλά μια συνεχής ροή, όπως κάθε σταγόνα νερού δεν έχει ονοματεπώνυμο ή ταυτότητα αλλά είναι ενιαία και αναπόσπαστη από το ποτάμι, έτσι κι εμείς δεν χρειαζόμαστε την ταυτότητά μας για να είμαστε. Η ταυτότητα, το εγώ μας είναι παραπλανητικό, είναι μια ψευδαίσθηση που μας δόθηκε σαν εργαλείο πλοήγησης σε αυτόν τον κόσμο, τίποτε περισσότερο.
Όταν όμως του δίνουμε μεγαλύτερη σημασία από αυτήν που πρέπει, τότε βιώνουμε τον χωρισμό από την αλήθεια μας και η αλήθεια μας δεν είναι μόνο ότι είμαστε νερό. Η αλήθεια μας είναι ότι είμαστε το ίδιο νερό με όλους τους υπόλοιπους. Και όπως είναι αδύνατο μέσα στη ροή του ποταμού να ξεχωρίσει κανείς μια σταγόνα από τις υπόλοιπες, έτσι είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Εντέλει, είμαστε όλοι μορφές ενός Εαυτού, είμαστε όλοι Ένα. Μπορούμε να το δούμε και αλλιώς: όλοι γύρω μας είναι μορφές του εαυτού μας, μορφές δικές μας. Η ατομική ύπαρξή μας διαχέεται σε όλους τους ανθρώπους που συναντάμε, που έχουμε συναντήσει ή θα συναντήσουμε ποτέ, σε όλους τους ανθρώπους που υπάρχουν, υπήρχαν και θα υπάρξουν, στο άπειρο. Όλοι οι άνθρωποι είναι εγώ, εγώ είμαι όλοι οι άνθρωποι.
(απόσπασμα από το άρθρο “Πώς μπορεί να πετάξει το νερό; Το εγώ, οι άλλοι και η περιπέτεια της μετενσάρκωσης” της Χριστίνας Λ. που δημοσιεύθηκε στο esoterica.gr και στο pathfinder).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)