Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Μαρ 2010

Κυκλοφόρησε

το πολυαναμενόμενο βιβλίο του φίλου μου Κώστα Δημητρόπουλου "Λήψη αποφάσεων υπό καθεστώς αβεβαιότητας" από τις εκδόσεις Λαγουδέρα, ΙSBN 978-960-7893-75-8, στα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

6 Δεκ 2009

Σκόρπιες σκέψεις (με αφορμή τον Dan Brown)

Κατάφερα επιτέλους να διαβάσω το τελευταίο βιβλίο του Dan Brown (συγγραφέα των “Κώδικα Ντα Βίντσι”, “Ιλλουμινάτι” κ.ά.) που με περίμενε υπομονετικά τρίτη εβδομάδα τώρα στο ράφι. Παρόμοια πλοκή με τα προηγούμενα, δεκάδες αναφορές, κώδικες, παρακώδικες, όχι πάντα επιτυχημένες ακροβασίες στην ελληνική γλώσσα και αρκετό σασπένς. Σε πολλά σημεία σκέφτηκα ότι το βιβλίο είναι η χαρά του Νεοεποχίτη, σε κάποια άλλα προβληματίστηκα. Για παράδειγμα:

1) Το όνομα του Θεού στη Γένεση είναι στον πληθυντικό αριθμό: Ελοχείμ (όπως λέμε Σεραφείμ, Χερουβείμ κλπ). Ο Brown προβάλλει μια θεωρία: όταν λέει η Αγ. Γραφή ότι πλαστήκαμε κατ' εικόνα του Θεού δεν παραπέμπει στο υλικό μας σώμα αλλά στον νου μας. Ο νους μας, λέει, είναι αυτός που πλάστηκε κατ' εικόνα του Θεού και ο νους μας έχει τη δυνατότητα της ομοίωσης μαζί Του. Αλλά όχι ο δικός μας ατομικά. Ο συλλογικός νους όλων των ανθρώπων – γι' αυτό και η λέξη Ελοχείμ είναι στον πληθυντικό. Ενδιαφέρουσα σκέψη.

2) Αναφέρεται μία “δεξαμενή απομόνωσης” (isolation tank/sensory deprivation tank) η οποία χρησιμοποιείται υποτίθεται από την CIA ως μέθοδος απόσπασης της αλήθειας αλλά και ως μέσο διαλογισμού από κάποιες εσωτερικές σχολές. Στην εκδοχή της συγκεκριμένης δεξαμενής που αναφέρεται στο βιβλίο, ο ήρωας βιώνει εικονικό πνιγμό καθώς η δεξαμενή, που δεν είναι μεγαλύτερη από ένα φέρετρο, γεμίζει αργά με χλιαρό υγρό. Καθώς ο ήρωας δεν ξέρει ότι το συγκεκριμένο υγρό αναπνέεται, πιστεύει ότι πνίγηκε και ότι οι εμπειρίες που έχει μετά τον “πνιγμό” του είναι μεταθανάτιες. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον η περιγραφή των εμπειριών αυτών. Ουσιαστικά περιγράφεται ένας νους που εξακολουθεί να σκέφτεται, να θυμάται, απερίσπαστος από τις αισθήσεις και το σώμα – όταν πια τον έβγαλαν από κει μέσα, “το σώμα του άρχισε να χτίζεται ξανά γύρω από τον νου του” (σε ελεύθερη απόδοση, διάβασα το αγγλικό κείμενο και δεν ξέρω πώς ακριβώς αποδόθηκε στην ελληνική έκδοση) καθώς ξανα-αποκτούσε σταδιακά συνείδησή του. Οι περιγραφές της κατάστασής του εντός και μετά τη δεξαμενή παραπέμπουν έντονα στο έμβρυο μέσα στη μήτρα και κατά τη στιγμή της γέννησης.

Έχω σκεφτεί και άλλες φορές πως ενδεχομένως οι νευρώνες του εγκεφάλου που χτίζονται πρώτοι είναι εκείνοι του δεξιού ημισφαιρίου κι αυτό επειδή η συμβίωση με τη μητέρα μέσα στη μήτρα διεγείρει την αίσθηση της ενότητας με το περιβάλλον και με τη ζωοδότιδα θεά-μητέρα. Γι' αυτό ίσως τα πολύ μικρά βρέφη δεν μπορούν να ξεχωρίσουν περιγράμματα ούτε μπορούν να καταγράψουν τα δεδομένα των αισθήσεων ξέχωρα το ένα από το άλλο: οι νευρώνες του αριστερού ημισφαιρίου που είναι υπεύθυνοι για τη διάκριση αρχίζουν να εκπαιδεύονται μετά τη γέννηση, όταν το πρώην έμβρυο αποτελεί πλέον ξεχωριστή οντότητα – αν και το ίδιο εξακολουθεί να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει το γεγονός αυτό τους 9 πρώτους μήνες της ζωής του. Αναρωτιέμαι μήπως κι αυτή η βεβαιότητά μας για την ενότητά μας με την πηγή της ζωής δεν προέρχεται από αυτήν ακριβώς την εμβρυική εμπειρία...

Σκόρπιες σκέψεις, τίποτε άλλο. :)

15 Νοε 2009

Η Γραφή του Θεού

Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, ο θεός, προβλέποντας ότι στη συντέλεια των καιρών θα επισυμβούν ερήμωση και χαλασμός, έγραψε τη μαγική φράση που μπορεί να εξορκίσει όλα αυτά τα δεινά. Την έγραψε δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φτάσει και στις πιο απόμακρες γενιές και να είναι απρόσβλητη απ' την τύχη. Κανείς δεν ξέρει ούτε πού την έγραψε ούτε με τι χαρακτήρες, μας αρκεί όμως να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει, μυστική, κι ότι μια μέρα κάποιος εκλεκτός θα τη διαβάσει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι, όπως πάντα, είχαμε φτάσει στη συντέλεια των καιρών κι ότι η μοίρα, που μ' έφερε να είμαι ο τελευταίος ιερέας του θεού, μπορεί να μου έδινε το προνόμιο να διαισθανθώ αυτή τη γραφή. Το γεγονός ότι ήμουν κλεισμένος σε μια φυλακή δεν μου απαγόρευε αυτή την ελπίδα. Μπορεί να είχα δει χιλιάδες φορές την επιγραφή στο Καολόμ και να υπολειπόταν απλώς το να την καταλάβω.

Η σκέψη αυτή, πρώτα με εμψύχωσε κι ύστερα με βύθισε σε ένα είδος ιλίγγου. Πάνω στη γη υπάρχουν σχήματα αρχαία, σχήματα άφθαρτα κι αιώνια. Οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να είναι το σύμβολο που αναζητούσα. Ο λόγος του θεού θα μπορούσε να 'ναι ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η αυτοκρατορία ή η διάταξη των άστρων. Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται κι οι αυτοκρατορίες γνωρίζουν αλλαγές και συντριβή κι η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται. Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Το βουνό και τ' άστρα είναι άτομα - και τ' άτομα περνούν. Έψαξα κάτι πιο ανθεκτικό, πιο άτρωτο. Σκέφτηκα τα γένη των δημητριακών, των χορταρικών, των πουλιών, των ανθρώπων. Μπορεί η μαγική φράση να 'ταν γραμμένη στο πρόσωπό μου, μπορεί εγώ ο ίδιος να ήμουν το τέρμα της αναζήτησής μου. (...)

Τι φράση γράφει ένας θεός; Τι είδους φράση θα συνέθετε μια απόλυτη διάνοια; Αναλογίστηκα ότι σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν. Όταν λες "τίγρης" λες τις τίγρεις που την γέννησαν, τις χελώνες και τα ελάφια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα ελάφια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε τη γη. Αναλογίστηκα ότι, στη γλώσσα ενός θεού, κάθε λέξη θα έπρεπε όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά και να την εκφράζει με έναν τρόπο όχι περιφραστικό, αλλά απερίφραστο - όχι διαδοχικό, αλλά ακαριαίο. Με τον καιρό, η ιδέα μιας θείας φράσης άρχισε να μου φαίνεται παιδαριώδης και βλάσφημη. Ένας θεός, σκέφτηκα, πρέπει να λέει μόνο μια λέξη και, μ' αυτή τη λέξη, να εκφράζεται η πληρότητα. Κανένα φώνημά του δεν μπορεί να είναι ελάσσον του σύμπαντος ή ατελέστερο του σύμπαντος χρόνου. Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις "όλα", "κόσμος", "σύμπαν" δεν είναι παρά απόηχοι και ομοιώματα αυτού του φωνήματος που είναι ισότιμο με μια ολόκληρη γλώσσα ή με όλα όσα μπορεί να περιλαμβάνει μια γλώσσα.

*του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Η Γραφή του Θεού".

29 Σεπ 2009

Η μεροληψία της επιβεβαίωσης

Άπαξ και σχηματίσουμε μία πεποίθηση, φιλτράρουμε τις νέες πληροφορίες που λαμβάνουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να την υποστηρίζουν (Myers, 2004). Μεροληψία της επιβεβαίωσης είναι η τάση να αντιμετωπίζουμε ως αξιόπιστες μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν προϋπάρχουσες πεποιθήσεις μας, αλλά να θεωρούμε αναξιόπιστες τις μαρτυρίες που τις διαψεύδουν. Αυτή η τάση εμποδίζει τη μάθηση από νέες εμπειρίες και καταστέλλει την απόσυρση λανθασμένων ιδεών. Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης εξηγεί γιατί «κολλάμε» σε λανθασμένες πεποιθήσεις.

Είναι λογικό να δίνουμε βάρος σε μαρτυρίες που υποστηρίζουν υπάρχουσες πεποιθήσεις και ν’ αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό τις αντίθετες μαρτυρίες. Χωρίς ένα τέτοιο κανόνα οι πεποιθήσεις μας θα ήταν πολύ ασταθείς. Η χρήση της υπάρχουσας γνώσης ως φίλτρου ερμηνείας των νέων δεδομένων είναι ένα «σήμα κατατεθέν» της ανθρώπινης ευφυΐας και λειτουργεί θετικά εφόσον η αρχική γνώση είναι καλά τεκμηριωμένη. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ποιες πεποιθήσεις τους δεν είναι δικαιολογημένες κι έτσι η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης λειτουργεί ακόμα κι όταν δεν θα έπρεπε.

Η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η αντίληψη. Οι πεποιθήσεις δημιουργούν προσδοκίες που με τη σειρά τους σχηματίζουν αντιλήψεις, οι οποίες κατόπιν διαμορφώνουν συμπεράσματα. Θα μπορούσαμε να παραφράσουμε το κοινώς λεγόμενο «θα το πιστέψω όταν το δω» σε «θα το δω όταν το πιστέψω» ή, όπως το έθεσε ο Henry David Thoreau, «ακούμε και κατανοούμε αυτά που ήδη μισοξέρουμε» (Aronson, 2007).

Δεν υστερούμε μόνο στην εννοιολογική πρόσληψη νέων πληροφοριών που είναι αντίθετες με τις υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, είμαστε επίσης απρόθυμοι να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που διαφωνούν με όσα ήδη πιστεύουμε ότι ισχύουν. Ως αποτέλεσμα, τείνουμε να δεχόμαστε αμάσητες πληροφορίες συμβατές με προϋπάρχουσες σκέψεις μας, αλλά να εξετάζουμε εξονυχιστικά και να υποτιμούμε πληροφορίες ασύμβατες με αρχικά πιστεύω μας.

Η μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης, σε συνδυασμό με τους νόμους της τυχαιότητας, προβλέπει ότι οι εσφαλμένες πεποιθήσεις θα ενισχυθούν με το χρόνο και την εξοικείωση (Jones and Sugden, 2001). Περιστασιακές τυχαίες επιτυχίες προβλέψεων και ερμηνειών ή συμφωνίες νέων δεδομένων με τις πεποιθήσεις μας θα συσσωρεύονται και λόγω της προκατάληψης της επιβεβαίωσης θα τους αποδίδεται μεγαλύτερο βάρος από ό,τι σε αντίστοιχες αποτυχίες ή ασυμφωνίες. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος αυξανόμενης αυτοεξαπάτησης. Έτσι, για παράδειγμα, η πίστη στην αποτελεσματικότητα μιας ελαττωματικής μεθόδου θα αυξάνεται με το χρόνο ανεξάρτητα από την πραγματική της ικανότητα.

Υπάρχει επίσης ένα ισχυρό κίνητρο για να διαφυλάσσουμε την σταθερότητα του συστήματος των πεποιθήσεων και της συμπεριφοράς μας. Η θεωρία της Γνωσιακής Ασυμφωνίας, που τυποποιήθηκε από τον Festinger (1957), διατείνεται ότι οι άνθρωποι κινητοποιούνται για να ελαττώσουν ή να αποφύγουν ψυχολογικές αντιφάσεις (Plous, 1993). Η δυσφορία που προκαλείται από μαρτυρίες που αντιμάχονται τα πιστεύω μας καθιστά δύσκολη την υιοθέτηση των μαρτυριών αυτών.

Από τις υποκειμενικές μεθόδους ανάλυσης και ερμηνείας στοιχείων, μερικές είναι πιο επιρρεπείς στη μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης απ’ όσο άλλες. Οι μέθοδοι αυτές έχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά:

1. Συνοδεύονται από μία περίτεχνη και καλοδουλεμένη αιτιατή εξήγηση ή από μία επιβλητική ιστορία ως προς τους λόγους για τους οποίους ισχύουν (και λειτουργούν αποδοτικά κατά τους υποστηρικτές τους).
2. Έχουν την ικανότητα να ταιριάζουν ή να εξηγούν ικανοποιητικά αντίστοιχα φαινόμενα του παρελθόντος.
3. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν ελέγξιμες προβλέψεις για το μέλλον.

Το πρώτο απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά πηγάζει από τη βαθειά ανθρώπινη ανάγκη της κατανόησης του κόσμου, η οποία έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη εξαιρετικών ικανοτήτων δημιουργίας αληθοφανών ιστοριών-εξηγήσεων μετά τα γεγονότα. «Φαίνεται ότι το να ζεις σημαίνει να δικαιολογείς, να εξηγείς και να βρίσκεις λογική σχέση ανάμεσα σε ανόμοια αποτελέσματα, χαρακτηριστικά και αιτίες. Με τη συνεχή εφαρμογή τους, έχουμε μάθει να εκτελούμε αυτές τις διεργασίες γρήγορα και αποτελεσματικά.» (Gilovich, 1991).

Κάποιοι είναι πιο επιρρεπείς στη μεροληψία/διαστρέβλωση της επιβεβαίωσης. Το παράξενο είναι ότι πρόκειται για τους πιο ευφυείς, οι οποίοι, από την άλλη πλευρά, είναι περισσότερο ικανοί να κατασκευάζουν λογικοφανείς εξηγήσεις και να τις υπερασπίζονται. Η ικανότητά τους αυτή τους κάνει λιγότερο ευέλικτους ως προς το να θεωρούν εναλλακτικές εξηγήσεις και οπτικές γωνίες. Ως εκ τούτου είναι περισσότερο δεκτικοί στο να σχηματίζουν απόψεις που αντιστέκονται στις αλλαγές. Ο κοινωνιολόγος Jay Stuart Snelson (1993) αποκαλεί το φαινόμενο αυτό Ιδεολογική Ανοσία και ισχυρίζεται ότι ευφυείς και επιτυχημένοι ενήλικες σπάνια αλλάζουν τις πλέον θεμελιώδεις υποθέσεις τους.

26 Σεπ 2009

Τυχαιότητα και συμπτώσεις

Γιατί λοιπόν οι άνθρωποι τείνουν να βλέπουν κανονικότητα και μοτίβα σε μία σειρά τυχαίων ερεθισμάτων;

Οι Tversky and Kahneman (1971) αναφέρουν τον «Νόμο των Μικρών Αριθμών»: τείνουμε να πιστεύουμε ότι τα τυχαία δείγματα ενός πληθυσμού μοιάζουν τόσο μεταξύ τους όσο και με τον πληθυσμό πολύ περισσότερο απ’ ό,τι προβλέπει η στατιστική θεωρία. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι από την παραπάνω εργασία των ερευνητών αυτών και έχει ως εξής: «Το μέσο IQ των μαθητών της τρίτης Γυμνασίου σε μία πόλη είναι 100. Έχετε επιλέξει ένα τυχαίο δείγμα 50 μαθητών για να μελετήσετε την απόδοσή τους στα μαθήματα. Ο πρώτος μαθητής που εξετάζετε έχει IQ 150. Πόσο περιμένετε να είναι το μέσο IQ του δείγματος που επιλέξατε;»

Οι περισσότεροι ερωτώμενοι απαντούν ότι το μέσο IQ του δείγματος θα πρέπει να εξακολουθεί να είναι 100. Η σωστή απάντηση είναι 101, διότι εξακολουθούμε να περιμένουμε από τους υπόλοιπους 49 μαθητές να έχουν IQ ίσο με 100 ο καθένας. Έτσι, (49×100+150):50=101. Αυτοί που απαντούν 100 πιθανώς υποθέτουν ότι θα υπάρχουν χαμηλές βαθμολογίες IQ στους 49 μαθητές, έτσι ώστε να «εξισορροπηθεί» η ψηλή βαθμολογία του 150. Η άποψη αυτή όμως υπονοεί ότι υποθέτουν πως η τυχαιότητα είναι αυτοδιορθούμενη. Όμως η τύχη ούτε διορθώνει ούτε εξουδετερώνει τις υψηλές βαθμολογίες με χαμηλές. Αυτό που κάνει είναι ότι «αμβλύνει» τις υψηλές βαθμολογίες με άλλες, πιο κοντά στο μέσο όρο (στο παράδειγμα, το 100). Η τάση να βλέπουμε την τυχαιότητα ως αυτοδιορθούμενη είναι μία μεροληψία που προκύπτει από το «ευρετικό της αντιπροσωπευτικότητας», το ότι δηλ. περιμένουμε τα δείγματα να είναι πολύ αντιπροσωπευτικά του πληθυσμού από τον οποίο προέρχονται.

Στο ίδιο πνεύμα, οι Tversky and Kahneman (1971) πρότειναν ότι η αντιπροσωπευτικότητα είναι υπεύθυνη για την «Πλάνη του Τζογαδόρου», σύμφωνα με την οποία θεωρείται ότι ένα σερί ανεξαρτήτων δοκιμών–προσπαθειών με το ίδιο αποτέλεσμα θα ακολουθηθεί σύντομα από το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι ερευνητές εξήγησαν την πεποίθηση αυτή ως οφειλόμενη στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι τυχαίες σειρές αποτελεσμάτων πρέπει να είναι «τοπικά αντιπροσωπευτικές», δηλαδή κάθε τμήμα της σειράς πρέπει να μοιάζει τυχαίο (ουσιαστικά πρόκειται για μια διαφορετική διατύπωση του νόμου των μικρών αριθμών).

Ίσως η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα να βρίσκεται σε ένα συναφές θέμα, εκείνο των συμπτώσεων. Στη ζωή συμβαίνουν συμπτώσεις. Το ερώτημα που τίθεται είναι: πόση είναι η πιθανότητα να συμβεί μία σύμπτωση; Συνήθως τους αποδίδουμε μία εξαιρετικά μικρή πιθανότητα, π.χ. μία στο εκατομμύριο. Ίσως όμως είναι περισσότερο πιθανές από ότι νομίζουμε.

Μερικές φορές κάποιες συμπτώσεις είναι τόσο απίθανες που τείνουμε να υποθέσουμε ότι δεν ήταν απλά τυχαίο γεγονός. Θεωρείστε την παρακάτω ιστορία που αναφέρει ο Blodgett (1983): «Το 1914 μία Γερμανίδα μητέρα φωτογράφισε το μικρό αγοράκι της και άφησε την πλάκα για εμφάνιση στο Στρασβούργο (τότε αντί των σύγχρονων φίλμ χρησιμοποιούντο γυάλινες πλάκες που πωλούνταν ξεχωριστά η κάθεμία). Πριν παραλάβει τη φωτογραφία της ξεσπάει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μητέρα τη θεωρεί χαμένη για πάντα. Δύο χρόνια αργότερα (μεσούντος του πολέμου) στην Φραγκφούρτη, περίπου 330 χιλιόμετρα από το Στρασβούργο, η Γερμανίδα μητέρα έχει αποκτήσει ένα κοριτσάκι και αγοράζει μία φωτογραφική πλάκα για να το φωτογραφήσει. Όταν εμφανίστηκε η πλάκα διαπιστώθηκε ότι είχε ξαναχρησιμοποιηθεί (διπλή έκθεση) και η φωτογραφία απεικόνιζε το κοριτσάκι, αλλά και το αδελφάκι του. Από μία απίστευτη διαστροφή της μοίρας, η φωτογραφική πλάκα με το αγοράκι στο Στρασβούργο δεν είχε εμφανιστεί, χαρακτηρίστηκε σαν αχρησιμοποίητη από λάθος και τελικά πουλήθηκε ξανά στη Γερμανίδα μητέρα».

Η σύμπτωση αυτή είναι διάσημη, διότι είναι μία από τις ιστορίες που οδήγησαν το διάσημο Ελβετό ψυχίατρο Carl Jung να προτείνει τη Θεωρία της Συγχρονικότητας. Σύμφωνα με τον Jung, οι συμπτώσεις συμβαίνουν πολύ πιο συχνά απ’ όσο θα περίμενε κανείς, αν ήταν τυχαίο, και είναι αποτέλεσμα μιας άγνωστης δύναμης που προσπαθεί να επιβάλλει την τάξη στο σύμπαν.

Σκέφτομαι ότι σε τέτοιου είδους ασυνείδητες παρατηρήσεις ίσως να οφείλονται οι μεροληψίες και οι πλάνες σχετικά με την τυχαιότητα. Ίσως πάλι όχι. Ποιος μπορεί άραγε να πει με βεβαιότητα;…

(Πηγή: "Λήψη αποφάσεων" του Κ. Δημητρόπουλου).

24 Σεπ 2009

Η ψευδαίσθηση της ύπαρξης τάξης

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ανθρώπινη ευφυΐα είναι πεπερασμένη και ο εγκέφαλος δεν είναι προσαρμοσμένος για την αντιμετώπιση περίπλοκων καταστάσεων, όπως η λήψη ορθολογιστικά και πιθανολογικά σωστών αποφάσεων σε συνθήκες αβεβαιότητας. Για ν’ ανταπεξέλθουμε, πρέπει ν’ απλοποιούμε.

Για τον λόγο αυτό, η ανθρώπινη ευφυΐα έχει αναπτύξει διάφορες νοητικές συντμήσεις. Οι Tversky and Kahneman (1974) πρότειναν ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε γενικούς πρακτικούς κανόνες απλοποίησης, τους οποίους ονόμασαν heuristics που στα ελληνικά αποδίδεται με τον όρο «ευρετικά» (η λέξη heuristics άλλωστε προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «ευρίσκειν»). Αυτοί οι κανόνες σκέψης λειτουργούν αυτόματα στο ασυνείδητο και αποτελούν τη βάση των κρίσεων και της εκτίμησης των πιθανοτήτων που κάνουμε. Αποτελούν ένα σήμα κατατεθέν της ανθρώπινης ευφυΐας, κρίσιμο για την καθημερινή ζωή.

Από την άλλη όμως, οι κανόνες αυτοί εστιάζουν την προσοχή μας σ’ ένα περιορισμένο τμήμα του συνόλου της πληροφόρησης και ενεργοποιούν σχετικά απλές φόρμες επεξεργασίας της πληροφορίας και ανάλυσης, έτσι ώστε να φθάσουμε γρήγορα σε συμπεράσματα.

Σε περίπλοκες συνθήκες όμως ή συνθήκες αβεβαιότητας, τα ευρετικά μας οδηγούν σε λάθος κρίσεις και πεποιθήσεις. Οι λανθασμένες πεποιθήσεις γίνονται ιδιαίτερα προβληματικές εξ αιτίας της μεγάλης αντοχής τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι, άπαξ και υιοθετηθεί, μία πεποίθηση μπορεί να αντέξει την επίθεση νέων αντίθετων μαρτυριών ακόμη κι αν φθάνουν μέχρι την πλήρη απαξίωση των μαρτυριών που οδήγησαν αρχικά στο σχηματισμό της πεποίθησης.

Μία ισχυρή πεποίθηση αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έννοια «τυχαιότητα». Γενικά, έχουν την τάση να παρερμηνεύουν τυχαία γεγονότα και να βλέπουν πολλές φορές κανονικότητα σ’ αυτά. Για παράδειγμα, παρότι υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ότι οι διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο ακολουθούν τυχαία κίνηση (random walk), χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά καθημερινά για να προβλέψουν την κατεύθυνση της κίνησης των τιμών των μετοχών. Πράγματι, οι Fischhoff and Slovic (1980) διαπίστωσαν ότι συμμετέχοντες σε πείραμα, στους οποίους δόθηκαν οι τιμές των μετοχών και η γενική μακροπρόθεσμη τάση της πορείας των τιμών, ήταν κατά 65% περίπου σίγουροι ότι μπορούσαν να προβλέψουν την κατεύθυνση προς την οποία θα άλλαζε η τιμή των μετοχών. Στην πράξη, επαληθεύθηκαν στο 49% των περιπτώσεων, ποσοστό που θα μπορούσαν να πετύχουν και με το στρίψιμο ενός νομίσματος.

Το να βλέπουμε μοτίβα και κανονικότητα σε τυχαία αποτελέσματα είναι εύκολο. Εάν μία κατάσταση εμπεριέχει ανεξάρτητα γεγονότα με εξίσου πιθανά αποτελέσματα, δεν είναι ασυνήθιστο να δούμε τρείς ή τέσσερις διαδοχικές εμφανίσεις του ίδιου αποτελέσματος. Θα πρέπει επομένως, εν εγρηγόρσει, να αντιστεκόμαστε στην τάση να βλέπουμε κανονικότητα και εξ αυτής να συνάγουμε σημαντικότητα για τα αποτελέσματα αυτά.

(Πηγή: "Λήψη αποφάσεων" του Κ. Δημητρόπουλου)

21 Σεπ 2009

Αδυναμίες της μνήμης

Η μνήμη διαψεύδει τις προσδοκίες μας με πολλούς τρόπους. Ο βασικός λόγος είναι ότι η διαδικασία απομνημόνευσης και η μετέπειτα ανάκληση από τη μνήμη παρουσιάζουν αδυναμίες. Η αποθήκευση των δεδομένων γίνεται ανάλογα με τη θεματική ενότητα του γεγονότος και όχι με τη χρονολογική του σειρά. Για να συμβεί αυτό, φαίνεται ότι ο μηχανισμός της μνήμης προβαίνει σε ενεργή αποδόμηση των προς αποθήκευση γεγονότων και σε αντίστοιχη αναδόμησή τους, όταν αυτά ανακαλούνται. Επειδή ο χρόνος που συνέβη κάθε γεγονός δεν είναι σημαντικό χαρακτηριστικό του συστήματος αποθήκευσης, καθίσταται δύσκολη η ανάκληση της σειράς των γεγονότων. Έτσι, παρόμοια γεγονότα που συνέβησαν σε διαφορετικές περιόδους αναμιγνύονται και η ανάμιξη συμβαίνει αμέσως και ασυνείδητα. «Έχουμε μόνο άμορφες, αποσπασματικές εικόνες του κόσμου, τις οποίες συμπληρώνουμε με αυθαίρετους συσχετισμούς ιδεών, δημιουργώντας επικίνδυνες απόψεις», γράφει ο Μαρσέλ Προυστ στο βιβλίο του «Η δραπέτισσα».

Οι αναμνήσεις που ανακαλούνται εκούσια σχηματίζονται από την αλληλεπίδραση της προηγούμενης γνώσης και νέων πληροφοριών, γι’ αυτό και δεν είναι ακριβείς. Το παρακάτω χαρακτηριστικό περιστατικό αναφέρεται από τον Ι.Μ.L. Hunter στο βιβλίο του “Memory Middlesex”, 1964: «Δύο Βρετανοί ψυχολόγοι ηχογράφησαν μυστικά τη συζήτηση που ακολούθησε μία συνάντηση της Ψυχολογικής Εταιρίας του Καίμπριτζ. Δύο εβδομάδες αργότερα οι ψυχολόγοι ήρθαν σε επαφή με όλους τους παρευρισκόμενους στη συνάντηση και τους ζήτησαν να καταγράψουν ό,τι μπορούσαν να θυμηθούν από τη συζήτηση. Από την αντιπαράθεση των απαντήσεων με την ηχογραφημένη συζήτηση αποδείχθηκε ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων είχε παραλείψει πάνω από 90% των σημείων που είχαν συζητηθεί. Στις απαντήσεις περιέχονταν σχόλια που δεν έγιναν ποτέ, συνηθισμένα σχόλια μετατράπηκαν σε μακροσκελείς αγορεύσεις και υπόνοιες σε εκφρασθέντα σχόλια».

Γιατί όμως η ψευδής αναπαραγωγή πληροφοριών να αποτελεί εγγενή, ως φαίνεται, αδυναμία των εγκεφαλικών κυκλωμάτων που ενσωματώνουν τις αναμνήσεις; Πιθανώς επειδή η μνήμη εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο στη μακρά πορεία του ανθρώπου ώστε να εξυπηρετεί περισσότερο την ανάκληση της ουσίας των γεγονότων και όχι των περίπλοκων λεπτομερειών τους.

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη κατηγορία αναμνήσεων: αυτές που αναπηδούν αιφνίδια μετά από κάποιο αναπάντεχο ερέθισμα (π.χ. έναν γνώριμο μα ξεχασμένο ήχο, μια οσμή ή μια γεύση), οι οποίες φέρουν τη σφραγίδα της αυθεντικότητας. Εγείρουν από μέσα μας κάτι έξω από τον χρόνο, κάτι που ζει και χαίρεται από την ουσία των πραγμάτων, κάτι που οδηγεί πρακτικά σε αλλαγή ηλικίας, υποκατάσταση προσώπου: σαν να ξαναβρίσκουμε στο τώρα τον εαυτό μας του τότε. Η αθέλητη μνήμη διαλέγει αυτόματα το παρελθόν που έχει σημασία για το τώρα, για να του δώσει τη δύναμη του πραγματικού. Είναι μέσω αυτού του είδους της μνήμης που μοιάζουμε να ξανακερδίζουμε τον χαμένο χρόνο, συνδέοντας ενεργά το παρελθόν με το παρόν.

*Από το υπό δημοσίευση βιβλίο του Κώστα Δημητρόπουλου «Λήψη αποφάσεων» και από το βιβλίο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο– Μια νευροβιολογική ανάγνωση» του καθ. Αθανάσιου Ντινόπουλου που κυκλοφορεί από τις επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ.

8 Ιουλ 2009

Science - no fiction

Το τελευταίο διάστημα διάβαζα εν παραλλήλω βιβλία προς δύο κατευθύνσεις. Η μία ομάδα βιβλίων ήταν, ας πούμε, μεταφυσική: πρόκειται για την τριλογία του Florian Tathagata: “Being”, “Given” και “Space”. Τα άλλα δύο ήταν βιβλία εκλαϊκευμένης ιατρικής: “My stroke of insight” της Jill Bolte Taylor, Ph.D. (το οποίο παρακινήθηκα να διαβάσω μετά από ένα εκπληκτικό βίντεο που είχε ανεβάσει στο blog της η toxotis) και το “The brain that changes itself” του Norman Doidge, M.D.

Πολύ σύντομα και προς μεγάλη μου έκπληξη συνειδητοποίησα πως οι δύο αυτές ομάδες βιβλίων συμπλήρωναν απόλυτα η μία την άλλη. Όχι μόνο έβρισκα στη δεύτερη αιτιολογίες για την πρώτη, αλλά και στην πρώτη έβρισκα ακριβείς περιγραφές βιολογικών γεγονότων που περιγράφονταν στη δεύτερη. Αναπόφευκτα οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο έχει πολύ ευρύτερη βιολογική βάση από ό,τι συνειδητοποιούμε.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο εγκέφαλος μας χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια, το αριστερό και το δεξί. Αυτά τα δύο ημισφαίρια επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω μιας «λεωφόρου μεταβίβασης πληροφοριών», ουσιαστικά μιας πολύ μεγάλης δέσμης νευρικών ινών που τα ενώνει, η οποία ονομάζεται μεσολόβιο ή τυλώδες σώμα (corpus callosum).

Από το corpus callosum οι πληροφορίες στη συνέχεια μεταβιβάζονται στον gyrus cinguli (έλικας προσαγωγίου), ο οποίος μαζί με την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο απαρτίζει το στεφανιαίο ή μεταίχμιο ή επιχείλιο σύστημα (limbic system). Τι λειτουργία επιτελεί αυτό; Η δουλειά του είναι να επισυνάπτει/περιενδύει τις εισερχόμενες πληροφορίες με συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει προτού οι πληροφορίες διοχετευθούν προς τους ανώτερους εγκεφαλικούς λωβούς όπου εδράζουν οι γνωστικές ικανότητες. Επομένως, κάθε ερέθισμα που εισέρχεται στον εγκέφαλό μας υποχρεωτικά προσλαμβάνει ένα συναίσθημα από αυτό το σύστημα, που ονομάζεται επίσης παλαιοθηλαστικό γιατί αναπτύχθηκε πρώτο. Υπό αυτήν την έννοια, είμαστε μάλλον συναισθανόμενα όντα που σκέπτονται και όχι σκεπτόμενα όντα που συναισθάνονται, όπως προτιμάμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας.

Τέλος πάντων, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του στεφανιαίου συστήματος είναι ότι, παρόλο που λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, δεν ωριμάζει. Οι νευρώνες του, όπως και η πλειονότητα άλλωστε των νευρώνων του εγκεφάλου μας, αντίθετα με τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματός μας, δεν αντικαθίστανται. Στο βιολογικό αυτό γεγονός οφείλεται το φαινόμενο ότι κάθε φορά που μας πατάνε τα συναισθηματικά μας κουμπιά, εξαιτίας ακριβώς του στεφανιαίου μας συστήματος, αντιδρούμε αρχικά με τον ίδιο τρόπο που αντιδρούσαμε όταν ήμασταν 2 ετών. Ευτυχώς που τα κύτταρα του εξωτερικού φλοιού, αντίθετα, ωριμάζουν κι έτσι μπορούμε να αναγνωρίζουμε νέες πληροφορίες. Κι όταν συγκρίνουμε τις νέες αυτές πληροφορίες με τις αποθηκευμένες στο γνωστικό μας κέντρο, παρά την αυτόματη πρώτη αντίδραση του στεφανιαίου μας συστήματος, μπορούμε να επαναξιολογήσουμε την τρέχουσα κατάσταση και εκούσια να επιλέξουμε μια πιο ώριμη αντίδραση.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας είναι η ασυμμετρία αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου. Κάτι έχουμε ακούσει όλοι μας γι’ αυτό. Το δεξί ημισφαίριο είναι σχεδιασμένο να συγκρατεί τα πράγματα έτσι όπως συνδέονται μεταξύ τους. Για το δεξί μας ημισφαίριο δεν υπάρχει χρόνος πέρα από την τρέχουσα στιγμή και κάθε στιγμή είναι ένα τεράστιο κολλάζ εντυπώσεων κι ερεθισμάτων. Στην τρέχουσα αυτή στιγμή, λόγω της άμβλυνσης των ορίων μεταξύ των ξεχωριστών οντοτήτων που είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί μας ημισφαίριο, όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν ένα. Εδώ επίσης βρίσκονται οι κατοπτρικοί νευρώνες (mirror neurons) που λέγαμε, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ενσυναίσθηση. Είναι αυτοί που μας κάνουν να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να «ξέρουμε ακριβώς πώς νιώθει».

Το αριστερό ημισφαίριο, από την άλλη, επεξεργάζεται τις εισερχόμενες πληροφορίες με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Παίρνει καθεμία από τις πολυσύνθετες στιγμές του δεξιού ημισφαιρίου και απομονώνει λεπτομέρειες, τις οποίες συνδέει με λεπτομέρειες από την προηγούμενη στιγμή. Οργανώνοντας τις λεπτομέρειες με τέτοια γραμμική αλληλουχία, δημιουργεί την έννοια του χρόνου, τον οποίο διαιρεί σε παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Μας λέει π.χ. ότι πρέπει να γίνει αυτό προτού να γίνει το άλλο. Και δεν είναι αυτό το μόνο που μας λέει. Επειδή σε αυτό εδράζουν τα κέντρα της κατανόησης (Wernicke area) και της παραγωγής της γλώσσας (Broca area), μας μιλάει ακατάπαυστα, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ποιοι είμαστε και πώς συνδεόμαστε με τον έξω κόσμο. Εδώ βρίσκεται το κέντρο της προσωπικότητάς μας.

Εδώ επίσης δημιουργούνται βρόγχοι ή μηχανισμοί σχεδόν αυτόματων αποκρίσεων στα ερεθίσματα. Με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, το αριστερό μας ημισφαίριο μπορεί να προβλέπει το πώς θα αντιδράσουμε, τι θα σκεφτούμε ή πώς θα αισθανθούμε στο μέλλον – και φροντίζει να μας κατευθύνει προς τις ίδιες πάντα αντιδράσεις. Το αριστερό μας ημισφαίριο είναι ακόμη το τμήμα του εγκεφάλου μας που κατηγοριοποιεί τις πληροφορίες ιεραρχικά, συμπεριλαμβανομένων των πραγμάτων που μας έλκουν ή μας απωθούν. Αυτά που μας έλκουν και μας απωθούν κρίνει ότι είναι καλά ή κακά αντίστοιχα. Εδώ είναι η έδρα της κρίσης και της ανάλυσης, δύο λειτουργίες εξαιτίας των οποίων το αριστερό μας ημισφαίριο μας συγκρίνει διαρκώς με όλους τους άλλους και μας κρατά ενήμερους για τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση του, υπερτερούμε ή υπολειπόμαστε.

Κι ενώ το αριστερό μας ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την κατανόηση της δομής και της σημασίας μιας πρότασης, την αντίληψη των γραμμάτων και τη σύνδεσή τους με τις έννοιες, το δεξί ημισφαίριο ερμηνεύει τη μη λεκτική επικοινωνία – τις πιο λεπτές υφές όπως ο τόνος της φωνής, η έκφραση του προσώπου και η γλώσσα του σώματος. Το δεξί μας ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα της επικοινωνίας και αξιολογεί τη συνέπεια της πράξης ως σύνολο. Τέλος, το αριστερό μας ημισφαίριο είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται τα όρια του σώματός μας, ενώ το δεξί είναι εκείνο που το τοποθετεί μέσα στον χώρο γύρω.

Όλα τα ποστ που έχω ανεβάσει το τελευταίο διάστημα, τα οποία βασίζονται σε συζητήσεις του Florian Tathagata με άλλους ανθρώπους, όπως μαγνητοσκοπήθηκαν, καταγράφηκαν και δημοσιεύθηκαν, είναι ακριβώς μια εξερεύνηση στον κόσμο του δεξιού ημισφαιρίου. Είναι η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας. Όμως το δεξί ημισφαίριο δεν περιλαμβάνει γλωσσικό κέντρο κι έτσι δεν μπορεί να μας μιλήσει. Ο τρόπος του είναι ο τρόπος της διαίσθησης, ο τρόπος της συνολικής εικόνας, της ανάδειξης του χώρου που περιέχει τις λεπτομέρειες τις οποίες απομονώνουν προσεκτικά τα κύτταρα του αριστερού μας ημισφαιρίου και στη συνέχεια μας λένε ποιοι είμαστε, βασισμένα στη μνήμη ανάλογων λεπτομερειών, γεμίζοντας το μέλλον μας με προβολές για το τι θα προτιμήσουμε να κάνουμε και πώς. Κυριολεκτικά, είμαστε αποκυήματα της φαντασίας του αριστερού μας ημισφαιρίου.

Το θέμα είναι ότι οι πληροφορίες διοχετεύονται μέσω του corpus callosum πρώτα στο δεξί ημισφαίριο και μετά στο αριστερό. Θα μπορούσαμε εξίσου καλά να επικεντρωθούμε στην ενωτική εντύπωση που αποκομίζει το δεξί μας ημισφαίριο από τον κόσμο, όμως να που το αριστερό ημισφαίριο μας μιλάει ακατάπαυστα μέσα από το γλωσσικό μας κέντρο και τραβά την προσοχή μας προς τις λεπτομέρειες, μας οδηγεί σε αναλύσεις και γενικά δημιουργεί τον αποσπασματικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως εσωτερική μας πραγματικότητα. Αλλά να που δεν είναι η μοναδική…

4 Φεβ 2009

Σκέψεις πίσω από το μανιφέστο των Russell-Einstein

Οι παλιοί ήταν το δίχως άλλο εξίσου κακοί με εμάς, με τη διαφορά ότι το ήξεραν. Αυτή η φρόνηση, η σοφία τους θωράκιζε. Ένα διάταγμα του Πάπα καταδίκαζε τη χρήση του τρίποδου που χρησιμοποιούσαν για να στηρίζουν το τόξο: η μηχανή αυτή απέναντι στα φυσικά μέσα που χρησιμοποιούσε ο τοξότης καθιστούσε τον αγώνα απάνθρωπο. Το διάταγμα ίσχυσε για διακόσια χρόνια. Ο Ρολάν ντε Βονσεβό, χτυπημένος από τις δυνάμεις των Σαρακηνών, έγραφε: «Καταραμένος αυτός ο δειλός που εφηύρε όπλα ικανά να σκοτώνουν από απόσταση».

Πιο κοντά στη δική μας εποχή, στα 1775, ένας Γάλλος μηχανικός, ο Περόν, παρουσίασε στον νεαρό τότε Λουδοβίκο ένα στρατιωτικό όργανο που έπαιρνε μπροστά με μανιβέλα και μπορούσε να εκσφενδονίζει εικοσιτέσσερις μπάλες. Ήταν ο πρόδρομος των σύγχρονων μυδραλιοβόλων. Το μηχάνημα φάνηκε τόσο θανατηφόρο στον βασιλιά και τους υπουργούς του που ο εφευρέτης του θεωρήθηκε εχθρός της ανθρωπότητας. Θέλοντας να χειραφετηθούμε με κάθε τρόπο, χειραφετήσαμε και τον πόλεμο. Κι ενώ ήταν η απόδειξη θυσίας και σωτηρίας για κάποιους, έγινε καταδίκη για όλους.

Τον Οκτώβρη του 1953 ένας διάσημος καθηγητής του Δικαίου στην Αθήνα, ο Μ. Δεσποτόπουλος, έστελνε στην Ουνέσκο ένα μανιφέστο που ζητούσε να σταματήσει η επιστημονική πρόοδος ή τουλάχιστον να κρατηθεί μυστική: «Η διάκριση ανάμεσα στην επιστήμη και τις τεχνικές της εφαρμογές έχει γίνει πρακτικά αδύνατη. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να μιλά για την επιστήμη σαν να έχει αξία αυτή καθεαυτή. Καλύτερα θα ήταν να πούμε πως στους κυριότερους τομείς η αξία της είναι αρνητική στο μέτρο που ξεφεύγει από τον έλεγχο της συνείδησης και γίνεται επικίνδυνο παιχνίδι στα χέρια της εξουσίας και των πολιτικών».

Η ύλη που ήταν το κώλυμα νικήθηκε. Ο δρόμος προς το μηδέν είναι ανοιχτός.

(Από το βιβλίο "Η αυγή των μάγων" των Πάουελς-Μπερζιέ, εκδ. Κάκτος.)

1 Ιουλ 2008

Η ολότητα της ύπαρξης

Οι περισσότεροι από μας ταυτιζόμαστε αυτόματα με οποιαδήποτε εμπειρία συναντήσουμε στη στιγμή, είτε είναι μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια σκέψη, μια φαντασίωση ή μια αντίδραση. Με αυτή την ταύτιση, χάνουμε την αίσθηση του είναι ή της ουσίας και στη συνέχεια αγκιστρωνόμαστε στο γνωστικό επίπεδο και το κάνουμε τόπο κατοικίας για τον συνειδητό νου (εγώ).


Στη συνέχεια, αυτός ο αποκαλούμενος συνειδητός νους γίνεται η πιο ισχυρή εκτελεστική λειτουργία μέσα μας, δίνοντας μας μια έντονη αίσθηση για το ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, κάνοντας επίσης και όλες τις επιλογές της ζωής μας. Όσο περισσότερο ταυτιζόμαστε με αυτόν, τόσο μακρύτερα είμαστε από το είναι, έτσι λοιπόν δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Τελικά, δεν ξέρουμε πλέον ποιοι αληθινά είμαστε, εκτός από την αίσθηση του “εγώ” που έχει αποκτηθεί από τον συνειδητό νου και μέσα από τη διαδικασία του γίγνεσθαι.


Όταν κάποιος ταυτίζεται ολοκληρωτικά με το συνειδητό του μέρος (το εγώ, τον χαρακτήρα ή την προσωπικότητα) και το θεωρεί ως τη μόνη πραγματικότητα, τότε τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε ένα κουτί και δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να δει ή να ψάξει. Έτσι, το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής λείπει και όταν κάποιος δεν ψάχνει για το κομμάτι που λείπει, επειδή δεν αντιλαμβάνεται την αλήθεια, τότε πραγματικά χάνει το σύνολο της ζωής και της ύπαρξης.


Παραδοξολογώντας, θα πρέπει κανείς ωστόσο να αναγνωρίσει, να κάνει κτήμα του, να τιμήσει και να αγκαλιάσει οποιοδήποτε μέρος του εαυτού του εμφανίζεται ή ανέρχεται στη συνειδητή του διαδικασία. Κατέχοντας πλήρως και αγκαλιάζοντας άνευ όρων και τα δύο επίπεδα που συνιστούν την ύπαρξή του, δεν υπάρχει πλέον τίποτα που να αφήνεται αφρόντιστο και έτσι όλες οι πραγματικότητες της ζωής κινούνται μαζί, πλάι-πλάι, αποκαλύπτοντας και ξεδιπλώνοντας τους εαυτούς τους διαδοχικά.


(απόσπασμα από το βιβλίο “Εννεάγραμμα και αυτο-μεταμόρφωση” του Vichtir Rachma Dhiravamsa, εκδ. ισόρροπον)

6 Μαΐ 2008

"Αυτό"

Μια μέρα με ρώτησε ο Διδάσκαλος ύστερα από μια ιδιαίτερα επιτυχευμένη τόξευσή μου: “Καταλαβαίνετε τώρα τι σημαίνει η φράση 'αυτό' τοξεύει, 'αυτό' πλήττει τον στόχο;”

“Φοβάμαι”, αποκρίθηκα, “ότι δεν καταλαβαίνω πια απολύτως τίποτα. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα συγχέονται στο μυαλό μου. Άραγε, εγώ τεντώνω το τόξο ή το τόξο με φέρνει στην πιο μεγάλη ένταση; Εγώ πετυχαίνω τον στόχο ή ο στόχος με πετυχαίνει; Έχει 'αυτό' πνευματική υπόσταση για τα μάτια του σώματος ή σωματική για τα μάτια του πνεύματος, είναι και τα δύο μαζί ή τίποτα από τα δύο; Το τόξο, το βέλος, ο στόχος και εγώ, όλα αυτά μπλέκονται έτσι μεταξύ τους, ώστε να μην μπορώ πια να τα ξεχωρίσω. Εξάλλου, και η ανάγκη να τα ξεχωρίσω εξαφανίστηκε. Γιατί μόλις πάρω το τόξο στο χέρι μου και τοξεύσω, τα πάντα γίνονται τόσο καθαρά και μονοσήμαντα και τόσο απλούστατα...”

Εκεί με διέκοψε ο Διδάσκαλος και είπε: “Μόλις τώρα σας διαπέρασε η χορδή του τόξου”.

(απόσπασμα από το βιβλίο “Ζεν και η τέχνη της τοξοβολίας”, βλ. “αγαπημένα βιβλία” στη διπλανή στήλη).

***

Βλέπω την κόρη μου και σκέφτομαι ότι είναι πολύ εύκολο να “δω” σε κείνη τον εαυτό μου και να πω “είναι εγώ”. Το ίδιο θα μπορούσα, με αντίστοιχη ίσως ευκολία, να πω και για τη μητέρα μου, αν ζούσε. Όμως δεν είναι αυτή η αίσθηση της ενότητας, η αίσθηση του “όλοι είμαστε ένα” που αναζητούμε. Η αίσθηση που αναζητούμε είναι: “Δεν υπάρχει κανένα εγώ. Υπάρχει μόνο 'αυτό' μέσα και πίσω απ' όλους”. Και μόλις εκείνη τη στιγμή, παύει να έχει κανείς οποιονδήποτε λόγο να είναι κάτι διαφορετικό από έναν κοινό και συνηθισμένο άνθρωπο...

Προσωπικά, απέχω πολύ ακόμη απ' αυτό το σημείο.

3 Απρ 2008

Χωρίς αρχή και τέλος

“Πού σταματάμε εμείς και πού αρχίζουν οι άλλοι μέσα σε τούτο το δωμάτιο;” ρώτησα, παίρνοντας τρυφερά το χέρι της.

Ούτε κι εγώ ήξερα. Πού αρχίζει και πού τελειώνει το μυαλό και το πνεύμα, πού αρχίζει και πού τελειώνει το ενδιαφέρον, πού βρίσκονται τα όρια της γνώσης, της αναζήτησης και της αγάπης;

Αμέτρητες φορές είχαμε ευχηθεί να είχαμε περισσότερα σώματα! Μερικά ακόμη σώματα, για να ζούμε ταυτόχρονα μέσα τους. Θα πηγαίναμε να ζήσουμε ήρεμα, ολομόναχοι μέσα στην ερημιά, για να δούμε τον ήλιο να ανατέλλει με ειρήνη, να εξημερώσουμε άγρια ζώα, να καλλιεργήσουμε τη γη και να ζήσουμε κοντά της, και την ίδια στιγμή θα είμαστε κάτοικοι της πόλης, θα συνωστιζόμαστε μέσα στα πλήθη, θα βλέπαμε ταινίες ή θα τις γυρίζαμε οι ίδιοι, θα παρακολουθούσαμε διαλέξεις ή θα τις δίναμε οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε περισσότερα σώματα για να συναντάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, και ταυτόχρονα να είμαστε μόνοι μαζί, για να χτίζουμε γεφύρια και καταφύγια, για να μαθαίνουμε όλες τις γλώσσες, να εκμεταλλευόμαστε όλες τις κλίσεις μας, να μελετάμε, να εφαρμόζουμε και να διδάσκουμε ό,τι ξέρουμε, να δουλεύουμε μέχρι να πέσουμε κάτω εξαντλημένοι.”

(Richard Bach, όπ.π.)

4 Μαρ 2008

Το πράσινο μιμίδιο

Όλα όσα έχουν γραφτεί μέχρι στιγμής είναι κι αυτά μια αντανάκλαση. Αντανάκλαση αυτού που ο Ken Wilber ονόμασε «πράσινο μιμίδιο» (ή μίμημα – the green meme). Την υιοθέτηση του πράσινου μιμιδίου συνοδεύει η αντίληψη ότι κάθε εξελικτικό κύμα είναι «υπερβαίνον και περικλείον», ότι δηλ. υπερβαίνει τον προκάτοχό του, ωστόσο τον περικλείει ή τον αγκαλιάζει μέσα στη δική του σύνθεση, με τον ίδιο τρόπο που το κύτταρο περικλείει τα μόρια που τα αποτελούν, τα οποία με τη σειρά τους περικλείουν τα άτομα που τα αποτελούν κ.ο.κ. Κάθε κύμα ύπαρξης, επομένως, αποτελεί θεμελιώδες συστατικό όλων των επόμενων κυμάτων και πρέπει να γίνεται αποδεκτό με συμπόνοια.

Το πράσινο μιμίδιο εδραιώνει αυτό που αποκαλείται «δευτεροβάθμιο επίπεδο συνείδησης» ή «δευτεροβάθμια σκέψη/συνειδητότητα». Με τη δευτεροβάθμια συνειδητότητα λοιπόν μπορεί κάποιος να σκέφτεται εξίσου κατακόρυφα και οριζόντια, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα ιεραρχίες και ετεραρχίες (δηλ. και κατάταξη και σύνδεση), μπορεί με άλλα λόγια να αντιληφθεί παραστατικά ολόκληρο το φάσμα της εξέλιξης και να κατανοήσει έτσι ότι κάθε επίπεδο, μιμίδιο και κύμα είναι κρίσιμης σημασίας για το συνολικό σπείρωμα.

Μέχρι και πριν από το πράσινο μιμίδιο ένα τέτοιο συνειδησιακό άλμα ήταν αδύνατο. Τα πρωτοβάθμια μιμίδια αντιστέκονταν σθεναρά στην ανάδυση των δευτεροβάθμιων. Ο επιστημονικός υλισμός (πορτοκαλί μιμίδιο) προσπαθούσε επιθετικά να περιορίσει τις δευτεροβάθμιες διαρθρώσεις, επιχειρώντας να υποβιβάσει όλα τα εσωτερικά στάδια σε ξεσπάσματα νευρωνικής δραστηριότητας. Ο μυθικός φονταμενταλισμός (γαλάζιο μιμίδιο) εξεγειρόταν συχνά με αυτό που θεωρούσε απόπειρες ανατροπής της δοτής του τάξης. Η μαγεία πάλι (πορφυρό μιμίδιο) ξόρκιζε παντελώς τη δευτεροβάθμια συνειδητότητα.

Όμως το πράσινο μιμίδιο ήταν υπεύθυνο για πολλά από τα σλόγκαν που ακούμε τις τελευταίες δεκαετίες: πλουραλισμός, σχετικισμός, ανομοιομορφία, πολύ-πολιτισιμικότητα, αποδόμηση, αντι-ιεραρχία,… Αλλά αυτό που βασικά έφερε ήταν μια βαθιά ανατροπή. Η εξέλιξη έχει την τάση να προχωρά μέσα από τη διαφοροποίηση και την ενοποίηση (πχ ένα ζυγωτό κύτταρο διαφοροποείται σε δύο, κατόπιν σε τέσσερα, σε δεκαέξι, κ.ο.κ., ενώ ταυτόχρονα τα διαφοροποιημένα κύτταρα ενοποιούνται σε συνεκτικούς ιστούς, όργανα, κ.λπ.).

Το πράσινο μιμίδιο κατορθώνει ηρωικά να διαφοροποιήσει τον πολλές φορές δύσκαμπτο, θεωρητικό, καθολικό φορμαλισμό του προηγούμενου κύματος (πορτοκαλί μιμίδιο: τυπικές νοητικές πράξεις, εγωική-ορθολογική συνειδητότητα), αποκαλύπτοντας όχι έναν ορθολογικό ομοιομορφισμό, αλλά μια ταπετσαρία πολλαπλών πλαισίων, διαφορετικών πολιτιστικών υφάνσεων, πλουραλιστικών αντιλήψεων και ατομικών διαφοροποιήσεων. Έτσι γίνεται ευαίσθητο σε όλες αυτές τις φωνές που μέχρι τώρα δεν είχαν ακουστεί, θέτοντας τις βάσεις για το επόμενο βήμα: την ενοποίηση σε έναν πραγματικά ολιστικό και ολοκληρωμένο κόσμο.

(ελεύθερη συρραφή από το βιβλίο "Μια θεωρία για τα πάντα" του Ken Wilber, εκδ. Κυβέλη).