24 Μαρ 2011

Ο φόβος της αξιολόγησης

Βρέθηκα την περασμένη Δευτέρα, Ημέρα της Ποίησης, στον Ιανό για την παρουσίαση της συλλογής μιας ποιήτριας από την οποία είχα πάρει συνέντευξη για το λογοτεχνικό περιοδικό «Έρεισμα» πριν από λίγα χρόνια. Στο πάνελ συμμετείχαν δύο από τα μέλη της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και περίμενα εναγωνίως να ακούσω πώς θα παρουσίαζαν την ποιήτρια. Πίστευα ότι θ’ ακούσω κάτι διαφορετικό, αλλά όχι. Οι ίδιες πάντα λέξεις (αυτό το «ύψιστος» σε όλους τους τύπους μου έχει πια καθίσει στον λαιμό), οι ίδιες λίγο-πολύ εκφράσεις, εξαίρετη η ποιήτρια, εξαίρετοι όλοι πια οι ποιητές, έλεος!

Πάντοτε όσοι μιλούν ή γράφουν για μια λογοτεχνική παραγωγή βρίσκουν τους δημιουργούς της άριστους. Προς Θεού, δεν θέλω να πω ότι η συγκεκριμένη ποιήτρια δεν είναι καλή, αλλά – ειλικρινά – δεν γίνεται να είναι όλοι τέλειοι. Θα έπρεπε να ήμασταν πια ένα έθνος ποιητών ή λογοτεχνών, με τόση παραγωγή που φτάνει στα τυπογραφεία κάθε χρόνο. Και η αλήθεια είναι ότι ΔΕΝ είναι όλοι τέλειοι, αντιθέτως. Οι περισσότεροι πόρρω απέχουν απ’ οποιαδήποτε μορφή τελειότητας – κι ας είναι οι ίδιοι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους.

Αλλά, εντάξει. Οι άνθρωποι προσπαθούν και έχουν τα φράγκα και τυπώνουν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους. Αυτοί που κάνουν τις αξιολογήσεις όμως; Αυτοί δεν φέρουν ευθύνη, αν μη τι άλλο, για τα καημένα δεντράκια που κόπηκαν προκειμένου να γίνουν χαρτί και να τυπωθούν επάνω τους τέτοιες μετριότητες; Κι έπειτα είναι και οι αναγνώστες. Γιατί δηλαδή να γίνονται διαρκώς λιγότεροι, απουσία αν όχι εμπνευσμένων, καλών έστω, γραφών;

Είναι επειδή φοβόμαστε τόσο πολύ τις αξιολογήσεις. Όλοι μας, όλη η χώρα. Αν υπάρξει αξιολόγηση, θα πρέπει να υπάρξει και διαβάθμιση. Αν υπάρξει διαβάθμιση, θα πρέπει να αποδοθούν και ευθύνες. Κι αυτό το τελευταίο, κανείς δεν το θέλει. Προτιμάμε να επαναπαυόμαστε στις δάφνες της μετριότητάς μας και εναγωνίως, σχεδόν υστερικά, προσπαθούμε να τραβήξουμε προς τα κάτω ό,τι καλό τύχει και κάνει την εμφάνισή του στον ορίζοντα της μακαριότητάς μας, μην τυχόν μας χαλάσει τον ακριβοθώρητο μέσο όρο ή μάλλον διάμεσο (ο οποίος, για τους μη γνωρίζοντες στατιστική, είναι ο μέσος όρος των τιμών μας σειράς από την οποία έχει γίνει απαλοιφή των ακραίων – κατώτερων και ανώτερων – τιμών).

Διά της απαλοιφής λοιπόν ορίζονται πια οι στόχοι και ο πήχης έχει κατέβει στο μέσο όρο. Το βλέπουμε άλλωστε και στα σχολεία. Όλα τα παιδάκια του δημοτικού παίρνουν «άριστα» και το παιχνίδι κρίνεται στα θαυμαστικά: τρία, δύο ή μόνο ένα – αλλά ο κόλαφος είναι το ερωτηματικό («άριστα;»). Προς Θεού, μην δημιουργήσουμε ψυχολογικά τραύματα στα παιδιά. Και μην τραυματίσουμε την ήδη θρυμματισμένη αξιοπρέπεια των μεγάλων. Πώς θα συνεχίσουμε άλλωστε να παίρνουμε όλοι μαζί ανέφελοι τον μεσημεριανό μας υπνάκο;

6 σχόλια:

Χουλκ είπε...

Πολύ "μπουχτισμένη" σε βρίσκω.
Όχι άδικα φυσικά.
Τι κάνουμε όμως από κει και πέρα;
Δεν ξέρεις, πόσο με βασανίζει και μένα το ερώτημα.

Cleareaching είπε...

Έχεις δίκιο Χουλκ μου. Έχω μαζέψει πολύ θυμό - κυρίως επειδή δεν βλέπω πώς μπορεί να υπάρχει "από κει και πέρα". Δεν ξέρω τι δρόμος μπορεί να βρεθεί για να βγούμε απ' αυτό το αδιέξοδο. Και είναι πραγματικά κρίμα και για μας αλλά - κυρίως - για τα παιδιά μας.

libero είπε...

Μια εικόνα...

Cleareaching είπε...

Ωχ! Πολύ καλή εικόνα! Πάντα σε κάποιον πρέπει να φωνάζουμε, ε;

libero είπε...

Με τα "Άριστα" όμως, γλιτώνει τις φωνές και η δασκάλα και το παιδί, μέχρι το γυμνάσιο τουλάχιστον.

Δυστυχώς όμως τότε, θα είναι πλέον αργά. Το παιδί θα έχει διαμορφώσει ήδη χαρακτήρα, θα έχει συνηθίσει στην τεμπελιά αλλά θα 'χει και πολλά κενα, που θα φαίνονται βουνό ακόμα και στον πιο αισιόδοξο, για να τα συμπληρώσει.
Μπαίνει τότε και στην εφηβεία, αντιδράσεις, καβγάδες με τους γονείς και δεν συμμαζεύεται.

Έξι χρόνια στο ψέμα και την κοροϊδία, για μην δημιουργηθούν άκουσον-άκουσον, ψυχολογικά προβλήματα στο παιδί.

Cleareaching είπε...

Σε βαθμό μάλιστα που αναρωτιέται κανείς μήπως όλα αυτά είναι μέρος κάποιου σχεδίου να μείνουν οι νέοι αγράμματοι (και άρα χειραγωγήσιμοι) τελικά. Δηλαδή, ΟΚ, δεν μου αρέσουν οι συνομοσιολογίες, αλλά ήμαρτον πια!