12 Φεβ 2010
Πίσω στα βαριά
Αύριο φεύγουμε οικογενειακώς για τριήμερες διακοπές, "να αλλάξουμε παραστάσεις". Η αλλαγή παραστάσεων και εντυπώσεων είναι κάτι που επιζητεί ο εγκέφαλος και άρα η προσωπικότητα, αλλά δεν είναι καθόλου απαραίτητη για τη συνείδηση. Η συνείδηση είναι ο χώρος που αγκαλιάζει τα πάντα και που, όπως ο καθρέφτης, δεν έχει καμία προτίμηση ούτε ασκεί κριτική για το τι προβάλλεται μέσα της. Είναι πάντα η ίδια είτε μένω σπίτι μου, είτε πάω διακοπές, είτε διαλογίζομαι, είτε ακούω μπουζούκια, είτε διαβάζω φιλοσοφία. Το μόνο που ενδιαφέρει τη συνείδηση είναι να συμβαίνει η ζωή, να πραγματοποιείται, όποια μορφή, όποιο σχήμα κι αν παίρνει.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, το μεγάλο στοίχημα για την προσωπική εξέλιξη έχει - για μένα – αποσυνδεθεί από την "αυτοβελτίωση". Το μεγάλο στοίχημα έχει μετατοπιστεί στο πόσο ανοικτή, πόσο έτοιμη, πόσο διαθέσιμη είμαι για τη ζωή. Όχι η ζωή για μένα, αλλά εγώ για τη ζωή. Πόσο μπορεί να με χρησιμοποιήσει (την προσωπικότητά μου δηλαδή) για να εκδηλωθεί. Κι αυτό περιλαμβάνει "τα πάντα όλα", όπως είναι της μόδας να λένε, περιλαμβάνει και τα θετικά και τα αρνητικά. Περιλαμβάνει ενδεχομένως την ασθένεια, την καταστροφή, την κόλαση. Μόνο που όσο πιο διαθέσιμος, όσο πιο έτοιμος είναι κανείς να περάσει από την κόλαση, τόσο πιο λίγη κόλαση και πιο πολλή ειρήνη υπάρχει.
Το στοίχημα περιλαμβάνει μια κρίσιμη αντίληψη: ότι ο εαυτός μου βρίσκεται έξω από το κουτάκι της προσωπικότητάς μου. Πρακτικά, είναι η επίγνωση ότι δεν είμαι οι σκέψεις μου, τα συναισθήματά μου και οι αισθήσεις μου. Αμφισβητώ το ότι είμαι αυτά, αλλά όχι το ότι είναι παιδιά μου. Είναι γεννήματα του εγκεφάλου μου, του νευρικού μου συστήματος και των αισθητήριων οργάνων μου. Δεν είναι εγώ γιατί απλούστατα "εγώ" δεν μπορώ να τα ξεκινήσω και να τα σταματήσω κατά βούληση – ούτε και χρειάζεται όμως να κάνω κάτι τέτοιο.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαι το σπίτι τους, το σπίτι στο οποίο θα είναι πάντα καλοδεχούμενα. Χωρίς να ταυτίζομαι μαζί τους, χωρίς να τα επικρίνω, χωρίς να τα πιστεύω. Αγκαλιάζοντάς τα, απλά κι ευγενικά, με αγάπη. Αυτό είναι το νόημα του "αγαπώ τον εαυτό μου" – ότι δεν θέλω ούτε και προσπαθώ να τον αλλάξω, ότι τον αφήνω να συμβαίνει, έτσι όπως είναι. Όταν πάψω να προσπαθώ να τον αλλάξω, τότε είναι που δημιουργείται πραγματικά η δυνατότητα της αλλαγής, γιατί αποδέχομαι πως είμαι συνείδηση - ο απέραντος χώρος με τις άπειρες δυνατότητες. Απ' αυτή την άποψη, η "αυτοβελτίωση", καθώς και οι συναφείς μέθοδοι και τεχνικές είναι άσχετες και χωρίς πρακτική σημασία.
Κάθε διάθεση αλλαγής πηγάζει από την προσωπικότητα, όχι από τη συνείδηση. Για τη συνείδηση όλα είναι καλοδεχούμενα έτσι όπως είναι – δεν επιθυμεί να αλλάξει κάτι. Η προσωπικότητα, αντίθετα, κάνει κρίσεις ανάλογα με το τι της αρέσει, τι προτιμά, τι φοβάται κ.ο.κ. Αξιολογεί την κάθε στιγμή βασισμένη σε αυτά τα κριτήρια και παράγει μια αντίδραση. Με κάθε ερέθισμα που προσλαμβάνει, δημιουργεί σενάρια με διάφορες εκδοχές του τι συμβαίνει και του τι άλλο μπορεί να συμβεί εξαιτίας αυτού που συμβαίνει, όλες τυλιγμένες μέσα στο φόβο του αγνώστου. Κάθε νοητική εκδοχή ενισχύεται από ανάλογα συναισθήματα και δημιουργεί εσωτερικούς μηχανισμούς αντίδρασης – που πολύ σύντομα γίνονται αυτόματοι. Έτσι, καταλήγουμε να ζούμε την κάθε στιγμή σαν απειλή και όχι σαν δώρο.
Το γεγονός ότι, κατά πάγια τακτική, δεν αποδεχόμαστε αυτό που συμβαίνει καθώς και η συνακόλουθη διαρκής μας προσπάθεια να το φέρουμε στα μέτρα μας ώστε να μην αποτελεί απειλή, είναι που δημιουργούν τεχνηέντως απόσταση ανάμεσα σε εμάς και την πραγματικότητα και που μας εγκλωβίζουν στην αίσθηση ενός στενού εγώ το οποίο προσπαθούμε στη συνέχεια να περιφρουρήσουμε πάση θυσία.
Όμως η ζωή είναι αυτό ακριβώς, μια αέναη σειρά από αλλαγές, γεννήσεις και θανάτους, μέσα στους οποίους το λογισμικό, τα προγραμματάκια που τρέχουν στον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα του καθενός μας έχουν τελικά ελάχιστη σημασία.
Στη Μπαγκαβάτ Γκίτα, ο πολεμιστής Αρζούνα κάποια στιγμή απηυδεί να σκοτώνει εχθρούς κατά χιλιάδες και λέει στον Κρίσνα: "Δεν θέλω πια να σκοτώνω". Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Κρίσνα του απαντά: "Πήγαινε πίσω στο πεδίο της μάχης και συνέχισε να σκοτώνεις, μέχρι να κατανοήσεις πως δεν υπάρχει κανένας που σκοτώνεται και κανένας που σκοτώνει".
Μπορεί να φαίνεται σαν κοάν, όμως τελικά δεν είναι.
18 Ιαν 2010
Αναφορά στα κοάν
Όπως και να 'χει, η παραδοξότητα του κοάν τείνει να διεγείρει τον νου επί παρατεταμένο διάστημα μια και ο νους το στριφογυρίζει προσπαθώντας να "λύσει" το παράδοξό του ή να βρει μια απάντηση, κάπως σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του – μόνο που σ' αυτό το κυνήγι, ο νους προβάλλει όπως πραγματικά είναι, δηλ. σαν κάτι ξέχωρο από τη συνείδηση.
Τη στιγμή που αντιλαμβάνεται κανείς ότι νους και συνείδηση είναι κάτι ξεχωριστό, μπορεί να αντιληφθεί ότι ο πρώτος ταυτίζεται με την προσωπικότητα και η δεύτερη με την πραγματική του ουσία κι έτσι επιτυγχάνεται ο σκοπός του κοάν.
Η επίτευξη του σκοπού του κοάν δεν έχει να κάνει με την ερμηνεία του. Άλλωστε, όσες ερμηνείες κι αν δώσει κανείς σε ένα κοάν δε φαίνεται να μπορούν να εξαντλήσουν το νόημά του, επομένως είναι μάλλον απίθανο να υπάρχει μια και μοναδική, οριστική ερμηνεία.
Παραδείγματα κοάν:
- Δύο χέρια χτυπούν το ένα με το άλλο και παράγεται ένας ήχος. Ποιος είναι ο ήχος του ενός χεριού;
- Πώς μπορεί κανείς να εκφράσει την αλήθεια χωρίς ούτε ομιλία ούτε σιωπή;
- Αν πραγματικά αγαπώ τον εαυτό μου, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Αν θέλω να τον προφυλάξω, δεν πρέπει να τον προφυλάσσω.
- Δεν είναι ούτε η σημαία που κουνιέται ούτε ο άνεμος. Ο νους είναι.
8 Ιαν 2010
Κοάν
Αν χτυπήσω δυο φορές με το χέρι μου το τραπέζι, δεν έχω άλλη επιλογή από το να παραδεχτώ ότι αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα δύο χτυπήματα είναι χρόνος. Άρα χρόνος υπάρχει. Μόνο που υπάρχει επειδή έχω μνήμη του πρώτου χτυπήματος.
Όλα όσα κτίζονται μέσα μου, κτίζονται με βασικό δομικό υλικό τη μνήμη μου – κι επειδή η μνήμη είναι ελλιπής, μπορώ να αρχίσω να αμφισβητώ όλα όσα κτίζονται μέσα μου.
Τι μένει λοιπόν; Μόνο το τώρα. Ακόμα κι αν υπάρχει χρόνος, τελικά δεν έχει σημασία.
21 Δεκ 2009
Ζωή
Κι εγώ επίσης είμαι μέσα σου σαν μια απ' τις εμπειρίες σου. Τα λόγια μου, αφού τα γράψω, αιωρούνται ελεύθερα μέσα στη συνείδηση για να τα αναλάβεις εσύ, καθώς τα διαβάζεις. Αν μάλιστα μπορέσεις να διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές (που μπορείς), θα καταλάβεις και πώς νιώθω. Τότε έχεις συναίσθησή μου, σχεδόν όπως έχεις συναίσθηση του εαυτού σου. Δεν είναι άλλωστε αλήθεια πως ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορείς να με αντιληφθείς και να με γνωρίσεις είναι από το τι σου λέει ο εαυτός σου για μένα (οι συναισθήσεις σου, το ένστικτό σου); Ακόμη κι αν με ήξερες προσωπικά, έτσι θα με αντιλαμβανόσουν.
Εγώ μέσα σε σένα, εσύ μέσα σε μένα, όλοι μας κύκλοι που επικαλύπτονται – για να απομείνει τελικά τι; Ίσως μια συλλογική σπείρα μόνο, που μας απομένει να ελπίζουμε ότι είναι τουλάχιστον ανοδική.
17 Νοε 2009
Ποιος ρωτάει;
***
Δεν φαντάζομαι ότι η Γραφή του Θεού είναι κωδικοποιημένη στα στίγματα του δέρματος του ιαγουάρου, όπως λέει παρακάτω το διήγημα του Μπόρχες, γιατί αυτό που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει. Ποτέ ο Θεός δεν πήρε πένα ή μολύβι να γράψει κάτι με λέξεις – το να εκλάβουμε ως δείγμα γραφής την Πλάση είναι μία μεταφορά, δηλ. σχήμα λόγου κι όχι κυριολεξία. Η Αγία Γραφή γράφτηκε από ανθρώπους, το ίδιο και κάθε άλλη "θεϊκής" προέλευσης γραφή. Όσο με αφορά, τον Θεό δεν μπορώ να Τον διαβάσω.
Εδώ που τα λέμε ούτε να δω το πρόσωπό Του μπορώ. Οι αγιογραφίες είναι κι αυτές ανθρώπινα έργα κι αν εξαιρέσω κάποιες φευγαλέες εικόνες που έχω δει στους διαλογισμούς μου - γεννήματα του νου μου το πιθανότερο - δεν έχω δει άλλη εικόνα Του ποτέ. Εν τέλει έχει πρόσωπο, όπως διδάσκει η εκκλησία; Ή είναι απλά Πνεύμα, ενέργεια που διαπερνά τα πάντα; Και τότε, οι επιστήμονες που παρατηρούν τον κόσμο από την πιο μικροσκοπική έως την πιο μακροσκοπική κλίμακα γιατί δεν έχουν συναντήσει τη μορφή Του πουθενά; Πού είναι ο Θεός; Τι είναι;
«Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως ο Θεός είναι λέξη», έγραφε ο συγγραφέας του The “God” part of the brain. Κι είναι μια λέξη που υπάρχει σ' όλους τους πολιτισμούς του κόσμου - δεν υπάρχει ούτε μία γλώσσα που να μην την περιλαμβάνει. Αφού είναι λέξη είναι και έννοια, μιας κάθε λέξη έχει ένα σημαινόμενο, το νόημα δηλ. που υποδηλώνει και περιγράφει. Ο Θεός λοιπόν είναι τουλάχιστον έννοια και λέξη. Επομένως ανθρώπινο κατασκεύασμα;
«Απλά εγκεφαλικοί συνειρμοί», θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος. Και θα είχε δίκιο. Στο περιοδικό «Άβατον» που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα με τίτλο «Είναι ο Θεός νεκρός;». Στο ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίων και συγγραφείς. Μεταξύ αυτών και ο Γ. Πελέχρας, που διαπιστώνει: «Ο αγώνας επιχειρημάτων που διεξάγουν δύο άνθρωποι ή δύο πλευρές για το αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει είναι ένα παιχνίδι αυθαίρετων εγκεφαλικών συνειρμών του ίδιου επιπέδου. Λόγος και αντίλογος. Και οι δύο τρόποι είναι ΜΟΝΟ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ανάλογα με την εκπαίδευσή μας, τα τυχαία βιώματά μας και τους τυχαίους συνειρμούς της στιγμής, απαντούμε στην ερώτηση που τίθεται. Η απλή αλήθεια είναι ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε μια άλλη εποχή, με άλλη εκπαίδευση, θα απαντούσαμε τελείως διαφορετικά».
Και συνεχίζει: «Όταν δεν σκέφτομαι, όταν δεν ρωτώ ή δεν απαντώ, τι υπάρχει; Τι υπάρχει στη σιωπή μου; Πόση αξία έχει η εξωτερική ή η εσωτερική διαμάχη, όταν είναι μόνη της; Όταν σκέφτομαι αν υπάρχει Θεός ή όχι, όταν επιχειρηματολογώ αν η μια απάντηση ή η άλλη είναι σωστή, αυτό που βλέπω, αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, είναι ότι το μόνο που υπάρχει είναι οι σκέψεις μου. Τίποτε άλλο. Κάποιος μιλά, κάποιος σκέφτεται. Ο Θεός μου εν αγνοία μου είναι οι συνειρμοί και οι εικόνες που κουβαλώ μέσα μου για τον κόσμο και σε μια δεδομένη στιγμή, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, ξεδιπλώνονται. Εκεί που βρίσκεται το ενδιαφέρον μου, η καρδιά μου, ο θησαυρός μου, εκεί βρίσκεται και ο Θεός μου».
Επομένως ο Θεός, σε μια πρώτη ανάγνωση, υπάρχει σαν ένα σχήμα λόγου. Είναι η προσωποποίηση της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της δημιουργικής δύναμης που έχει και καταστρεπτική όψη. Επομένως, το πώς καθένας μας θεωρεί ότι είναι ή δεν είναι ο Θεός είναι το αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής και αυθαίρετης διαδικασίας.
Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε πως μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό, κάτι που δεν μεταβάλλεται μαζί με την αντίληψή μας για το ποιος και πώς είναι Εκείνος. Είναι αυτό το κάτι που μας κρατά ζωντανούς, ενώ μιλάμε και σκεφτόμαστε. Είναι το κάτι που προσπαθεί να ορίσει τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο μέσα μας. Είναι το κάτι που, όπως λέει ο Ρουμί, κοιτά μέσα από τα μάτια μας. Αυτό που αναρωτιέται αν υπάρχει θεός ή όχι. ΠΟΙΟΣ λοιπόν επιτέλους ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ;
Και στην περίπτωση αυτή, η αμηχανία σαν απάντηση είναι ίσως πιο χρήσιμη από μια εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον μας βγάζει από τη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας, όπως προτείνει, στο ίδιο ως άνω αφιέρωμα, η Μαρία Σταματιάδου: «στην κοσμική τους έκφραση, ο οπαδός μιας θρησκείας, ο αθεϊστής και ο αδιάφορος συναντούνται και αλληλεπικαλύπτονται στη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας», στο γεγονός δηλαδή ότι είναι περιχαρακωμένοι στον εαυτό, τα διανοήματα και τα ιδεολογήματά τους. Επειδή τελικά ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Θεό είναι να Τον βιώσει σαν Παρουσία μέσα στον εσωτερικό του χώρο – εάν δεν τον έχουν καταλάβει ολόκληρο οι προσωπικές του θεωρίες...
8 Οκτ 2009
Αναλύσεις
Η κεντρική ιδέα όλων των κειμένων που έχω αναρτήσει στο ίδιο πνεύμα είναι η εξής: η αίσθηση του προσώπου ή του "εγώ" πρέπει μάλλον να αντιμετωπίζεται ως ψευδαίσθηση. Όταν ταυτιζόμαστε μαζί της, χάνουμε όχι μόνο τη μεγαλύτερη εικόνα (όπως π.χ. θα υποστήριζε η Jill Bolte-Taylor διακρίνοντας μεταξύ αντίληψης αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου) αλλά και την πραγματική ουσία του ποιοι (ή τι) είμαστε.
Αυτό που επομένως υπονοεί ο Tathagata είναι πως η ουσία μας είναι κάτι άλλο από το πρόσωπο που συγκροτούμε, το πρόσωπο με το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο, τη συγκεκριμένη εμφάνιση, τον συγκεκριμένο σωματότυπο, τις συγκεκριμένες δεξιότητες και αδυναμίες, τις συγκεκριμένες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτά όλα είναι επιφαινόμενα, αλλά η ουσία μας όχι - η ουσία μας είναι κάτι το άυλο, είναι η συνείδηση.
Όμως η συνείδηση από μόνη της δεν έχει νόημα ύπαρξης. Για να αποκτήσει νόημα, η συνείδηση πρέπει να αποκτήσει ζωή. Για να αποκτήσει ζωή, πρέπει να προσωποποιηθεί σε δισεκατομμύρια πρόσωπα και μετά να παρακολουθήσει και να συλλέξει τις εμπειρίες που γεννούνται από την αλληλεπίδραση όλων αυτών των προσώπων.
Το σημείο αυτό είναι σημαντικό: η ουσία είναι μία και κοινή για όλους και είναι αιώνια, ενώ τα δισεκατομμύρια πρόσωπά της είναι πλαστά και εφήμερα.
(Θα μπορούσα να προσθέσω ότι ίσως κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να έχει ο εγκέφαλός μας δύο ημισφαίρια - ένα για τη μεγάλη, ενωτική εικόνα και ένα άλλο για την εξατομίκευση. Και θα μπορούσα επίσης να προσθέσω ότι φαίνεται σα να υπάρχει ένα ελάττωμα στο όλο σύστημα και αυτό το ελάττωμα είναι ότι η εξατομίκευση γίνεται πολύ πιστευτή έτσι όπως είναι στημένα όλα, και ότι δεν έχουμε ουσιαστικά άλλη επιλογή από το να εκλάβουμε το πρόσωπό μας ως πραγματικό. Αλλά αυτά είναι δική μου παρένθεση.)
Επιστρέφοντας στον Tathagata, αυτό που λέει είναι ότι για να γίνουμε ξανά η ουσία μας, πρέπει να αποποιηθούμε το πρόσωπό μας. Να γίνουμε συνείδηση. Πώς; Με το να μην παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά, γιατί ούτως ή άλλως δεν αφορούν εμάς προσωπικά, απλά συμβαίνουν επειδή πρέπει να συμβούν. Γι' αυτό λέει ότι "η χαρά είναι γενικά διαθέσιμη" και "ο πόνος δεν είναι δικός μας".
Όταν θεωρούμε κάτι "δικό μας", νιώθουμε την ανάγκη να το προστατεύσουμε και να το περιφρουρήσουμε, επικεντρωνόμαστε σ' αυτό, αποκλείουμε όλη την υπόλοιπη ζωή και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος προστασίας και περιχαράκωσης. Τον κύκλο αυτόν εντείνει ο τρόπος λειτουργίας της σκέψης μας (του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου μας συγκεκριμένα) που κάνει συνεχώς υποθέσεις για τα πράγματα αντλώντας στοιχεία από το παρελθόν και συμπληρώνοντάς τα με φανταστικές ιστορίες. Αν στη διαδικασία προσθέσουμε και τα εγγενή νοητικά σφάλματα/στρεβλώσεις, αντιλαμβανόμαστε ότι οι υποθέσεις που γεννά η σκέψη μας μάλλον πάσχουν.
Όπως και να 'χει, αν είμαστε ανοικτοί σε ο,τιδήποτε έρθει προς το μέρος μας χωρίς να το ενστερνιζόμαστε, παίρνοντας για τον εαυτό μας μια απρόσωπη διάσταση) τότε τα πάντα είναι στη διάθεσή μας επειδή ακριβώς δεν κρατάμε τίποτα για μας. Πρόκειται για ένα πεδίο άπειρων δυνατοτήτων.
Και η μόνη στιγμή στην οποία μπορούν να συμβούν όλα αυτά είναι αυτή εδώ η στιγμή, τώρα. Αυτήν εδώ τη στιγμή η ζωή, ακατανόητη και παντοδύναμη όπως ο Θεός, έρχεται σε μας να μας φιλήσει με τα αιτήματά της. Αντέχουμε να είμαστε διαθέσιμοι; Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής, νομίζω.
6 Οκτ 2009
Όχι τώρα!
Κι έπειτα, είναι η χαρά. Δεν είναι δική σου χαρά ή δική μου χαρά. Είναι απλώς χαρά διαθέσιμη για όλους.
Τη στιγμή που την κρατάμε για τον εαυτό μας, η πιο γλυκιά χαρά μετατρέπεται σε πικρία, γιατί με το να την κρατάμε την περιορίζουμε. Παίρνουμε την απεραντοσύνη της και προσπαθούμε να τη στριμώξουμε στα όριά μας και να την κάνουμε δική μας, αλλά τότε δεν είναι πια η ίδια. Μικραίνει και μετά εμείς γινόμαστε προστατευτικοί κι επιθετικοί ώστε να μη μπορέσει κανείς να μας πάρει τη χαρά μας, το μικρό κομμάτι της τούρτας που κραδαίνουμε στα χέρια. Και τελικά μένουμε να κρατάμε ένα ψιχουλάκι, αντί να είμαστε διαθέσιμοι για ολόκληρη την τούρτα.
Τη στιγμή που κρατάμε τη χαρά για τον εαυτό μας, την χάνουμε. Είναι παράδοξο: όταν δεν την κρατάμε, είναι πάντοτε διαθέσιμη, δίδεται. Χωρίς να είναι για μας. Και ποιος νοιάζεται που δεν είναι για μας; Εάν είναι εκεί και μπορεί να γίνει ροή μέσα στο σύστημά μου, γιατί χρειάζεται να την έχω στην κατοχή μου; Α, αυτός είναι ένας πολύ ώριμος τρόπος να ζει κανείς, το να αφήνει τη ζωή να τον ζει, αντί να αγωνίζεται συνέχεια να τη ζει εκείνος.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον πόνο. Δεν είναι δικός μας. Όπως και οι ψυχολογικοί μηχανισμοί-παγίδες, ούτε αυτοί είναι δικοί μας. Είναι λάθςο να σκεφτόμαστε ότι είναι. Ακόμα και ο πόνος δεν είναι για μας. Γιατί λοιπόν να θέλει κανείς να κρατά κάτι που δεν είναι δικό του; Για να το κρατήσει, χρειάζεται να πει "μου" και "δικό μου". Χωρίς αυτά δεν μπορεί να το κρατήσει. Χωρίς "εγώ" δεν νοείται κράτημα.
Έχετε ποτέ προσπαθήσει να επιτύχετε ολοκληρωτική άφεση; Είναι αδύνατον να συμβεί. Κανείς ποτέ δεν έχει καταφέρει να την πραγματοποιήσει. Για να αφήσει κάποιος κάτι πρέπει ακριβώς να υπάρχει κάποιος, ένα εγώ που αφήνει, οπότε για ποια άφεση μιλάμε; Το μόνο που συμβαίνει με όλη αυτή η προσπάθεια είναι να ενισχύεται το παιχνίδι.
Έπειτα, προσπαθείτε να μη σκέφτεστε: όμως έτσι το μόνο που κάνετε είναι να δυναμώνετε τη σκέψη. Προσπαθείτε να υπερβείτε τους ψυχολογικούς μηχανισμούς-παγίδες: όμως έτσι καταφέρνετε μόνο να τους δυναμώνετε. Η μεγαλύτερη παγίδα απ' όλες τις παγίδες είναι να προσπαθεί κανείς να απαλλαγεί από τις παγίδες.
Τι μένει να κάνετε λοιπόν; Μα, απολύτως ΤΙΠΟΤΑ. Χρειάζεται μόνο να είστε διαθέσιμοι, να επιτρέψετε σε τούτη εδώ τη στιγμή να σας φιλήσει. Όταν ένας αγαπημένος έρχεται στο σπίτι σας, είσαστε διαθέσιμοι να σας φιλήσει. Ίσως εκείνος σας φιλήσει, ίσως πάλι όχι, εσείς πάντως είστε διαθέσιμοι. Το φιλί αυτό είναι πραγματικά γλυκό, γιατί δεν έχει "εγώ" μέσα του. Αφήστε ο,τιδήποτε είναι εδώ τώρα να σας φιλήσει. Δεχτείτε τη ζωή χωρίς να κάνετε τίποτα. Απλά δεχτείτε ό,τι δίδεται.
Είμαστε τόσο απασχολημένοι να αγωνιζόμαστε να ζούμε τη ζωή που έχουμε ξεχάσει πώς είναι απλά να τη δεχόμαστε και να την αφήνουμε να μας ζει εκείνη. Να είμαστε άνευ όρων διαθέσιμοι γι' αυτή τη στιγμή, να μας έχει ολόκληρους δικούς της, αναγνωρίζοντάς την σαν τον αγαπημένο, ό,τι κι αν περιέχει. Αυτή εδώ η στιγμή. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο αγαπημένος που σε φιλάει. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο Θεός.
Από το βιβλίο "Given" του Florian Tathagata.
1 Ιουλ 2009
Παρατήρηση και άφεση;
Η συνείδηση δεν είναι ο παρατηρητής. Η συνείδηση πηγάζει από το Είναι, όχι από το τι κάνει κάποιος. Ο παρατηρητής είναι κάποιος που κάνει κάτι και αυτό φέρνει απόσταση και διαχωρισμό. Πιστεύουμε ότι η απόσταση που δημιουργείται μας προστατεύει – ότι αν παρατηρούμε τη ζωή αντί να τη ζούμε, δεν θα είναι τόσο έντονη, δεν θα γίνει αβάσταχτη. Όμως αυτό μας κοστίζει πολύ: απαιτεί όλη μας την ενέργεια και καταλήγουμε να νιώθουμε μόνοι, εξουθενωμένοι και να διαψευδόμαστε όλη την ώρα. Σπαταλάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να ελέγξουμε τα πάντα, πιστεύουμε ότι τίποτα δεν είναι όπως θα 'πρεπε, οπότε προσπαθούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο και – για δες! – αποτυγχάνουμε.
Είναι απλά μια συνήθεια, τίποτε παραπάνω. Ας βάλουμε αυτή τη συνήθεια στην άκρη. Ας κάνουμε την καρδιά μας ανοχύρωτη πόλη. Ας την αφήσουμε να πληγωθεί. Όσο πιο πολύ πληγώνεται, τόσο πιο πολύ μαθαίνει να αγαπά και τόσο πιο πολύ γεμίζει από συμπόνια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ζούμε τη ζωή σαν να ήταν προσωπικό μας ζήτημα. Σημαίνει μάλλον ότι την αφήνουμε να μας ζήσει εκείνη εδώ και τώρα, με τους δικούς της όρους, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι η καρδιά μας θα πληγωθεί. Είναι επειδή θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή με τους δικούς μας όρους που γεμίζουμε στρες και εξουθενωνόμαστε, έχοντας μονάχα λίγες αναλαμπές ευτυχίας και ικανοποίησης. Εάν εμφανιστούν σκέψεις στον νου μας, ας μην τις κάνουμε δικές μας σκέψεις. Εάν εμφανιστούν συναισθήματα, ας μην τα κάνουμε δικά μας. Η συνείδηση βλέπει τα πράγματα να έρχονται και να φεύγουν αλλά δεν κρατά τίποτα για την ίδια. Αυτή η συνείδηση είναι η αλήθεια του ποιοι είμαστε.
Και δεν έχει να κάνει με την άφεση, ή μάλλον είναι ένα βήμα παραπέρα. Η άφεση προϋποθέτει κάποιον αφέτη, κάποιον που παραδίδει και παραδίδεται. Η πρόσκληση είναι να γίνουμε κανένας, να μη χρειάζεται να δώσουμε ή να πάρουμε τίποτα, προπαντός να μην κάνουμε τίποτα. Εάν η εμπειρία της στιγμής μπορεί να μας έχει ολόκληρους, αν μπορούμε να είμαστε ολόκληροι διαθέσιμοι στην εμπειρία της στιγμής, τότε είναι που η ζωή αναλαμβάνει. Δεν υπάρχει τίποτε απολύτως να κάνουμε πια και αυτή είναι η χωρίς όρους διαθεσιμότητα ως προς τη στιγμή, ως προς τη ζωή. Τότε μπορεί η ζωή να μας κατακτήσει. Κι εκείνη πολύ απαλά αφαιρεί οποιαδήποτε αίσθηση του εγώ απομένει και την αντικαθιστά με το περιεχόμενό της. Είναι μια πολύ απαλή κι ευγενική διαδικασία.
28 Ιουν 2009
Δε με νοιάζει
Αν δεν μπορείς να είσαι χώρος για τον σύντροφο και τα παιδιά σου, αν δεν μπορείς να γίνεις ο χώρος για κάθε σου εμπειρία, τότε σίγουρα το μόνο για το οποίο νοιάζεσαι είναι ο εαυτός σου.
Κι όμως, το άτομο που πιστεύεις πως είσαι δεν υπήρξε στ’ αλήθεια ποτέ. Ήταν απλά μια ψευδαίσθηση που δημιούργησε η κίνηση της προσοχής από τη συνείδηση προς την εμπειρία.
Ξέρω πως σε σοκάρει, όμως δεν με ενδιαφέρει να πω κάτι που θα σε κάνει να νιώσεις όμορφα. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μάθεις να ακούς αυτό που ξέρεις ότι είναι αλήθεια χωρίς να νοιάζεσαι για το πώς νιώθεις γι’ αυτό. Γιατί αυτό είναι ελευθερία.
18 Ιουν 2009
Σκληρότητα κι αντοχές
Το θέμα δεν είναι να αντέξουμε ή τι αντέχουμε. Το θέμα είναι να επιτρέψουμε στην εμπειρία αυτής εδώ της στιγμής (και κάθε άλλης) να είναι παρούσα απαλά, πολύ απαλά. Δεν είναι ότι θα αλλάξει η εμπειρία αυτή καθεαυτή μέσα από τη στάση μας, όμως θα αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα κι εκεί είναι όλο το παιχνίδι. Να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να είναι παρόντες αυτήν εδώ τη στιγμή, χωρίς να προσπαθούμε να την αποφύγουμε, χωρίς να προσπαθούμε να δραπετεύσουμε. Γιατί κάθε προσπάθεια αποφυγής θα μας πάει απλά σε ένα άλλο σημείο από το οποίο επίσης θα θέλουμε να δραπετεύσουμε και ούτω καθεξής χωρίς τέλος. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από την πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τη ζωή. Όπου και να πάμε κουβαλάμε ολόκληρο το είναι μας, την ολότητά μας. Κι αυτό είναι το σπουδαίο.
Το να μη θέλει κανείς να είναι παρόν στην πραγματικότητα είναι μεγάλη παγίδα για τους πνευματικούς αναζητητές που προσπαθούν με χίλια μέσα να βρεθούν σε άλλες διαστάσεις, να ανοίξουν πύλες, να βάλουν ασπίδες, κ.ο.κ. Συνιστά πίστη στην υπόσχεση ότι "εκεί" είναι καλύτερα από "εδώ". Η προσπάθεια αποφυγής σκέψεων, συναισθημάτων ή αισθήσεων μεταφράζεται ως "δεν θέλω να είμαι στο σώμα μου". Όμως το σώμα μας δεν είναι φυλακή: φυλακή είναι η επιθυμία μας να βγούμε από αυτό. Το σώμα μας είναι ένα εκπληκτικό δώρο, το δώρο που μας επιτρέπει να είμαστε εδώ, τώρα. Ο νους μας μπορεί να ταξιδεύει αλλού, τα συναισθήματά μας να κατευθύνονται προς άλλα άτομα και προσανατολισμούς, όμως το σώμα όχι. Το μόνο που μπορεί να κάνει το σώμα είναι να βρίσκεται εδώ, τώρα και για όσο διάστημα ο Θεός θέλει.
Και μια και είπα για πνευματικούς αναζητητές. Το να είναι κανείς "πνευματικός αναζητητής" είναι διαφορετικό από το να είναι αφυπνισμένος. Ο "πνευματικός αναζητητής" είναι άλλη μια ταυτότητα ή μια μάσκα και, όπως όλες οι ταυτότητες και οι μάσκες, χρησιμεύει σε ένα και μόνο πράγμα: να προστατέψει την καρδιά μας ώστε να μην πληγωθεί. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αποφεύγουμε να ζούμε απαλά, να ζούμε τη στιγμή, να ζούμε ουσιαστικά γυμνοί, επιτρέποντας στη Ζωή και τη Συνείδηση να μας χρησιμοποιούν κατά το θέλημά Τους. Το να ζει κανείς γυμνός σημαίνει ότι ζει ανοικτός σε αυτό που του δίνεται, χωρίς να το περιενδύει με ερμηνείες, χωρίς π.χ. να βάζει στην πραγματικότητά του την ετικέτα του πνευματικού αναζητητή ή κάποια άλλη.
Όμως μόνο όταν πάψουμε να προστατεύουμε την καρδιά μας για να μην πληγωθεί μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ανοίξει, ότι θα ανοίξουμε την ύπαρξή μας σε ο,τιδήποτε μέσα μας ή έξω από μας και θα του επιτρέψουμε απλά και απαλά να είναι αυτό που είναι. Όχι ότι κάνουμε εμείς κάτι για να ανοίξουμε την καρδιά μας: η καρδιά ανοίγει μόνη της όταν πληγώνεται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Απαλά, λοιπόν, ας πάψουμε να την προστατεύουμε. Ας πάψουμε να συσσωρεύουμε σκληρότητα μέσα μας για να την προστατέψουμε. Πώς μπορεί η καρδιά να ανοίξει μέσα σε τόση σκληρότητα; Απλά, δεν μπορεί.
10 Ιουν 2009
No change
Ο πιο ασφαλής τρόπος, κατά τη γνώμη μου, είναι να βλέπω το μηχανισμό του νου μου και να μην τον πιστεύω: έτσι απαλλάσσομαι από αυτόν και ελευθερώνομαι. Ο τρόπος αυτός μου δίνει την ευκαιρία να είμαι πάντα ζωντανή μέσα μου, αθώα, χωρίς να με βαραίνει το φορτίο του παρελθόντος, το φορτίο των αναμνήσεων και των ερμηνειών που προσκολλώ στις εμπειρίες.
Πρακτικά αυτός ο τρόπος συνεπάγεται ότι παύω να επιθυμώ να αλλάξω την εμπειρία μου, το παρόν μου ή κάποιο πρόσωπο στο κοντινό μου περιβάλλον. Είναι δύσκολο, το ξέρω. Είναι δύσκολο γιατί έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε σε μια ανυπόστατη υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον και να πασχίζουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Κι αυτή η συνήθεια μάς έχει γίνει τρόπος ζωής.
Κι όμως, αυτή εδώ η στιγμή, τώρα, εμπεριέχει ολόκληρο το Θείο που μπορούμε να αντιληφθούμε. Εδώ, τώρα, όχι αύριο, όχι κάποτε άλλοτε, κάπου αλλού. Ακριβώς έτσι όπως είμαστε.
Ας επιτρέψουμε λοιπόν στα πράγματα να είναι αυτό που είναι. Έχουμε συνηθίσει να αντιστεκόμαστε στη στιγμή, να μη θέλουμε να τη βιώσουμε όπως είναι. Και την ονομάζουμε πόνο ή ίσως «νιώθω τόσο όμορφα», αλλά όλα αυτά είναι ερμηνείες. Ερμηνεύουμε τις αισθήσεις που νιώθουμε γιατί θέλουμε να έχουμε τον έλεγχο, να πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι συμβαίνει. Και προσπαθούμε τόσο σκληρά να αποφύγουμε αυτό που νομίζουμε ότι συμβαίνει, αυτό που έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι συμβαίνει, που ο,τιδήποτε (φαγητό, ποτό, κάπνισμα, διάβασμα, διαλογισμός, σεξ,…) μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν προμετωπίδα για να το αποφύγουμε. Τι κρίμα, όταν θα μπορούσαμε να τα απολαμβάνουμε γι’ αυτό που είναι!
Όχι ότι είναι λάθος ή κάτι κακό η προσπάθεια να αποφύγουμε την πραγματικότητα, μόνο ότι το τίμημά της είναι πολύ ακριβό…
31 Μαΐ 2009
Το ευ διαλογίζεσθαι
Συχνά νιώθω να πιέζω τον εαυτό μου ότι «πρέπει» να βρίσκομαι σε αρμονία με το σύμπαν ή σε ειρήνη. Είναι προφανώς κάποιος υποσυνείδητος μηχανισμός μου που τίθεται σε λειτουργία. Το αναγνωρίζω και, αντί να πιστέψω αυτά που μου λένε οι σκέψεις μου και να αρχίσω να αγχώνομαι και να πιέζομαι, απλά αφήνομαι να νιώσω πώς καταγράφεται η πίεση αυτή στο σώμα μου: αν κάτι σφίγγεται, αν κάτι αναστατώνεται. Τη νιώθω, χωρίς να έχω πρόθεση να την αλλάξω. Απλά την αγκαλιάζω. Και μετά αφήνω την προσοχή μου να συμπεριλάβει ολόκληρο το σώμα στη συνείδηση, απαλά, πολύ απαλά, όπως ακριβώς έγραψα στο σχόλιό μου. Σαν ένας γονιός που κρατά στην αγκαλιά του το 3χρονο παιδάκι του. Αντιλαμβάνομαι όλες τις αισθήσεις που συμβαίνουν στο σώμα μου αυτή τη στιγμή – κι αυτό γιατί είναι η επικέντρωση σε μία μόνο αίσθηση, σε ένα μόνο αίσθημα και η προσπάθεια να το ερμηνεύσουμε, να το χειριστούμε ή να το αποφύγουμε που δημιουργεί την αίσθηση του προσώπου και της αποκοπής από την απρόσωπη συνείδηση.
Είναι βέβαιο ότι, αν αντισταθώ στην πίεση, το μόνο που θα καταφέρω είναι να την κάνω πιο δυνατή. Απλά λοιπόν αποδέχομαι την πίεση σαν μία από τις πάμπολλες αισθήσεις που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή.
Και ξέρετε τι συμβαίνει τότε; Είναι αστείο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζω να ΠΡΟΣΠΑΘΩ να νιώσω κάτι άλλο. Και τότε είναι που συνειδητοποιώ ότι κι αυτός είναι ένας μηχανισμός που προσπαθεί να αποκτήσει τον έλεγχο της εμπειρίας μου. Το «προσπαθώ» δεν είναι το ίδιο με το «είμαι» ή «νιώθω» κάτι άλλο. Το να είμαι κάτι άλλο δεν περιέχει καμιά απολύτως προσπάθεια: ΑΠΛΑ ΕΙΜΑΙ.
Και μόλις το αντιλαμβάνομαι, στρέφω ξανά την προσοχή στο σώμα μου, ώστε να συμπεριλάβει όλα όσα του συμβαίνουν, απαλά, πολύ απαλά. Και μετά, χαμηλόφωνα (το μυστικό είναι: χαμηλόφωνα) κάνω την ερώτηση: «ποιος είναι που έχει συνείδηση όλων αυτών που μου συμβαίνουν;». Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η ερώτηση έχει τρομερή δύναμη. Μόλις την κάνω, η προσοχή συγχωνεύεται με τη συνείδηση και αρχίζω να διευρύνομαι τόσο πολύ που νιώθω σα να χωράω το σύμπαν ολόκληρο.
Και μετά προσέχω πολύ. Προσέχω να μην κρατήσω καμία ανάμνηση αυτού που έγινε, να το αφήσω να φύγει, για να το ξαναβρώ έτσι φρέσκο, έτσι ατόφιο, έτσι καινούριο, κάθε φορά. Δεν είναι μέθοδος, δεν είναι φιλοσοφία, δεν είναι διδασκαλία ούτε πρέπει να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο γιατί τότε απλούστατα δεν θα είναι αυτό που είναι: το ΕΙΝΑΙ το ίδιο…
18 Μαΐ 2009
Ένα ξανά
Είμαι εγώ αλλά ταυτόχρονα δεν είμαι, είμαι η ζωή η ίδια, ένα ον λουσμένο ενέργεια και καμωμένο από ενέργεια το ίδιο, ένα ον ασύλληπτο, όμορφο, ακατανόητο που μπορεί να αγκαλιάσει όλο τον κόσμο σε μια έκρηξη σκέψεων, συναισθημάτων και ενστίκτων. Είμαι εγώ αλλά είμαι κι εσύ και όλος ο κόσμος. Κι αφού είμαι τα πάντα και μπορώ να το δω και μπορώ να δω ακόμη πως ο καθένας μας είναι τα πάντα, δεν έχω πια να πω τίποτα. Έχουν ειπωθεί όλα - κι αν δεν έχουν, θα ειπωθούν σίγουρα μέσα στα επόμενα χρόνια.
Ούτε έχω πια κανέναν λόγο να προσπαθώ να είμαι κάτι άλλο από τον πιο συνηθισμένο άνθρωπο του κόσμου που το πρωί αφήνει το παιδί του στο σχολείο, παίρνει το μετρό και πηγαίνει στη δουλειά του εκτελώντας έναν μικρό χορό που επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Μπορώ και μετράω τον χρόνο με τους μικρούς καθημερινούς μου χορούς ή με τις αγκαλιές και τα φιλιά των παιδιών μου, όμως μπορώ ταυτόχρονα και να γλιστρήσω μαζί του μέχρι την αιωνιότητα. Και ξέρω πως ένα βράδυ θα πέσω για ύπνο και θα ξυπνήσω κάπου αλλού, με μια άλλη συνείδηση, μια άλλη οντότητα, γεμάτη από φως…
Την αγάπη μου σε όλους, σας ευχαριστώ που με συντροφεύετε.
9 Οκτ 2008
Ακολουθώντας τη ροή
Είναι σαφές ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει "τα πάντα". Μπορεί σίγουρα να κάνει πολλά, εφόσον θέλει και ταυτόχρονα εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μπορεί να κάνει ακόμη περισσότερα όταν έχει επίγνωση της τρέχουσας συγκυρίας έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, με άλλα λόγια, όταν ακολουθεί τη ροή. Το να μπορούμε να ακολουθούμε τη ροή σημαίνει ότι κοιτάμε τον εαυτό μας στα μάτια, τώρα, όπως ακριβώς είναι και ότι τον αποδεχόμαστε. Σημαίνει ότι τον αγαπάμε αρκετά ώστε να κάνουμε κάτι ουσιαστικό για κείνον. Σημαίνει ότι δεν σπαταλάμε τον χρόνο του δραπετεύοντας σε μνήμες και φανταστικά μέρη.
Δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν. Υπάρχουν δυνάμεις απείρως μεγαλύτερες από μας που διαφεντεύουν τη ζωή μας είτε το θέλουμε είτε όχι – και δεν αναφέρομαι σε μεταφυσικές δυνάμεις κατ' ανάγκην, αλλά σε απλά πράγματα όπως η βαρύτητα ή ο ηλεκτρομαγνητισμός. Επειδή ακριβώς υποτασσόμαστε σε τέτοιες δυνάμεις, αναπόφευκτα υποτασσόμαστε και στο δυναμικό πλέγμα που αυτές συνθέτουν, στη συμπαντική ροή που από ένστικτο γνωρίζουμε προς τα πού κατευθύνεται. Για να συντονιστούμε μαζί της απαιτείται απλά να αποτινάξουμε την ψευδή ανάγκη να "έχουμε τον έλεγχο" των πραγμάτων (ψευδή, αφού τις περισσότερες φορές δεν έχουμε καν τον έλεγχο του εαυτού μας). Το να παραδώσουμε τον έλεγχο στις δυνάμεις που μας διαπερνούν, μας κάνει ένα με τον κόσμο που μας περιβάλλει και ακόμη μας κάνει να νιώθουμε ότι ανήκουμε. Αυτό από μόνο του είναι ανακούφιση και παρηγοριά γιατί ικανοποιεί τη βασική υπαρξιακή μας ανάγκη που είναι ακριβώς το ανήκειν.
11 Σεπ 2008
Ουδέτερη διάθεση
Στην ελληνική γλώσσα, πέρα από τα ενεργητικά και τα παθητικά ρήματα, έχουμε και τα μέσα, καθώς και τα ουδέτερα. Στα ουδέτερα ρήματα ή ρήματα που έχουν ουδέτερη διάθεση, το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε δέχεται ενέργεια από άλλον παρά βρίσκεται σε μια κατάσταση. Παραδείγματα ουδέτερων ρημάτων είναι τα: φοβάμαι, θυμώνω, αισθάνομαι, κοιμάμαι, καθώς και τα απρόσωπα βρέχει, χιονίζει, φυσάει, κ.ο.κ.
Όταν θυμώνω, ο θυμός αναδύεται στον ορίζοντα της εμπειρίας μου. Είναι μια κατάσταση που μου συμβαίνει. Μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε μια άλλη κατάσταση, σε απόγνωση ή λύσσα, μπορεί να εκτονωθεί ή να στραφεί εντέλει εναντίον μου. Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στον εσωτερικό χώρο που έχουμε μάθει να αποκαλούμε ψυχή. Τα συναισθήματα μάς συμβαίνουν, προκαλούνται από εξωτερικά ερεθίσματα ως αντίδραση σε αυτά και μετά από λίγο αλλάζουν ή χάνονται. Είναι όπως σε ένα τοπίο. Το τοπίο μοιάζει να αλλάζει καθώς ξημερώνει, σουρουπώνει ή βραδιάζει, όταν βρέχει, όταν φυσάει, όταν χιονίζει, όταν έρχεται η άνοιξη, όταν έρχεται καταιγίδα. Το τοπίο ωστόσο παραμένει το ίδιο, πέρα από το τι φαίνεται να του συμβαίνει. Τα συναισθήματά μας είναι όπως η βροχή ή όλα αυτά τα φαινόμενα. Εμείς όμως δεν είμαστε μόνο αυτά, γιατί είμαστε πρωτίστως το τοπίο.
Το να ταυτιζόμαστε με τα συναισθήματά μας μάς βάζει μέσα σε μια παραίσθηση. Παύουμε να έχουμε την επίγνωση ότι είμαστε το τοπίο και νομίζουμε πως είμαστε μόνο αυτά που του συμβαίνουν. Γινόμαστε βροχή, γινόμαστε θυμός. Χάνουμε τη μεγαλύτερη εικόνα και βλέπουμε μόνο αποσπάσματα, σπαράγματα από αυτό-που-είναι. Μετατρέπουμε την ουδέτερη διάθεση σε μέση, κάνοντας την κατάσταση ενέργεια και στρέφοντάς την προς εμάς τους ίδιους.
Στον εσωτερισμό (με την ευρύτερη έννοια του όρου), συναντάμε συχνά την έννοια του παρατηρητή. Ο παρατηρητής μέσα μας δημιουργεί χώρο, βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μας. Μας δείχνει ξανά το τοπίο. Κάποιες παραδόσεις μιλούν και για ένα άλλο στάδιο, εκείνο του κενού, της απόλυτης ελευθερίας, της κατάστασης του “πανταχού παρόντος”. Προσωπικά, δεν μπορώ καν να το αντιληφθώ αυτό το στάδιο. Τη χρησιμότητα της απόστασης όμως, του εσωτερικού χώρου, αυτή νομίζω πως μπορούμε όλοι να την αντιληφθούμε.
25 Αυγ 2008
Η ίδια η ζωή
Συνάντησα χθες έναν αγαπημένο φίλο. Παλιότερα ανταλλάσσαμε συχνά απόψεις διαδικτυακά, μια και ζει στο εξωτερικό και δεν έχω τη χαρά να τον έχω κοντά μου. Ήταν μια εποχή που δεν καταλάβαινα τι έγραφε, “τον καημένο, δεν ξέρει να γράφει”, σκεφτόμουν, με τον καιρό όμως και καθώς εκείνος επέμενε στις ίδιες πάντα απόψεις, μου κίνησε το ενδιαφέρον να ψάξω περισσότερο να δω τι στην ευχή λέει. Από κάποια στιγμή και μετά, όταν τον διάβαζα, συγκινιόμουν. Και χθες είχα πια την ευκαιρία να τον δω από κοντά.
“Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων κοίτα τι είναι: κρίσεις που κάνει ο εγκέφαλος βασισμένος στη μνήμη”, μου έλεγε. “Και τη φαντασία”, συμπλήρωνα εγώ παπαγαλίζοντας κάτι που είχα διαβάσει. “Έτσι είναι. Όλες μας οι σκέψεις είναι μια αντίδραση προς το παρόν, γι' αυτό και κινούνται μέσα στον χρόνο”. Ώσπου, μετά από λίγης ώρας συζήτηση, κατάλαβα.
Ήθελε να πει πως αν καθίσει κανείς και αναλύσει μια-μια τις σκέψεις του και αρχίσει και τις κατηγοριοποιεί, δηλ. διακρίνοντας ότι αυτό είναι κρίση, αυτό διαπίστωση, αυτό επιθυμία, αυτό φαντασίωση, κλπ., με μεγάλη του έκπληξη θα ανακαλύψει ότι ο νους είναι ένα αφηνιασμένο άλογο που τρέχει διαρκώς είτε προς το παρελθόν (στις μνήμες του) είτε προς το μέλλον (με τη φαντασία). Καθώς τείνουμε να ταυτιζόμαστε με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που εγείρονται μέσα από την αισθητηριακή εμπειρία, και αυτή μας η ταύτιση είναι ό,τι ονομάζουμε “προσωπικότητα”, ζούμε ακριβώς σε μια διαρκής αντίδραση προς το παρόν και σε μια ξέφρενη κούρσα προς το παρελθόν ή το μέλλον. Το παρόν, το μόνο σημείο όπου μπορούμε να ζήσουμε πραγματικά, μονίμως μας διαφεύγει.
Αλλά αν πραγματικά αρχίσουμε να παρατηρούμε τις σκέψεις μας και να τις κατηγοριοποιούμε μία-μία, αντιλαμβανόμαστε ότι ο κόσμος που χτίζουμε μέσα μας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατασκεύασμα του νου και έτσι δημιουργούμε απόσταση ανάμεσα σε μας και σ' αυτόν και επιτρέπουμε να υπάρξει χώρος, δίχως τον οποίο είναι αδύνατον να εκδηλωθεί ό,τι άλλο είμαστε και ό,τι άλλο υπάρχει. “Τι είναι αυτό που δημιουργείται μέσα σε έναν τέτοιο χώρο;”, αναρωτιόμουν χθες βράδυ προτού κοιμηθώ. Και ξάφνου κατάλαβα: η ίδια η ζωή.
“Δυό λέξεις θα σου πω μόνο”, μου είπε ο φίλος μου φεύγοντας. “Ο,τιδήποτε κάνεις, αναίτια να τελειώνει, να το αφήνεις να φεύγει, να κυλά και να χάνεται. Έτσι είναι οι σκέψεις μας, σαν φύλλα ή σαν βαρκούλες που κυλούν στο ποτάμι. Και πρέπει να τις αφήνουμε να χάνονται στον καταρράκτη. Γιατί αυτό που ανακαλύπτει κανείς πέρα απ' αυτές είναι και το ποτάμι και ο καταρράκτης και τα φύλλα και οι βαρκούλες και ο ουρανός ακόμη και όλα όσα υπάρχουν. Αν όμως κρατιέσαι από τις σκέψεις σου και δεν τις αφήνεις, δημιουργείς αιτία για περισσότερες σκέψεις και περισσότερα συναισθήματα, με αποτέλεσμα να ταυτίζεσαι ολοένα μαζί τους και να μην υπάρχει τέλος πουθενά. Φεύγω τώρα. Να είσαι καλά.”, μου ευχήθηκε. “Εγώ το ξέρω πως θα είσαι καλά”, του χαμογέλασα και έτσι έφυγε ο αγαπημένος μου φίλος.
6 Μαΐ 2008
"Αυτό"
“Φοβάμαι”, αποκρίθηκα, “ότι δεν καταλαβαίνω πια απολύτως τίποτα. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα συγχέονται στο μυαλό μου. Άραγε, εγώ τεντώνω το τόξο ή το τόξο με φέρνει στην πιο μεγάλη ένταση; Εγώ πετυχαίνω τον στόχο ή ο στόχος με πετυχαίνει; Έχει 'αυτό' πνευματική υπόσταση για τα μάτια του σώματος ή σωματική για τα μάτια του πνεύματος, είναι και τα δύο μαζί ή τίποτα από τα δύο; Το τόξο, το βέλος, ο στόχος και εγώ, όλα αυτά μπλέκονται έτσι μεταξύ τους, ώστε να μην μπορώ πια να τα ξεχωρίσω. Εξάλλου, και η ανάγκη να τα ξεχωρίσω εξαφανίστηκε. Γιατί μόλις πάρω το τόξο στο χέρι μου και τοξεύσω, τα πάντα γίνονται τόσο καθαρά και μονοσήμαντα και τόσο απλούστατα...”
Εκεί με διέκοψε ο Διδάσκαλος και είπε: “Μόλις τώρα σας διαπέρασε η χορδή του τόξου”.
(απόσπασμα από το βιβλίο “Ζεν και η τέχνη της τοξοβολίας”, βλ. “αγαπημένα βιβλία” στη διπλανή στήλη).
***
Βλέπω την κόρη μου και σκέφτομαι ότι είναι πολύ εύκολο να “δω” σε κείνη τον εαυτό μου και να πω “είναι εγώ”. Το ίδιο θα μπορούσα, με αντίστοιχη ίσως ευκολία, να πω και για τη μητέρα μου, αν ζούσε. Όμως δεν είναι αυτή η αίσθηση της ενότητας, η αίσθηση του “όλοι είμαστε ένα” που αναζητούμε. Η αίσθηση που αναζητούμε είναι: “Δεν υπάρχει κανένα εγώ. Υπάρχει μόνο 'αυτό' μέσα και πίσω απ' όλους”. Και μόλις εκείνη τη στιγμή, παύει να έχει κανείς οποιονδήποτε λόγο να είναι κάτι διαφορετικό από έναν κοινό και συνηθισμένο άνθρωπο...
Προσωπικά, απέχω πολύ ακόμη απ' αυτό το σημείο.
3 Απρ 2008
Χωρίς αρχή και τέλος
Ούτε κι εγώ ήξερα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει το μυαλό και το πνεύμα, πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον, πού βρίσκονται τα όρια της γνώσης, της αναζήτησης και της αγάπης;
Αμέτρητες φορές είχαμε ευχηθεί να είχαμε περισσότερα σώματα! Μερικά ακόμη σώματα, για να ζούμε ταυτόχρονα μέσα τους. Θα πηγαίναμε να ζήσουμε ήρεμα, ολομόναχοι μέσα στην ερημιά, για να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει με ειρήνη, να εξημερώσουμε άγρια ζώα, να καλλιεργήσουμε τη γη και να ζήσουμε κοντά της, και την ίδια στιγμή θα είμαστε κάτοικοι της πόλης, θα συνωστιζόμαστε μέσα στα πλήθη, θα βλέπαμε ταινίες ή θα τις γυρίζαμε οι ίδιοι, θα παρακολουθούσαμε διαλέξεις ή θα τις δίναμε οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε περισσότερα σώματα για να συναντάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, και ταυτόχρονα να είμαστε μόνοι μαζί, για να χτίζουμε γεφύρια και καταφύγια, για να μαθαίνουμε όλες τις γλώσσες, να εκμεταλλευόμαστε όλες τις κλίσεις μας, να μελετάμε, να εφαρμόζουμε και να διδάσκουμε ό,τι ξέρουμε, να δουλεύουμε μέχρι να πέσουμε κάτω εξαντλημένοι.”
(Richard Bach, όπ.π.)
Ένα
Στον νεοπλατωνισμό, για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στις Εννεάδες του μας λέει ότι το Ον διαβαθμίζεται ως εξής: από το Εν στον Νου, μετά στην Ψυχή και τέλος στον εκδηλωμένο υλικό κόσμο. Μέσα σε αυτές τις τέσσερις υποστάσεις το Εν είναι το Κάτι (και όχι το Τίποτα) που δεν επιδέχεται κατηγορήματα γιατί απλούστατα όποιο χαρακτηρισμό κι αν του δώσουμε, όποια ιδιότητα κι αν του προσάψουμε, του προσδίδουμε διττότητα: τον πυρήνα του είναι και την ιδιότητα. Όμως το Εν δεν είναι διττό, από μια άποψη δεν είναι καν (με την κλασική έννοια). Ή καλύτερα είναι και δεν είναι. Είναι δυνατότητα, δεν είναι εκδήλωση. Είναι η δυνατότητα της ύπαρξης αλλά όχι η ύπαρξη (παρ' όλο που η ύπαρξη προέρχεται από αυτό). Είναι η δυνατότητα της εκδήλωσης αλλά όχι η εκδήλωση. Είναι η αιώνια μήτρα που περιέχει και γεννά όλα όσα αντιλαμβανόμαστε.
Ο Sri Aurobindo, από την άλλη, διαβαθμίζει το Ον ξεκινώντας από το Ένα (ή Εαυτό ή Πνεύμα) το οποίο ταυτίζεται με το μπράχμαν και περιέχει την απόλυτη ύπαρξη, την απόλυτη συνείδηση και την απόλυτη ευτυχία. Πέρα από αυτά τα τρία υπάρχει και μια τέταρτη αρχή, ο Υπερνούς, μια πολύπλοκη σύνθεση με πολλές επιστρώσεις (σκάντας) που δημιουργεί και κατοικεί τον εκδηλωμένο κόσμο. Ο κόσμος δημιουργείται από την ικανότητα του Υπερνού να συγκεντρώνεται στο ολοένα ειδικότερο, όπως εμείς διαβάζουμε πχ ένα βιβλίο: απορροφούμαστε τόσο από το βιβλίο, ώστε βγάζουμε από τη συνείδησή μας ο,τιδήποτε άλλο. Ο Υπερνούς ο οποίος περιλαμβάνει και απαρτίζεται από όλους τους ατομικούς νόες (αυτό που στην κοινή συνείδηση της Δύσης ονομάζουμε “ψυχή”) είναι που μετενσαρκώνεται, αυτός ο ένας είναι που ζει όλες τις ζωές, επιμερίζοντας την αθρόα εμπειρία έτσι ώστε να μην την προσλαμβάνει όλη απόλυτα και ταυτόχρονα, όπως στην κατάσταση του Ενός, αλλά ως ροή, ως γίγνεσθαι.
Η επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες, αρχίζει κι αυτή να μιλάει για την ενότητα του σύμπαντος και για τη μία πραγματική φύση που το διαπνέει. Οι επιστήμονες είπαν ότι το σύμπαν είναι νους, μια μεγάλη σκέψη. Ο Οπενχάιμερ το 1950 έλεγε: “Ο υλικός και πολύμορφος κόσμος είναι εδήλωση μιας μοναδικής και ουσιαστικής πνευματικής δύναμης, που δεν είναι υλική”. Πιο πρόσφατα, ένας άλλος μεγάλος φυσικός, ο Σαμάν είπε ότι κάθε σωματίδιο ύλης πρέπει να συνοδεύεται κατά κάποιο τρόπο από ένα σωματίδιο πνεύματος, αλλιώς η συμπεριφορά του δεν μπορεί να εξηγηθεί. Ο Κάπρα, ο Μπομ, ο Σταπ, ο Τρίπερ, ο Νικολέσκου, ο Βέτερ μεταξύ 1980 και 1985 έλεγαν ότι το σύμπαν είναι ένα τεράστιο πνεύμα που μοιάζει με ωκεανό φωτός. Ο Μπομ, ο Μπιτ και ο Σαρόν στα συγγράματά τους λένε πως είναι αδύνατο να ορίσουμε την αντικειμενική πραγματικότητα, αν για καθετί ορατό δεν λαμβάνουμε υπόψη κάτι αόρατο, αν μαζί με την ύλη δεν βάζουμε στον ορισμό και το πνεύμα. Κι ενώ εξακολουθούμε να διαχωρίζουμε μεταξύ της ύλης και του πνεύματος, θα πρέπει ωστόσο να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν αδιάσπαστα ενωμένα μεταξύ τους σε έναν και μόνο ζωντανό οργανισμό.
1 Απρ 2008
Η γλώσσα του σύννεφου
Για τους παλιούς βουδιστές και βεδδιστές η ιδέα της επιβίωσης της προσωπικότητας ήταν ανόητη. Εκείνοι έβλεπαν, όπως ο δικός μας Ηράκλειτος, την ενότητα και τη ροή, όχι τους κόμπους συνείδησης που συνθέτουν τα επιμέρους εγώ μας. Κι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον άλμα να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια, μέσα από τον δικό τους τρόπο, γιατί μπορεί μέσα από αυτόν τον τρόπο να ανακαλύψουμε έναν καλύτερο ορισμό του ποιοι πραγματικά είμαστε.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το μόνο που υπήρχε στο σύμπαν στη Μεγάλη Αρχή ήταν ένα ποτάμι, μια ροή νερού. Ας πούμε λοιπόν ότι το ποτάμι αυτό, υπέροχο και τέλειο μέσα στη ροή του, επιθυμούσε βαθιά να έχει μια διαφορετική εμπειρία, μια διαφορετική πρόσληψη Αυτού που Είναι. Το ποτάμι επιθυμούσε βαθιά να πετάξει. Πώς μπορεί όμως να πετάξει το νερό; Ήταν αδύνατον.
Τότε το ποτάμι βυθίστηκε στον διαλογισμό του και με τη θέρμη του πνευματικού ήλιου άρχισε να γίνεται κάτι παράξενο. Λίγο-λίγο το νερό του άρχιζε να γίνεται ανάλαφρο, πολύ ανάλαφρο και να υψώνεται αργά στον ουρανό. Ένα τμήμα του ποταμού μεταβαλλόταν σε σύννεφο.
Δεν υπάρχει νομίζω κανείς που να αμφισβητεί ότι τα σύννεφα είναι υπέροχα, τόσο όμορφα, τόσο δυναμικά που είναι. Αλλάζουν συνέχεια μορφές, φορτία, ύψη, φέρουν ευλογημένο νερό, καταστρεπτικό χαλάζι ή απαλό χιόνι, κάποια είναι μοναχικά ενώ άλλα ταξιδεύουν σε ομάδες... Τα σύννεφα μας μοιάζουν τόσο πολύ. Είναι όπως ο κόσμος των μορφών, είναι όπως εμείς μέσα σε αυτόν τον κόσμο.
Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιούνται, εξελίσσονται και πεθαίνουν, σε κάθε περίπτωση τα σύννεφα έχουν τη δική τους αλήθεια. Η αλήθεια τους δεν βρίσκεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο σχήμα τους, δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι είναι σύννεφα. Η αλήθεια κάθε σύννεφου είναι, και αναπόδραστα παραμένει, το νερό.
Έτσι κι εμείς, έχουμε τόσο συνηθίσει την όψη του σύννεφου που ξεχνάμε τη θεμελιώδη μας αλήθεια: δεν είμαστε σύννεφα, είμαστε νερό. Είμαστε μια μορφή που πήρε το νερό μέσα στη βαθιά λαχτάρα του να πετάξει.
Και είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε κάτι ακόμη. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, δεν ξέρουμε ποιο τμήμα του ποταμού έγινε σύννεφο ούτε ποιο τμήμα της βροχής που επέστρεψε στο ποτάμι προήλθε από ποιο σύννεφο. Δεν ξέρουμε επειδή δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο το μεγάλο ποτάμι στο σύμπαν, απ' όπου γεννιούνται και όπου επιστρέφουν όλα τα σύννεφα που έγιναν, γίνονται και θα γίνουν ποτέ. Καθένας μας, σαν σύννεφο, είναι η τέλεια προσπάθεια του νερού να έχει μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, αλλά καθένας μας είναι και πάντα θα είναι νερό.
Κι όπως το νερό στο ποτάμι δεν είναι στατικό αλλά μια συνεχής ροή, όπως κάθε σταγόνα νερού δεν έχει ονοματεπώνυμο ή ταυτότητα αλλά είναι ενιαία και αναπόσπαστη από το ποτάμι, έτσι κι εμείς δεν χρειαζόμαστε την ταυτότητά μας για να είμαστε. Η ταυτότητα, το εγώ μας είναι παραπλανητικό, είναι μια ψευδαίσθηση που μας δόθηκε σαν εργαλείο πλοήγησης σε αυτόν τον κόσμο, τίποτε περισσότερο.
Όταν όμως του δίνουμε μεγαλύτερη σημασία από αυτήν που πρέπει, τότε βιώνουμε τον χωρισμό από την αλήθεια μας και η αλήθεια μας δεν είναι μόνο ότι είμαστε νερό. Η αλήθεια μας είναι ότι είμαστε το ίδιο νερό με όλους τους υπόλοιπους. Και όπως είναι αδύνατο μέσα στη ροή του ποταμού να ξεχωρίσει κανείς μια σταγόνα από τις υπόλοιπες, έτσι είναι αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Εντέλει, είμαστε όλοι μορφές ενός Εαυτού, είμαστε όλοι Ένα. Μπορούμε να το δούμε και αλλιώς: όλοι γύρω μας είναι μορφές του εαυτού μας, μορφές δικές μας. Η ατομική ύπαρξή μας διαχέεται σε όλους τους ανθρώπους που συναντάμε, που έχουμε συναντήσει ή θα συναντήσουμε ποτέ, σε όλους τους ανθρώπους που υπάρχουν, υπήρχαν και θα υπάρξουν, στο άπειρο. Όλοι οι άνθρωποι είναι εγώ, εγώ είμαι όλοι οι άνθρωποι.
(απόσπασμα από το άρθρο “Πώς μπορεί να πετάξει το νερό; Το εγώ, οι άλλοι και η περιπέτεια της μετενσάρκωσης” της Χριστίνας Λ. που δημοσιεύθηκε στο esoterica.gr και στο pathfinder).