Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Νοε 2009

Όσα δεν λέγονται

Εννοώ αυτά που μένουν να αιωρούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, επειδή απλά δεν γίνεται να ειπωθούν. Και δεν γίνεται να ειπωθούν επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να μιλούν για ό,τι τους συμβαίνει, που δεν έχουν συνηθίσει στην ανοικτή επικοινωνία και που μάλιστα η απουσία της τους δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν συμβαίνει αυτό που φοβούνται ότι συμβαίνει ή ότι, αντίστροφα, είναι ελεύθεροι να περιενδύουν οποιοδήποτε συμβάν με την ερμηνεία που τους φαίνεται πιο λογική. Επίσης, δεν γίνεται να ειπωθούν επειδή, αν λέγονταν, θα προκαλούσαν πληγές - τόσο στον αποδέκτη τους όσο και σε αυτόν που τα ξεστομίζει…

Είναι ένας τρόπος που, σε κανονικές συνθήκες, δεν δέχομαι να υιοθετώ – και που δεν θέλω να υιοθετούν ούτε οι άλλοι προς εμένα. Αλλά τελευταία μου συμβαίνει συνέχεια. Και δεν μιλώ, επειδή αν μιλήσω, θα προκαλέσω την άμυνα του άλλου και έναν αντίλογο επί των συγκεκριμένων σημείων που ειπώθηκαν, τα οποία δεν απεικονίζουν (πώς θα μπορούσαν άλλωστε;) ολόκληρη την άποψή μου. Κι επειδή φοβάμαι ότι μαζί με τον συγκεκριμένο αντίλογο που θα προτάξουν, θα πουν και μια γενικότερη κρίση για το άτομό μου που θα είναι αρνητική – και μετά θα πρέπει να κουβαλώ αυτή την κρίση χωρίς να ξέρω πώς να τη διαχειριστώ. Και δεν μου μιλούν, επειδή φοβούνται για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Κάπως έτσι μένουμε όλοι στη σφαίρα του ίσως, του μήπως, του τι θα γινόταν αν. Και δεν γίνεται ποτέ τίποτα, γιατί είμαστε όλοι πολύ ανασφαλείς για να μπορέσουμε να αντέξουμε την κριτική του άλλου και γιατί το χειρότερο που φοβόμαστε - μετά τον θάνατο – είναι μήπως ραγίσει η καρδιά μας.

3 Σεπ 2009

Γιατί εδώ και τώρα;

Ας κάνουμε λοιπόν μια παρένθεση για δυο σχόλια. Γιατί άραγε έχει τόση μεγάλη σημασία να είμαστε επικεντρωμένοι στο «εδώ και τώρα»; Γιατί δεν μπορούμε απλά να ζούμε στον κόσμο που φτιάχνουμε μέσα στο κεφάλι μας, απολαμβάνοντας τις φαντασιώσεις μας και αναρριγώντας με τις αναμνήσεις που ακούραστα αναπαράγει το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας; Η απάντηση είναι φυσικά ότι μπορούμε. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε με την αντίληψή μας, να τη στρέψουμε πραγματικά κατά το δοκούν – κι αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό και συνάμα το πιο θαυμάσιο πράγμα απ’ όλα, αλλά ταυτόχρονα και το αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

Προς το παρόν, ας πούμε ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να προτιμούμε να ζούμε σε φανταστικούς κόσμους, παραβλέποντας αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, οι φανταστικοί μας κόσμοι είναι γεμάτοι ανύπαρκτα δεδομένα. Έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας που του αρέσει πολύ να φτιάχνει ιστορίες και περιμένει ειλικρινά ότι θα τις πιστέψουμε. Μας γεμίζει φοβίες για πράγματα που είναι στατιστικά απίθανο να συμβούν και που όμως φαντάζουν μέσα μας πολύ πιθανά, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα στην τσίτα. Ο φόβος που κατ’ αυτό τον τρόπο μας συντροφεύει κάθε στιγμή, μας κάνει να αμπαρωνόμαστε στον εαυτό μας και να χτίζουμε διάφορους ψυχολογικούς μηχανισμούς: «δεν έχω κανέναν ανάγκη» ή, αντίθετα, «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν» ή «κανείς δεν θέλει το καλό μου», με όλα όσα αυτές οι πεποιθήσεις συνεπάγονται.

Η κασέτα του πόνου είναι εξίσου δημοφιλής με την κασέτα του φόβου – και οι δύο παίζουν σχεδόν συνέχεια στο μυαλό μας. Με την πρώτη ευκαιρία, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι πληγές που επιμελώς κρατάμε νωπές μέσα μας με αποτέλεσμα, κάθε φορά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη συναισθηματικά κατάσταση, να μην αντιμετωπίζουμε τελικά αυτό που μας συμβαίνει εκείνη την ώρα, αλλά όλες τις προσβολές, τα πλήγματα κλπ. που έχουμε ποτέ δεχθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο στη ζωή μας. Κάθε άβολο περιστατικό που βιώνουμε ή ακόμη και μόνο η προσδοκία ότι θα συμβεί κάτι άβολο γίνεται αφορμή να αναδυθούν από μέσα μας οι συναισθηματικές αποσκευές μιας ζωής (ή ακόμη και αιώνων, αν πιστεύετε στη μετενσάρκωση). Η κασέτα του πόνου φέρνει πάλι γοργά στο προσκήνιο την κασέτα του φόβου (μήπως πονέσουμε). Και πάλι απ’ την αρχή.

Από μια άλλη πλευρά, πολύ συχνά μας συμβαίνει να βλέπουμε ανθρώπους (ειδικούς και μη) να υποστηρίζουν απόψεις που δεν στέκουν, χωρίς να τις πολυβασανίσουν, μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπουν τα στοιχεία (το εδώ και τώρα). Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν καν να τα δουν, γιατί το μυαλό τους είναι γεμάτο από τους διθυράμβους και τους επαίνους που περιμένουν ότι θα λάβουν για τις συγκεκριμένες τους απόψεις, οι οποίες μπορεί να είναι απλά δημοφιλείς ή να ακολουθούν ένα ισχυρό ρεύμα κ.ο.κ. Η συνιστώσα αυτή είναι πολύ επικίνδυνη, ιδίως όταν εμπλέκονται άτομα που επηρεάζουν την κοινή γνώμη όπως π.χ. πολιτικοί ή δημοσιογράφοι και άτομα που ευθύνονται για τις ζωές μας, όπως π.χ. γιατροί.

Σε μικρότερη κλίμακα, είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτό που αναλαμβάνουμε να κάνουμε, όσο μικρό ή ήσσονος σημασίας κι αν φαίνεται. Αυτό σημαίνει ότι για να το κάνουμε σωστά, πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι στο εδώ και τώρα. Δεν νοείται να παραποιούμε στοιχεία και την πραγματικότητα, μόνο και μόνο επειδή προσδοκούμε τον έπαινο ή έχουμε κολλήσει σε μια άποψη που εμείς μόνοι μας έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι στέκει. Και ασφαλώς δεν νοείται να καταφερόμαστε εναντίον άλλων μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνούν μαζί μας. Πίσω από τις απόψεις υπάρχουν άνθρωποι και εν τέλει όλο αυτό παράγεται από την άρνηση να δούμε αυτό που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας κι είναι πραγματικά κρίμα!

3 Ιουλ 2009

Ασπίδες και άλλα τινά

Διαβάζω διάφορα ιατρικά βιβλία και κείμενα το τελευταίο διάστημα και συναντώ πολύ ενδιαφέροντα πράγματα είναι η αλήθεια. Θα θυμούνται σίγουρα η Ρούλα και η Βίκυ που συζητούσαμε παλιότερα για ασπίδες. Όχι εκείνες τις μεταλλικές - μεσαιωνικές ή άλλες, αλλά ασπίδες προστασίας από την "αρνητική ενέργεια" άλλων ανθρώπων. Λοιπόν, είχαμε εν μέρει δίκιο. Θέλω να πω ότι πράγματι όλοι μας έχουμε την ικανότητα να (συν)αισθανόμαστε όλους τους συνανθρώπους μας, χωρίς όμως αυτό να είναι κάτι μεταφυσικό ή ξεχωριστό. Απλώς όλοι έχουμε μέσα μας κατοπτρικούς ή κοινωνικούς νευρώνες (mirror neurons στα αγγλικά, όπου νευρώνας = η βασική μονάδα/κύτταρο του νευρικού συστήματος) οι οποίοι έχουν την ικανότητα να αντανακλούν τη συναισθηματική κατάσταση κάθε ατόμου γύρω μας. Δεν είναι κάτι που κάνουμε εμείς, ούτε και μπορούμε να το αποτρέψουμε.

Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, αν δεν θέλω να σε νιώθω, είναι να βάλω ένα ψυχολογικό διαχωριστικό ανάμεσα σε μένα και σε σένα, να σε απομονώσω από μένα σαν κάτι ξέχωρο και ξένο. Μόνο που αυτό το διαχωριστικό δημιουργεί πολύ περισσότερο πόνο από την ενσυναίσθηση οποιασδήποτε ενόχλησης κομίζεις. Εάν προσπαθήσω να σε απομακρύνω, η ενσυναίσθηση της αρχικής ενόχλησης παραμένει (αφού δεν μπορώ να την αποτρέψω) και προσθέτω και τον πόνο που δημιουργεί το διαχωριστικό μου. Διπλασιάζω δηλαδή τον πόνο.

Η λογική μου λέει ότι, αν υπάρχει κάποιου είδους "αρνητική ενέργεια", αυτή είναι το διαχωριστικό που ασυνείδητα βάζω. Αυτό είναι που με κάνει να αισθάνομαι άσχημα. Γιατί αυτό που ασυνείδητα λέω κάθε φορά που βάζω ένα διαχωριστικό, κάθε φορά που σηκώνω ένα φράγμα ανάμεσα σε μένα και σε έναν άλλον άνθρωπο είναι ότι εγώ είμαι καλή ενώ αυτός δεν είναι. Εάν σου πω ότι εσύ δεν είσαι καλός ή τέλος πάντων εσύ δεν είσαι τόσο καλός όσο εγώ, αυτό τι είναι: θετική ή αρνητική ενέργεια; Προφανώς αρνητική. Η αρνητική λοιπόν ενέργεια εκπορεύεται από μέσα μου. Αλλά, όπως όλα τα άλλα που συμβαίνουν μέσα μου, ούτε αυτή είναι εγώ. Δεν είναι κάτι που κάνω εγώ με τη βούλησή μου, είναι κάτι που μου συμβαίνει.

Είναι μια αδιόρατη κίνηση μέσα στο νευρικό μου σύστημα που δεν έχει να κάνει με ενοχές ή με κάποια αίσθηση ηθικής (αυτά είναι ερμηνείες που προσθέτουμε μετά). Εάν δεν αντιληφθώ την κίνηση (που συνήθως δεν την αντιλαμβάνομαι) την ώρα που συμβαίνει, αρχίζω να έχω παράξενες ιδέες για σωστό και λάθος, ενοχές και μη, αρνητική και θετική ενέργεια. Μέχρι τώρα πίστευα ότι ζώντας έτσι με προστατεύω. Όμως αυτό ήταν ψέμα, ζώντας έτσι απλά συσσωρεύω μέσα μου άγχος και κούραση.

Αν όμως καθίσω, ήρεμα κι ευγενικά, και απλά επιτρέψω να απλωθεί μέσα στο σύστημά μου η αίσθηση της αρχικής ενσυναίσθησης με ό,τι αυτή κομίζει εκείνη τη στιγμή (ενόχληση, μια άβολη αίσθηση, ο,τιδήποτε), με έκπληξή μου θα δω ότι την επόμενη στιγμή η αίσθηση αυτή θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο. Γίνομαι το δοχείο, όχι το περιεχόμενο, όπως ακριβώς ένα φλυτζάνι μπορεί να γεμίσει με τσάι, καφέ, γάλα κλπ. Είμαι το πιο όμορφο φλυτζάνι του κόσμου κι αυτή η ανάγκη να ζήσω τη στιγμή, να γεμίσω τώρα με τσάι μετά με καφέ κ.ο.κ. έρχεται φυσικά γιατί είναι φυσική. Ο μόνος τρόπος να την προσπεράσω είναι ο αφύσικος τρόπος του να υψώσω ένα διαχωριστικό, να θεωρήσω ότι είμαι το υποκείμενο όσων περιέχω και να θεωρήσω ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο μια συλλογή αντικειμένων που μου ανήκει.

Πρόκειται για μια οπτική που έχει τις ρίζες της στην παιδική μας ηλικία. Όταν ήμασταν μωρά, φωνάζαμε ή κλαίγαμε όποτε χρειαζόμασταν κάτι. Ο εγκέφαλός μας αναγνώριζε πως όταν κλαίγαμε, ερχόταν η μαμά μας και ικανοποιούσε τις ανάγκες μας. Πως όταν χαμογελούσαμε, εισπράτταμε φιλάκι. Το μωρό νιώθει τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος και νιώθει ότι έχει τη δύναμη να κάνει τους άλλους να κινηθούν ανάλογα με τις ανάγκες και τα θέλω του. Πολλές από τις "διδαχές" της Νέας Εποχής προέρχονται απ' αυτό: η πίστη ότι "είμαι Θεός" ή "ό,τι μπορώ να κάνω τα πάντα". Και πολύς "θετικός διαλογισμός" ή "οραματισμός" είναι απλά βούληση που κινείται ανάλογα με το "τι θέλω για τη ζωή μου" και συνήθως απαιτεί την άσκηση μικρής βίας προς τους εαυτούς μας ή τους άλλους προκειμένου να δημιουργηθεί το αντικείμενο του οραματισμού. Είναι τελικά ένας πολύ ανώριμος τρόπος το να πιστεύουμε ότι το σύμπαν μας ανήκει.

Εν τέλει θα δούμε ότι δεν είναι πως το σύμπαν μου ανήκει αλλά πως, με κάθε ταπεινοφροσύνη, εγώ ανήκω στο σύμπαν. Δεν είναι ότι η ζωή μου ανήκει, αλλά ότι εγώ ανήκω στη ζωή.

7 Ιουν 2009

Προβολές

Όταν νιώθουμε κάποια αίσθηση στο σώμα μας, τη δεχόμαστε όπως είναι ή μήπως την ερμηνεύουμε αυτόματα; «Σφίχτηκε το στομάχι μου από το άγχος», «με ματιάσανε» ή δεν ξέρω τι άλλο. Όμως τι μας λέει η αίσθηση αυτή από μόνη της; Για να ακούσουμε προσεκτικά. Τι μας λέει; ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ. Η αίσθηση αυτή καθεαυτή δεν μας λέει τίποτα. Δεν μας μιλάει, δεν γνωρίζει τη γλώσσα μας. Αυτό που ακούμε σε σχέση με την αίσθηση είναι η ερμηνεία που της προσκολλούμε. Και είναι σαν η ερμηνεία με την οποία περιενδύσαμε την αίσθηση να μας λέει κάτι, ανάλογα με το τι μας αρέσει και τι όχι. Όμως αυτό που πραγματικά μας μιλά είναι οι μηχανισμοί της σκέψης μας.

Καμιά φορά το αποκαλούμε όλο αυτό διαίσθηση ή προαίσθημα. Κι όμως, τις περισσότερες φορές, αυτή η φωνούλα που ακούμε όταν βρισκόμαστε σε μια ψυχολογική διαδικασία (συνήθως άγχους ή φόβου) είναι απλά και μόνο οι μηχανισμοί του νου μας που μιλούν στα συναισθήματά μας. Η πραγματική διαίσθηση είναι κάτι άλλο, είναι σαφήνεια και είναι ακόμη κάτι που σκίζει το πέπλο της ψυχολογικής μας διαδικασίας σαν ξίφος: είναι το σημείο στο οποίο ΞΕΡΟΥΜΕ με κάθε βεβαιότητα, το σημείο που δεν έχει να κάνει με συναισθηματικές ομίχλες και καταιγίδες ούτε με σκέψεις και ξανά σκέψεις. Ο,τιδήποτε άλλο είναι προβολή.

Καμιά φορά πιστεύουμε τόσο πολύ στις σκέψεις μας, «οι γονείς μου δεν με ήθελαν», «η γυναίκα μου δεν μ’ αγαπάει», «νιώθω ξένη» που τις περνάμε γι’ αλήθεια, όταν στην πραγματικότητα δεν είναι παρά δικές μας σκέψεις. Το φαινόμενο αυτό στην ψυχολογία ονομάζεται προβολή. Εάν κάποιος πει μια γνώμη για μας κι εμείς την πιστέψουμε, τότε συμβαίνει εξωτερική προβολή. Εάν εμφανιστεί μια σκέψη, συνήθως μαζί με ένα συναίσθημα, και τα πιστέψουμε, κάνουμε εσωτερική προβολή. Όλες οι προβολές καταλήγουν σε μια ερμηνεία και η ερμηνεία αυτή συνήθως αποτελεί μια κρίση που εύκολα γίνεται κριτική. Έτσι, αν κάποιος που μας ενδιαφέρει μας πει «σ’αγαπώ» και τον πιστέψουμε, γρήγορα το ερμηνεύουμε μέσα μας ως «είμαι αγαπητός». Όλα, θετικά ή αρνητικά, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι προβολές που πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε εγωκεντρικές κρίσεις: είμαι αγαπητός ή δεν είμαι, είμαι σούπερ ή δεν είμαι, είμαι κακός ή είμαι καλός κ.ο.κ.

Και οι χειρότερες προβολές είναι οι καλύτερες. Για παράδειγμα, το να φανταζόμαστε ωραίες εικόνες όταν η πραγματικότητα δεν είναι και τόσο ωραία. Όσο πιστεύουμε την ωραία εικόνα και λέμε «είμαι καλά», «όλα είναι εντάξει», «όλα είναι υπέροχα», «όλα είναι αγάπη», «τίποτα δεν είναι λάθος», «ο πόνος δεν με αγγίζει» υπνωτιζόμαστε από την ίδια μας την εικόνα και παύουμε να είμαστε παρόντες εδώ και τώρα. Είμαι λοιπόν σε ένα μάθημα γιόγκα (από τα λίγα που έκανα στη ζωή μου, μάλλον δεν μου πάει η γιόγκα) και αναρωτιέμαι «τι κάνω εγώ εδώ;». Η ερώτηση αυτή περιελάμβανε μια φανταστική επιλογή: ότι η στιγμή μπορούσε να είναι διαφορετική από αυτή που ήταν. Αυτή άλλωστε είναι και η φύση της ερώτησης «τι κάνω εγώ εδώ». Όμως η αλήθεια που είμαι, η ολότητα που είμαι, μου λέει ότι δεν χρειάζομαι ένα όμορφο συναίσθημα για να είμαι αυτό που είμαι. Όχι ότι δεν είναι ωραίο να έχουμε όμορφα συναισθήματα, απλά δεν είναι απαραίτητο.

Μόνο όταν απαγκιστρωθούμε από τις εικόνες μας, καλές ή κακές, μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε στο παρόν με πραγματικό τρόπο και με τους άλλους ανθρώπους. Και η απαγκίστρωση είναι πολύ απλή. Χρειάζεται απλά να δούμε τον μηχανισμό της προβολής με ειλικρίνεια. Να δούμε δηλαδή πώς εργάζεται μέσα μας. Τίποτε άλλο. Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι ή να προσπαθήσουμε για κάτι, απλά να δούμε ότι είναι ένας μηχανισμός και να πάψουμε να τον πιστεύουμε. Με το να τον δούμε και να πάψουμε να τον πιστεύουμε, τον εγκαταλείπουμε.

Ποιος είναι λοιπόν το αφεντικό στη ζωή μου; Οι σκέψεις και τα συναισθήματά μου και οι ιστορίες που μου λένε ή εγώ; Σίγουρα εγώ. Κι ούτε χρειάζεται να αδειάσω τον νου μου από τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Τις ακούω όλες, τους δίνω την προσοχή που χρειάζονται, τις αγκαλιάζω όπως ένας γονιός το παιδί του γιατί μου δείχνουν τους κρυμμένους μηχανισμούς της ψυχής μου, αλλά έχω σταματήσει να τις πιστεύω. Εγώ είμαι το αφεντικό.

Κι έτσι μπήκα σε αχαρτογράφητη περιοχή. Η αίσθηση ότι «εγώ είμαι το αφεντικό» δεν είναι γνώριμη, αλλά είναι η φυσική μου εξουσία, το δικαίωμά μου. Δεν έχει να κάνει με το ποια είμαι, έχει να κάνει με αυτό που είναι φυσικό μου δικαίωμα: μπορώ να το πω ελευθερία ή αγάπη ή δύναμη ή όπως θέλω. Κι έτσι ΕΙΜΑΙ ελευθερία και δεν χρειάζεται πια να την εξορίσω σε έναν μελλοντικό, ασαφή τόπο. Τη ΖΩ εδώ και τώρα. :)

3 Ιουν 2009

Η σχέση προσοχής και συνείδησης

Προσοχή σημαίνει εστίαση. Έστω ότι υπάρχει μια αίσθηση στο σώμα που το κάνει να αισθάνεται άβολα (κάποιοι στοχαστές, όπως ο Florian Tathagata, την ονομάζουν «σύσπαση»). Κάθε φορά που μια άβολη αίσθηση εμφανίζεται στο σώμα μας, η προσοχή μας στρέφεται σ’ αυτήν και προσπαθούμε να της ξεφύγουμε, να τη διορθώσουμε ή να την κατανοήσουμε. Μ’ αυτή μας την εστίαση, αυτόματα εξαιρούμε την υπόλοιπη ζωή που εκτυλίσσεται την ίδια στιγμή. Ξαφνικά η ζωή μας απομονώνεται σ’ αυτή την αίσθηση και δημιουργείται η αίσθηση ενός «εγώ» που εστιάζει σ’ αυτή, σα να φορέσαμε ξαφνικά παρωπίδες. Είναι ένας πολύ στενός τρόπος να κοιτάζουμε τα πράγματα αλλά και ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε τις άβολες καταστάσεις. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ σ’ αυτόν τον τρόπο που με δυσκολία τον αναγνωρίζουμε.

Η προσοχή λοιπόν είναι μια κίνηση, μια εστίαση, ενώ η συνείδηση είναι ο χώρος μέσα στον οποίο συμβαίνει η κίνηση. Η προσοχή εστιάζεται πότε εδώ και πότε εκεί, πότε στις σκέψεις και πότε στα συναισθήματα που αναδύονται μέσα μας, όμως ο χώρος είναι πάντα εκεί, ανεπηρέαστος απ’ όσα συμβαίνουν μέσα σ’ αυτόν.

Συνέχεια εστιάζουμε στο πώς νιώθω, τι σκέφτομαι, πώς αισθάνομαι το σώμα μου. Μισό λεπτό όμως: αυτήν εδώ τη στιγμή, ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση αυτού που σκέφτομαι, αυτού που νιώθω, της εμπειρίας μου; Δεν έχει σημασία τι σκέφτομαι, τι νιώθω ή ποιο είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας μου. Η ερώτηση είναι: Ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση;

ΥΓ. Ακόμη χειρότερες από τις αισθήσεις που προσπαθούμε να αποφύγουμε είναι οι αισθήσεις που βρίσκουμε ευχάριστες. Θα εξηγήσω γιατί στην επόμενή μου ανάρτηση.

24 Απρ 2009

Το σώμα

Είναι δικό μου. Το ξέρω ότι είναι όταν πεινάει, όταν νιώθει πόνο ή κάποια ενόχληση. Μου υπενθυμίζει την ύπαρξή του όποτε το αφήνω νωθρό και αφρόντιστο, καθώς και με τον χρόνο που χαράζεται επάνω του. Διαφορετικά, δεν θα έλεγα καν ότι υπάρχει. Θα έλεγα ότι η ύπαρξή μου περιορίζεται στον εγκέφαλο, σε ό,τι σκέφτομαι και ό,τι νιώθω.

Κι ας είναι κοινωνική παραδοχή ότι τα όρια του σώματός μου είναι τα όρια της ύπαρξής μου. Έχω καταφύγει σε πάμπολλα μέσα προκειμένου να αποδείξω το αντίθετο. Έχω πείσει με αυθάδεια τον εαυτό μου ότι δεν έχω όρια, ότι απλώνομαι παντού στο σύμπαν μόνο και μόνο επειδή «είμαι», περιφρονώντας τη σάρκα που δεν μπορώ να ελέγξω και που συνέχεια μου φωνάζει ότι υπάρχει μέσα από τις αδυναμίες της οι οποίες εν τέλει, όσο και να τις αρνούμαι, είναι δικές μου.

Δεν ξέρω αν το θέλω. Δεν το συμπάθησα ιδιαίτερα ποτέ. Πάντα ήταν πολύ αδύνατο ή πολύ παχύ από ό,τι θεωρούσα ιδανικό, ήταν αδέξιο, φοβικό στα ύψη, μουδιασμένο. Κι ας υπήρχαν στιγμές που το φρόντιζα και το σεβόμουν κι εκείνο με αντάμειβε με μια αίσθηση δύναμης μοναδική. Κι ας βγήκε από μέσα του ζωή: τα δυο παιδιά μου.

Μεγάλωσα άλλωστε με την εντύπωση ότι είναι αμαρτωλό. Τα χρόνια του κατηχητικού με γέμισαν με την πεποίθηση ότι τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από μέσα του, ότι είναι γεμάτο σατανικές φωνές που προσπαθούν να με αποπροσανατολίσουν. Μεγάλωσα σε επιφυλακή, νιώθοντας ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσω στην παγίδα του. Μεγάλωσα νιώθοντάς το εχθρό.

Ο χριστιανισμός περιέχει μια τέτοια αντίφαση. Μολονότι πρεσβεύει την ανάσταση του σώματος μέσω της αποπνευμάτωσής του και είναι πολύ σημαντικό αυτό το σημείο για το δόγμα, ταυτόχρονα του προσδίδει έναν χαρακτήρα κακό, το βλέπει σαν απόδειξη και πηγή της αμαρτίας και προσπαθεί στις ακραίες εκφάνσεις του να το απαρνηθεί και να το εκμηδενίσει.

Άποψη που διαφέρει πολύ από την αρχαιοελληνική περί κάλλους και περί αντανάκλασης του κάλλους της ψυχής στο σώμα. Μόνο μετά τον Σωκράτη άρχισε να διαφοροποιείται το ένα είδους κάλλους από το άλλο και να φαίνεται ότι υπερτερεί το πρώτο έναντι του δεύτερου. Αλλά και πάλι το σώμα παρέμεινε ο ανυπέρβλητος, σάρκινος ναός της ψυχής.

Και τώρα; Ίσως αποφασίσει πια να με προδώσει, αψηφώντας τις θεωρίες, όπως το πρόδιδα τόσα χρόνια κι εγώ.

8 Σεπ 2008

Αποταύτιση

Πόση ομορφιά γεμίζει την ψυχή η παρατήρηση της ζωής, αυτό δηλαδή που συμβαίνει όταν κανείς δεν τα παίρνει όλα μέσα του, όταν δεν ταυτίζεται με τα γεγονότα... Ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του μια ομορφιά ανείπωτη, ένας ρυθμός ανεπαίσθητος, μια ευγένεια.


Ο γιος μου ζηλεύει την αδερφή του. Βασανίζεται πολύ και, στην αρχή, βασανιζόμουν κι εγώ που τον έβλεπα να υποφέρει. Ανησυχούσα πώς θα το ξεπεράσει, έπιασα βιβλία ψυχολογίας, άρχισα να ρωτάω λιγότερο ή περισσότερο ειδικούς. Άκουσα χιλιάδες γνώμες. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως είναι κάτι που πρέπει να περάσει μόνος του, είναι δική του δοκιμασία. Είναι ίσως αυτή που θα του δώσει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να τα βγάλει πέρα στη ζωή αργότερα και σταμάτησα να εμπλέκομαι συναισθηματικά με ό,τι του συμβαίνει. Σκέφτηκα πως το σύμπαν θα τον φροντίσει με την ίδια στοργή που φροντίζει όλους μας κάθε μέρα.


“Ο Θεός βάζει τη ζήλεια στον άνθρωπο”, μου είπε η πεθερά μου. Ναι, ο Θεός, Αυτό που δεν ξέρουμε τι είναι και που ευθύνεται για ό,τι είμαστε, για το πώς ερχόμαστε στη ζωή, με τι εφόδια, με τι αποσκευή. Και είναι ένας από τους τρόπους Του η ζήλεια, ένας από τους τρόπους να μας διδάξει, να μας θυμίσει πόσο αξίζουμε και να μας το βάλει καλά στο μυαλό και στην καρδιά μας. Να μας μάθει να αγαπάμε τον εαυτό μας γι' αυτό που είναι, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αγαπήσουμε κάποτε και τους άλλους. Οι περισσότεροι από μας μεγαλώνουμε με την ιδέα πως πρέπει να πάρουμε την αγάπη απ' έξω από μας και από κει την περιμένουμε να έρθει. Όμως η αγάπη είναι κατάσταση που βιώνεται πρωτίστως εσωτερικά, από μέσα προς τα μέσα, και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ούτε πρέπει.


Μέσα σ' όλα, αυτές τις μέρες έγραψα κι ένα ποίημα μισό:


Πολλή δουλειά και σήμερα.

Δεκάδες ανώμαλα ρήματα να κλίνω.

Το παρόν να λυτρώσω απ' τ' ασήμαντο.

Το παρελθόν ν' αποστειρώσω.

Το μάταιο να σβήσω από τον πίνακα.

Να ορίσω σταθερές στις καθημερινές μου εξισώσεις.

Τον χρόνο να απαλείψω από τα κλάσματα.

...

12 Ιουν 2008

Διαδρομές του εγώ

Όλοι έχουμε μέσα μας ένα παιδί (συνήθως φοβισμένο) και ένα ανυπέρβλητο πνευματικό ον. Η γραμμική μας εκπαίδευση μας έχει κάνει να επικεντρώνουμε τη συνείδησή μας στο παιδί και από κει να συνδιαλεγόμαστε με τον κόσμο, αντιδρώντας σαν παιδιά και σκεπτόμενοι με τους μηχανισμούς και τους τρόπους των παιδιών. Ας γίνουμε λοιπόν και νονοί του παιδιού μας και ας το βαφτίσουμε προς στιγμήν "εγώ".

Το εγώ μάς παρορμεί να κάνουμε πράγματα. Να αντιδρούμε, να δρούμε, να πραγματοποιούμε για να πραγματωνόμαστε. Αλλά, αφού είναι παιδί, τα κάνει όλα άτσαλα, ανώριμα και παρορμητικά. Μας κάνει να εκφραζόμαστε από ελλειμματική θέση, γοητευτική ενίοτε, αλλά σχεδόν πάντα υπερβολικά ευαίσθητη και λειψή.

Κάπως έτσι μαθαίνουμε να κρυβόμαστε πίσω από τα κόμπλεξ μας, "όπως ένα παιδί κρύβεται πίσω από μια φτωχή, τρύπια καρέκλα και ξεγελιέται πως κανείς δεν το βλέπει" (που λέει ο αγαπημένος μου Λειβαδίτης). Κάπως έτσι συνηθίζουμε να περνάμε μια ζωή μέσα σε ψευδαισθήσεις "αν όμως ήμουν δέκα κιλά πιο αδύνατη" ή "αν είχα αυτό" ή "αν δεν είχα εκείνο" που είναι ρούχα, περισσότερα ρούχα πάνω στο υλικό ένδυμα που ντυνόμαστε ερχόμενοι να ενοικήσουμε αυτόν τον κόσμο...

Βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα ότι εντέλει ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΛΜΑΜΕ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ και ότι όποιος έχει μάτια, δεν μπορεί, θα μας ξεχωρίσει. Και περνάμε μια ζωή αγωνιώντας ποιος θα μας ξεχωρίσει και πότε επιτέλους θα το κάνει. Και όταν αυτή η επιβεβαίωση δεν έρχεται, μας πιάνει κατάθλιψη και αμφιβολία και ρίχνουμε περισσότερα ρούχα πάνω μας: «ίσως τελικά δεν το αξίζω» ή «ίσως τίποτα δεν έχει σημασία» και αρχίζουμε να έχουμε προβλήματα υγείας, συναισθηματικά ή επαγγελματικο-οικονομικά. Επειδή πιστεύουμε ότι δεν αξίζουμε έτσι όπως είμαστε.

Και τότε πέφτουμε στην άλλη παγίδα. Στην προσπάθειά μας να προσδώσουμε αξία στο Εγώ μας, αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι μας χρειάζονται οι άλλοι. Και δίνουμε, δίνουμε, δίνουμε, καμιά φορά χωρίς καν να μας το ζητήσουν. Κι όταν δεν πάρουμε την ευγνωμοσύνη και το βάθρο του ήρωα που περιμέναμε, κρεμάμε πάνω μας μερικά ακόμη ρούχα: τώρα πια είμαστε θύματα, αλήθεια τι κάναμε για να αξίζουμε τέτοια αντιμετώπιση, οι φτωχοί!

Λοιπόν, ιδού τα νέα: κανείς δεν μας χρειάζεται. Καθένας μας έχει μόνο την ευθύνη του εαυτού του και είναι καλό να συναντά τον δρόμο των άλλων μόνο και μόνο για να τους δείξει (ει δυνατόν μέσα από το παράδειγμα και όχι μέσα από θεωρίες) πώς θα βρουν τον εαυτό τους, πώς θα αναλάβουν την ευθύνη του.

Επίσης, καθένας μας έχει ευθύνη να επιτύχει. Έχει ευθύνη απέναντι σε αυτό που Είναι, να απαλλαγεί από τα κόμπλεξ του, τα «έξωθεν» προβλήματά του, τα χιλιάδες ενδύματα που φοράει σαν πανοπλία πάνω του και να λάμψει γι' Αυτό που πραγματικά Είναι. Γιατί στο θεϊκό επίπεδο, δεν χρειάζεται κανείς να κάνει τίποτε, χρειάζεται μόνο ΝΑ ΕΙΝΑΙ.

Νομίζω πως το χειρότερο απ' όλα είναι ότι πραγματικά μπορούμε να επιτύχουμε, αλλά πια φοβόμαστε ακόμη και την επιτυχία...

(Μια και μνημόνευσα το Esoterica, αντιγραφή και παράφραση από παλιότερο ποστ μου)


10 Ιουν 2008

Mission impossible

Πολλοί άνθρωποι περνούν τη ζωή τους με μια αίσθηση “αποστολής”, ότι δηλ. έχουν να εκπληρώσουν κάποια αποστολή και ότι αυτός είναι ο λόγος που ήρθαν σ' αυτόν τον κόσμο. Εξυπακούεται ότι όσο πιο βαρύγδουπη και δύσκολη είναι αυτή η αποστολή, τόσο το καλύτερο. Δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς εξελικτικό στάδιο προσκολλάται στον άνθρωπο αυτή η ιδέα (θα έλεγα πλάνη, αν δεν απεχθανόμουν τη φόρτιση που έχει αποκτήσει ο όρος σε διάφορα πλαίσια) – ίσως του δημιουργείται πολύ νωρίς με την ανάγνωση παραμυθιών που προβάλλουν σούπερ ήρωες και υπόσχονται στο παιδί την επανεγκατάστασή του στον θρόνο ή αλλιώς στο κέντρο του κόσμου των μεγάλων.


Όπως και νά'χει, αυτή η αίσθηση της αποστολής δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την απαξίωση του εαυτού, κρύβει δηλαδή το γεγονός ότι δεν αγαπάμε τον εαυτό μας, ότι νιώθουμε πως δεν αξίζει και έτσι πρέπει να του προσδώσουμε νόημα και αξία, να τον κάνουμε να νιώσει ότι έχει έναν ανώτερο και απώτερο σκοπό. Το αν θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του αυτομαστιγωνόμενος, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρει, ή μέσα σε έπαρση, σε περίπτωση που θεωρήσει ότι κατάφερε κάτι, λίγο μας νοιάζει. Λίγο μας νοιάζουν επίσης τα ζωντανά παραδείγματα ανθρώπων και λαών απ' όλες τις εποχές που ενέδωσαν σ' αυτήν την υστερία με καταστρεπτικές συνέπειες. Άλλωστε όλα τα φάρμακα, και το παυσίλυπο μέσα σ' αυτά, έχουν τις παρενέργειές τους...


Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχουν αποστολές που έχουμε να εκτελέσουμε. Το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου είναι να ζήσουμε χωρίς τέτοια δεκανίκια: να ζήσουμε απλά, να νιώσουμε ένα με τη ζωή και με τον κόσμο, να νιώσουμε ότι αξίζουμε την ομορφιά της φύσης που μας περιβάλλει, ότι αξίζουμε τις μικρές και τις μεγάλες χαρές, ότι αξίζουμε την ευτυχία. Να νιώσουμε ότι αξίζουμε να ζούμε γι' αυτό που είμαστε, έτσι όπως είμαστε, χωρίς μετατροπές.


ΥΓ. Κανείς δεν μπορεί να συναντήσει τον κόσμο, αν πρώτα δεν έχει συναντήσει τον εαυτό του (και αποδεχθεί το εγώ του). Κι αυτό φαίνεται, γιατί αντανακλάται στον τρόπο σκέψης του: έχει διαμορφώσει μια ενιαία κοσμοθεωρία, χωρίς φαντάσματα, απ' όπου πηγάζει ο τρόπος ζωής του και, αναπόφευκτα, όλες του οι απόψεις. Δεν προβάλλει σκόρπιες απόψεις χωρίς συνοχή, που παραπέμπουν σε αντιφάσεις και κατακερματισμένα πεδία σκέψης. Αυτό με αφορμή την ανταλλαγή απόψεων στο forum του Esoterica.

13 Μαρ 2008

Βασικοί προγραμματισμοί

Έχουμε συνηθίσει να ζούμε τη ζωή με οδύνη και πόνο. Ο πόνος, η οδύνη, η συνεχής προσπάθεια που συχνά πέφτει στο κενό, είναι χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας. Ελάχιστα όμως σχετίζονται με την πραγματική μας φύση. Ό,τι είναι φυσικό, δεν μπορεί να είναι επώδυνο. Επώδυνες έχει ονομάσει ο πολιτισμός μας όλες εκείνες τις θεματολογίες τις οποίες δυσκολεύεται να λύσει και να απαντήσει: το μυστήριο της ζωής, του θανάτου, της ταυτότητας, της αλήθειας. Κι όσο δεν βρίσκουμε λύσεις και απαντήσεις, τόσο φοβόμαστε. Και είναι ο φόβος μας που γεννά τον πόνο.

Ένα κομμάτι μέσα μας είναι δοτό. Είναι τα ταλέντα μας, οι τάσεις μας, η προίκα που φέρνουμε μαζί μας στον κόσμο. Αποτελεί τον προγενετικό μας προγραμματισμό.

Ο δεύτερος προγραμματισμός, ο επιγενετικός, έχει να κάνει με την ανατροφή, την εκπαίδευσή μας. Έγραφα χθες ότι παίζεται μέσα μας το θέατρο της τιμωρίας και του επαίνου, καθώς και του φόβου μας γι’ αυτά τα δύο. Ο επιγενετικός προγραμματισμός μας βασίζεται σε αυτές τις δύο αρχές: την τιμωρία και τον έπαινο. Και βιώνεται μέσα από τον φόβο μας και για τα δύο.

Για να ικανοποιηθεί ο δεύτερος αυτός προγραμματισμός, παραμελούμε ή αγνοούμε τον πρώτο, τον προγενετικό. Παύουμε να ακούμε τη μέσα μας φωνή, το σώμα μας που μιλάει, τις πραγματικές μας ανάγκες και τις πρωτότυπές μας ιδέες. Κι όμως, το σώμα μας περιέχει σωματίδια ύλης με ιστορία 15 δισεκατομμυρίων χρόνων. Ας αναλογιστούμε λίγο τι θα πει αυτό... 15 δισεκατομμύρια χρόνια θα πει εμπειρίες, μνήμη, αντίληψη, ευφυΐα. Το σώμα μας γνωρίζει. Όμως ο δεύτερος προγραμματισμός μάς αφαιρεί την εμπιστοσύνη σε όσα διαισθητικά γνωρίζουμε και μας λέει να έχουμε εμπιστοσύνη μόνο σε όσα καταλαβαίνουμε.

Αυτή η σύγκρουση των δύο προγραμματισμών είναι πηγή πόνου και φόβου.

Πώς λύνεται όμως αυτή η σύγκρουση; Γιατί είναι με τη λύση της που θα πάψουμε να πονάμε. Και δεν είναι κάτι που λύνεται με προσπάθεια, κόπο και πόνο, γιατί είναι σαν να την αναπαράγουμε. Αντίθετα, είναι κάτι που λύνεται με χαρά, με γέλιο, με αγάπη, διασκέδαση και παιχνίδι. Λύνεται με πίστη. Λύνεται με διεύρυνση της αντίληψης, με αποδοχή του εαυτού και των άλλων. Με μια στάση ζωής σαν αυτή που περιγράφεται από την αρχή του μπλογκ…

(ΣΣ: Αυτή και η προηγούμενη ανάρτηση εκφράζουν ιδέες του Κώστα Φωτεινού από το Καφέ-Σχολειό).

Αγάπη και φόβος

Όταν αγαπώ, ανήκω. Όταν ανήκω, αισθάνομαι την ανάγκη να παράγω. Παράγω αντικείμενα, νοήματα, ζωή. Πραγματώνομαι, γίνομαι και αναπτύσσομαι.

Αγαπώ και φοβάμαι. Φοβάμαι αυτό που είμαι. Φοβάμαι μήπως με απορρίψουν οι άλλοι γι’ αυτό που είμαι. Δεν το δέχομαι και φοβάμαι να είμαι όπως επιθυμώ. Και δεν αναπτύσσομαι.

Μελετώ κι ετοιμάζω καλά το μάθημά μου πριν παρουσιαστώ μπροστά τους. Πρέπει να με προστατέψω. Πρέπει να κρυφτώ. Και κρύβομαι τόσο καλά, ώστε χάνω τον εαυτό μου.

Φοβάμαι τους άλλους. Φοβάμαι την απόρριψή τους. Και έχω ανάγκη από αυτόν τον φόβο γιατί με εμποδίζει να τους αγαπήσω πιο πολύ. Ο φόβος μου με προστατεύει από την αγάπη μου για εκείνους.

Αν τους αγαπώ, πρέπει να παρουσιαστώ, πρέπει να υπάρχω με τους δικούς μου όρους, να δημιουργήσω, να παράγω και να αναπτυχθώ μαζί τους. Πρέπει να παρουσιαστώ, όμως δεν μπορώ γιατί δεν ξέρω πια πώς να με αγαπήσω.

Τελικά ο φόβος μου για κείνους με προστατεύει από τον πιο βαθύ μου φόβο, τον φόβο μου για μένα, γι’ αυτό που είμαι. Φοβάμαι τους άλλους για να μην αναγνωρίσω τον φόβο μου για μένα. Το να φοβάμαι είναι πια για μένα ανάγκη…