Σκοπός ενός κοάν γι' αυτόν που το σκέφτεται είναι να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ του νου (ο οποίος εκδηλώνεται σα ροή σκέψεων) και της συνείδησης (που είναι κάτι ευρύτερο). Το θέμα πάντα είναι να κατανοήσουμε ότι είναι η ταύτιση με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας η οποία δημιουργεί την προσωπικότητα (και την αίσθηση του εγώ) και ότι υπάρχει κάτι ευρύτερο, η συνείδηση, κοινή για όλους, μέσα στην οποία οι προσωπικότητές μας υπάρχουν σαν απλά συμβάντα. Οι στοχαστές του Ζεν ταυτίζουν τη συνείδηση με τη ζωή.
Όπως και να 'χει, η παραδοξότητα του κοάν τείνει να διεγείρει τον νου επί παρατεταμένο διάστημα μια και ο νους το στριφογυρίζει προσπαθώντας να "λύσει" το παράδοξό του ή να βρει μια απάντηση, κάπως σαν τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του – μόνο που σ' αυτό το κυνήγι, ο νους προβάλλει όπως πραγματικά είναι, δηλ. σαν κάτι ξέχωρο από τη συνείδηση.
Τη στιγμή που αντιλαμβάνεται κανείς ότι νους και συνείδηση είναι κάτι ξεχωριστό, μπορεί να αντιληφθεί ότι ο πρώτος ταυτίζεται με την προσωπικότητα και η δεύτερη με την πραγματική του ουσία κι έτσι επιτυγχάνεται ο σκοπός του κοάν.
Η επίτευξη του σκοπού του κοάν δεν έχει να κάνει με την ερμηνεία του. Άλλωστε, όσες ερμηνείες κι αν δώσει κανείς σε ένα κοάν δε φαίνεται να μπορούν να εξαντλήσουν το νόημά του, επομένως είναι μάλλον απίθανο να υπάρχει μια και μοναδική, οριστική ερμηνεία.
Παραδείγματα κοάν:
- Δύο χέρια χτυπούν το ένα με το άλλο και παράγεται ένας ήχος. Ποιος είναι ο ήχος του ενός χεριού;
- Πώς μπορεί κανείς να εκφράσει την αλήθεια χωρίς ούτε ομιλία ούτε σιωπή;
- Αν πραγματικά αγαπώ τον εαυτό μου, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Αν θέλω να τον προφυλάξω, δεν πρέπει να τον προφυλάσσω.
- Δεν είναι ούτε η σημαία που κουνιέται ούτε ο άνεμος. Ο νους είναι.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
18 Ιαν 2010
8 Ιαν 2010
Κοάν
Ένα κοάν: “Δεν υπάρχει χρόνος. Τι είναι μνήμη;”.
Αν χτυπήσω δυο φορές με το χέρι μου το τραπέζι, δεν έχω άλλη επιλογή από το να παραδεχτώ ότι αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα δύο χτυπήματα είναι χρόνος. Άρα χρόνος υπάρχει. Μόνο που υπάρχει επειδή έχω μνήμη του πρώτου χτυπήματος.
Όλα όσα κτίζονται μέσα μου, κτίζονται με βασικό δομικό υλικό τη μνήμη μου – κι επειδή η μνήμη είναι ελλιπής, μπορώ να αρχίσω να αμφισβητώ όλα όσα κτίζονται μέσα μου.
Τι μένει λοιπόν; Μόνο το τώρα. Ακόμα κι αν υπάρχει χρόνος, τελικά δεν έχει σημασία.
Αν χτυπήσω δυο φορές με το χέρι μου το τραπέζι, δεν έχω άλλη επιλογή από το να παραδεχτώ ότι αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα δύο χτυπήματα είναι χρόνος. Άρα χρόνος υπάρχει. Μόνο που υπάρχει επειδή έχω μνήμη του πρώτου χτυπήματος.
Όλα όσα κτίζονται μέσα μου, κτίζονται με βασικό δομικό υλικό τη μνήμη μου – κι επειδή η μνήμη είναι ελλιπής, μπορώ να αρχίσω να αμφισβητώ όλα όσα κτίζονται μέσα μου.
Τι μένει λοιπόν; Μόνο το τώρα. Ακόμα κι αν υπάρχει χρόνος, τελικά δεν έχει σημασία.
6 Ιαν 2010
Μια σημείωση
Και μια σημείωση για το τέλος. Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο δεν μπορεί παρά να είναι ανθρωποκεντρικός και γεωκεντρικός. Την εποχή του Καρτέσιου (Descartes) που σήμανε την κυριαρχία της επιστήμης και των μηχανών, συντελέστηκε μια μεγάλη ανατροπή. Μέχρι τότε, όλοι οι κλάδοι της ανθρώπινης σκέψης έβαζαν τον άνθρωπο (και τη Γη πάνω στην οποία κατοικούσε) στο κέντρο του σύμπαντος. Η αποκάλυψη της αστρονομίας ότι τελικά δεν είμαστε παρά μόνο ένας κόκκος σκόνης μέσα στο σύμπαν, όχι μόνο μας εκθρόνισε από το κέντρο, αλλά μας εκμηδένισε. Κι ήρθε αιώνες μετά η κβαντική φυσική και γραπτά όπως του Νηλς Μπορ (Niels Bohr) για να μας πουν ότι ο παρατηρητής (εν προκειμένω ο άνθρωπος) δεν είναι κάτι ξέχωρο από το παρατηρούμενο, αφού ακατάλυτα το επηρεάζει. Κι έτσι ξαναβρεθήκαμε στο κέντρο του σύμπαντος – ενός σύμπαντος αναπόφευκτα ανθρωποκεντρικού και γεωκεντρικού.
Χωρίς κάτι τέτοιο να συνιστά αυτό καθαυτό έπαρση. Είναι αδύνατον να βγούμε εντελώς έξω από τα όρια του εαυτού μας, όπως ακριβώς είναι αδύνατον να βγούμε έξω από το σύμπαν και να το παρατηρήσουμε. Έπαρση είναι να πιστεύουμε ότι οι ιδέες μας για τον κόσμο ΕΙΝΑΙ ο κόσμος. Να πιστεύουμε π.χ. ότι τα μαθηματικά και η γεωμετρία, τα οποία είναι επινοήσεις μας, προϋπήρχαν της ύπαρξής μας. Να πιστεύουμε ότι αυτό που σκεφτόμαστε σήμερα, το οποίο είναι διαφορετικό από αυτό που σκεφτόμασταν χθες και από αυτό που θα σκεφτούμε αύριο, έχει καθολική ισχύ. Να μην έχουμε συνείδηση των πεπερασμένων μας ικανοτήτων και των πάμπολλων περιορισμών μας. Να μην αντιλαμβανόμαστε ότι λειτουργούμε με και μέσω προσομοιώσεων.
Όχι. Το να έχουμε επίγνωση των περιορισμών μας σημαίνει ταπεινότητα, κάτι απαραίτητο στους καιρούς που ζούμε, οι οποίοι, όπως λέει και ο διακεκριμένος ιστορικός Τζων Λούκατς, καλούν να σκεφτούμε από την αρχή το τι σημαίνει “πρόοδος” και ποια κατεύθυνση πρέπει αυτή να πάρει...
Χωρίς κάτι τέτοιο να συνιστά αυτό καθαυτό έπαρση. Είναι αδύνατον να βγούμε εντελώς έξω από τα όρια του εαυτού μας, όπως ακριβώς είναι αδύνατον να βγούμε έξω από το σύμπαν και να το παρατηρήσουμε. Έπαρση είναι να πιστεύουμε ότι οι ιδέες μας για τον κόσμο ΕΙΝΑΙ ο κόσμος. Να πιστεύουμε π.χ. ότι τα μαθηματικά και η γεωμετρία, τα οποία είναι επινοήσεις μας, προϋπήρχαν της ύπαρξής μας. Να πιστεύουμε ότι αυτό που σκεφτόμαστε σήμερα, το οποίο είναι διαφορετικό από αυτό που σκεφτόμασταν χθες και από αυτό που θα σκεφτούμε αύριο, έχει καθολική ισχύ. Να μην έχουμε συνείδηση των πεπερασμένων μας ικανοτήτων και των πάμπολλων περιορισμών μας. Να μην αντιλαμβανόμαστε ότι λειτουργούμε με και μέσω προσομοιώσεων.
Όχι. Το να έχουμε επίγνωση των περιορισμών μας σημαίνει ταπεινότητα, κάτι απαραίτητο στους καιρούς που ζούμε, οι οποίοι, όπως λέει και ο διακεκριμένος ιστορικός Τζων Λούκατς, καλούν να σκεφτούμε από την αρχή το τι σημαίνει “πρόοδος” και ποια κατεύθυνση πρέπει αυτή να πάρει...
3 Ιαν 2010
Ένα βήμα πιο πέρα
Ας πάμε τώρα τον συλλογισμό ένα βήμα πιο πέρα. Οι προσομοιώσεις μας της πραγματικότητας, καθώς και τα συμπεράσματα και οι στάσεις που προκύπτουν από αυτές δεν πέφτουν στο κενό, το αντίθετο: εισβάλλουν στον κόσμο και περιπλέκουν τη δομή και την εξέλιξη των γεγονότων.
Ας δούμε ένα παράδειγμα. Η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο γύρω μας αλλάζει, ανάλογα με τον τρόπο που αλλάζει η αντίληψή μας. Και μάλιστα σε βαθμό που νομιμοποιούμαστε να πούμε ότι μπορεί να μην ανακαλύψαμε το σύμπαν, αλλά σίγουρα το σύμπαν είναι επινόησή μας.
Όταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς να είναι ειδικός, πει ότι κάθε πρωί ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή και δύει στη δύση, δεν λέει ψέμματα. Ούτε αποκαλεί τον Κοπέρνικο ή έναν αστρονόμο της εποχής του, που πίστευαν ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη Γη, ψεύτες. Πιθανώς μάλιστα να μπορεί να δει και τη λογική της σκέψης τους, όπως εμείς, απλώς πλέον ξέρουμε ότι έκαναν λάθος. Οι επιστημονικές ιδέες παράγονται από σκέψεις και οι σκέψεις δεν είναι παρά προσομοιώσεις, ευθέως ανάλογες προς την αντιληπτική ικανότητα αυτών που τις κάνουν. Όμως οι σκέψεις δεν είναι ο κόσμος ούτε και πρέπει να εκλαμβάνονται ως ο κόσμος.
Όλα όσα αντιλαμβανόμαστε για τον κόσμο, ότι το νερό είναι Η20, ότι δεν υπάρχει ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη του φωτός, ότι e=mc2 κλπ κλπ ΔΕΝ είναι απόλυτες και αιώνιες αλήθειες που ισχύουν παντού και οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο σύμπαν, τρισεκατομμύρια χρόνια πριν και τρισεκατομμύρια χρόνια μετά από σήμερα. Οι γνωστές και ορατές και μετρήσιμες συνθήκες που επικρατούν στο σύμπαν μας δεν προηγούνται αλλά προέρχονται από τη δική μας ύπαρξη και συνείδηση. Βλέπουμε το σύμπαν έτσι όπως το βλέπουμε, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορούμε να το δούμε.
Ας δούμε ένα παράδειγμα. Η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο γύρω μας αλλάζει, ανάλογα με τον τρόπο που αλλάζει η αντίληψή μας. Και μάλιστα σε βαθμό που νομιμοποιούμαστε να πούμε ότι μπορεί να μην ανακαλύψαμε το σύμπαν, αλλά σίγουρα το σύμπαν είναι επινόησή μας.
Όταν ένας απλός άνθρωπος, χωρίς να είναι ειδικός, πει ότι κάθε πρωί ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή και δύει στη δύση, δεν λέει ψέμματα. Ούτε αποκαλεί τον Κοπέρνικο ή έναν αστρονόμο της εποχής του, που πίστευαν ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη Γη, ψεύτες. Πιθανώς μάλιστα να μπορεί να δει και τη λογική της σκέψης τους, όπως εμείς, απλώς πλέον ξέρουμε ότι έκαναν λάθος. Οι επιστημονικές ιδέες παράγονται από σκέψεις και οι σκέψεις δεν είναι παρά προσομοιώσεις, ευθέως ανάλογες προς την αντιληπτική ικανότητα αυτών που τις κάνουν. Όμως οι σκέψεις δεν είναι ο κόσμος ούτε και πρέπει να εκλαμβάνονται ως ο κόσμος.
Όλα όσα αντιλαμβανόμαστε για τον κόσμο, ότι το νερό είναι Η20, ότι δεν υπάρχει ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη του φωτός, ότι e=mc2 κλπ κλπ ΔΕΝ είναι απόλυτες και αιώνιες αλήθειες που ισχύουν παντού και οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο σύμπαν, τρισεκατομμύρια χρόνια πριν και τρισεκατομμύρια χρόνια μετά από σήμερα. Οι γνωστές και ορατές και μετρήσιμες συνθήκες που επικρατούν στο σύμπαν μας δεν προηγούνται αλλά προέρχονται από τη δική μας ύπαρξη και συνείδηση. Βλέπουμε το σύμπαν έτσι όπως το βλέπουμε, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορούμε να το δούμε.
31 Δεκ 2009
Προσομοιώσεις
Η αλήθεια είναι ότι η προ-προηγούμενη ανάρτησή μου με τίτλο "Ζωή" έβαλε, ακόμα και μένα, σε σκέψεις. Είναι ίσως τρομακτικό αλλά πραγματικά δεν υπάρχει κόσμος "όπως είναι", παρά μόνο κόσμος όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Ο κόσμος ως κάτι το αντικειμενικό, ως κάτι που υπάρχει πέρα και έξω από μας, δεν υπάρχει, αφού ο μόνος τρόπος να τον αντιληφθούμε είναι μέσω των αισθήσεών μας και αφού ακόμη και αυτός ο τρόπος (δηλ. ο τρόπος με τον οποίο τον καταγράφουν οι αισθήσεις μας) διαφέρει από άτομο σε άτομο.*
Πέραν αυτού, η αντίληψή μας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε από μια δεδομένη στιγμή να προσλαμβάνουμε κάποιες μόνο από τις ιδιότητες που την χαρακτηρίζουν – τα κενά συμπληρώνονται με παρεκτάσεις ("το Α πάει με το Β, άρα το Β είναι σίγουρα στη θέση του κενού"), με προβλέψεις για το τι πρόκειται να ακολουθήσει και με συμπεράσματα που στηρίζονται σε δεδομένα από τη μνήμη. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορούμε να επεξεργαζόμαστε με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα τα δεδομένα της στιγμής, όπως έχει διαπιστωθεί από πολλούς επιστήμονες.
Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο με την υπαρκτή δεδομένη στιγμή, τη στιγμή δηλ. όπως συμβαίνει και όπως εξελίσσεται. Συμβαίνει και με τις σκέψεις μας και τα σενάρια που τρέχουν στο κεφάλι μας, τα οποία είναι –φαίνεται- ακόμη πιο σημαντικά για μας, αφού η αντίληψή μας του περιβάλλοντος συνήθως ατονεί τη στιγμή που τα σκεφτόμαστε και αυτά αποκτούν πρωταρχική σημασία μέσα μας.
Η βασική επομένως λειτουργία τόσο κατά την on-line όσο και κατά την off-line αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο είναι, θα λέγαμε, "αυτό μοιάζει σαν…", με αποτέλεσμα ο κόσμος να προβάλλει μέσα μας σαν μια αλληλουχία προσομοιώσεων και ποτέ αντικειμενικά. Μια τέτοια αντικειμενικότητα άλλωστε απαιτεί τον πλήρη διαχωρισμό του αντικειμένου από το υποκείμενο, αλλά είδαμε ότι ο μόνος τρόπος να αντιληφθούμε οποιοδήποτε αντικείμενο είναι να το εσωτερικεύσουμε.
Επομένως, η ανθρώπινη αντίληψη μοιάζει κατά κύριο λόγο με μηχανή προσομοίωσης, με προσομοιωτή. Κι αναρωτιέμαι: ποιος ή τι μπήκε στον κόπο να κατασκευάσει έναν τέτοιο προσομοιωτή και, κυρίως, ποιος είναι εκείνος που μπαίνει στο μηχάνημα και παίζει το παιχνίδι;
[*Βεβαίως, θα ήταν λάθος, όπως λέει και ο Hallett Carr, να πούμε ότι επειδή ένα βουνό φαίνεται να έχει διαφορετικό σχήμα όταν το κοιτάμε από διαφορετικές οπτικές γωνίες, δεν έχει τελικά κανένα συγκεκριμένο σχήμα ή έχει άπειρα σχήματα. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι όσο πιο αντικειμενική γίνεται η ιδέα που σχηματίζουμε για το βουνό, τόσο πιο αφηρημένη είναι.]
Πέραν αυτού, η αντίληψή μας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε από μια δεδομένη στιγμή να προσλαμβάνουμε κάποιες μόνο από τις ιδιότητες που την χαρακτηρίζουν – τα κενά συμπληρώνονται με παρεκτάσεις ("το Α πάει με το Β, άρα το Β είναι σίγουρα στη θέση του κενού"), με προβλέψεις για το τι πρόκειται να ακολουθήσει και με συμπεράσματα που στηρίζονται σε δεδομένα από τη μνήμη. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορούμε να επεξεργαζόμαστε με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα τα δεδομένα της στιγμής, όπως έχει διαπιστωθεί από πολλούς επιστήμονες.
Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο με την υπαρκτή δεδομένη στιγμή, τη στιγμή δηλ. όπως συμβαίνει και όπως εξελίσσεται. Συμβαίνει και με τις σκέψεις μας και τα σενάρια που τρέχουν στο κεφάλι μας, τα οποία είναι –φαίνεται- ακόμη πιο σημαντικά για μας, αφού η αντίληψή μας του περιβάλλοντος συνήθως ατονεί τη στιγμή που τα σκεφτόμαστε και αυτά αποκτούν πρωταρχική σημασία μέσα μας.
Η βασική επομένως λειτουργία τόσο κατά την on-line όσο και κατά την off-line αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο είναι, θα λέγαμε, "αυτό μοιάζει σαν…", με αποτέλεσμα ο κόσμος να προβάλλει μέσα μας σαν μια αλληλουχία προσομοιώσεων και ποτέ αντικειμενικά. Μια τέτοια αντικειμενικότητα άλλωστε απαιτεί τον πλήρη διαχωρισμό του αντικειμένου από το υποκείμενο, αλλά είδαμε ότι ο μόνος τρόπος να αντιληφθούμε οποιοδήποτε αντικείμενο είναι να το εσωτερικεύσουμε.
Επομένως, η ανθρώπινη αντίληψη μοιάζει κατά κύριο λόγο με μηχανή προσομοίωσης, με προσομοιωτή. Κι αναρωτιέμαι: ποιος ή τι μπήκε στον κόπο να κατασκευάσει έναν τέτοιο προσομοιωτή και, κυρίως, ποιος είναι εκείνος που μπαίνει στο μηχάνημα και παίζει το παιχνίδι;
[*Βεβαίως, θα ήταν λάθος, όπως λέει και ο Hallett Carr, να πούμε ότι επειδή ένα βουνό φαίνεται να έχει διαφορετικό σχήμα όταν το κοιτάμε από διαφορετικές οπτικές γωνίες, δεν έχει τελικά κανένα συγκεκριμένο σχήμα ή έχει άπειρα σχήματα. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι όσο πιο αντικειμενική γίνεται η ιδέα που σχηματίζουμε για το βουνό, τόσο πιο αφηρημένη είναι.]
21 Δεκ 2009
Ζωή
…είναι όλες οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις του σώματος που επισυμβαίνουν μέσα στη συνείδησή σου αυτή τη στιγμή. Επομένως, το σώμα σου είναι κι αυτό μια εμπειρία μέσα στη συνείδηση και, υπό αυτή την έννοια, το σώμα σου είναι μέσα σου και όχι εσύ μέσα στο σώμα σου.
Κι εγώ επίσης είμαι μέσα σου σαν μια απ' τις εμπειρίες σου. Τα λόγια μου, αφού τα γράψω, αιωρούνται ελεύθερα μέσα στη συνείδηση για να τα αναλάβεις εσύ, καθώς τα διαβάζεις. Αν μάλιστα μπορέσεις να διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές (που μπορείς), θα καταλάβεις και πώς νιώθω. Τότε έχεις συναίσθησή μου, σχεδόν όπως έχεις συναίσθηση του εαυτού σου. Δεν είναι άλλωστε αλήθεια πως ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορείς να με αντιληφθείς και να με γνωρίσεις είναι από το τι σου λέει ο εαυτός σου για μένα (οι συναισθήσεις σου, το ένστικτό σου); Ακόμη κι αν με ήξερες προσωπικά, έτσι θα με αντιλαμβανόσουν.
Εγώ μέσα σε σένα, εσύ μέσα σε μένα, όλοι μας κύκλοι που επικαλύπτονται – για να απομείνει τελικά τι; Ίσως μια συλλογική σπείρα μόνο, που μας απομένει να ελπίζουμε ότι είναι τουλάχιστον ανοδική.
Κι εγώ επίσης είμαι μέσα σου σαν μια απ' τις εμπειρίες σου. Τα λόγια μου, αφού τα γράψω, αιωρούνται ελεύθερα μέσα στη συνείδηση για να τα αναλάβεις εσύ, καθώς τα διαβάζεις. Αν μάλιστα μπορέσεις να διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές (που μπορείς), θα καταλάβεις και πώς νιώθω. Τότε έχεις συναίσθησή μου, σχεδόν όπως έχεις συναίσθηση του εαυτού σου. Δεν είναι άλλωστε αλήθεια πως ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορείς να με αντιληφθείς και να με γνωρίσεις είναι από το τι σου λέει ο εαυτός σου για μένα (οι συναισθήσεις σου, το ένστικτό σου); Ακόμη κι αν με ήξερες προσωπικά, έτσι θα με αντιλαμβανόσουν.
Εγώ μέσα σε σένα, εσύ μέσα σε μένα, όλοι μας κύκλοι που επικαλύπτονται – για να απομείνει τελικά τι; Ίσως μια συλλογική σπείρα μόνο, που μας απομένει να ελπίζουμε ότι είναι τουλάχιστον ανοδική.
17 Νοε 2009
Ποιος ρωτάει;
Το να ζητάει κανείς απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού είναι σα να ζητάει απόδειξη για την ύπαρξη της ομορφιάς. Όπως δεν θα βρείτε τον Θεό στην άκρη ενός τηλεσκοπίου, έτσι δεν θα Τον βρείτε και στο τέλος οποιουδήποτε συλλογισμού. (Walter Stace)
***
Δεν φαντάζομαι ότι η Γραφή του Θεού είναι κωδικοποιημένη στα στίγματα του δέρματος του ιαγουάρου, όπως λέει παρακάτω το διήγημα του Μπόρχες, γιατί αυτό που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει. Ποτέ ο Θεός δεν πήρε πένα ή μολύβι να γράψει κάτι με λέξεις – το να εκλάβουμε ως δείγμα γραφής την Πλάση είναι μία μεταφορά, δηλ. σχήμα λόγου κι όχι κυριολεξία. Η Αγία Γραφή γράφτηκε από ανθρώπους, το ίδιο και κάθε άλλη "θεϊκής" προέλευσης γραφή. Όσο με αφορά, τον Θεό δεν μπορώ να Τον διαβάσω.
Εδώ που τα λέμε ούτε να δω το πρόσωπό Του μπορώ. Οι αγιογραφίες είναι κι αυτές ανθρώπινα έργα κι αν εξαιρέσω κάποιες φευγαλέες εικόνες που έχω δει στους διαλογισμούς μου - γεννήματα του νου μου το πιθανότερο - δεν έχω δει άλλη εικόνα Του ποτέ. Εν τέλει έχει πρόσωπο, όπως διδάσκει η εκκλησία; Ή είναι απλά Πνεύμα, ενέργεια που διαπερνά τα πάντα; Και τότε, οι επιστήμονες που παρατηρούν τον κόσμο από την πιο μικροσκοπική έως την πιο μακροσκοπική κλίμακα γιατί δεν έχουν συναντήσει τη μορφή Του πουθενά; Πού είναι ο Θεός; Τι είναι;
«Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως ο Θεός είναι λέξη», έγραφε ο συγγραφέας του The “God” part of the brain. Κι είναι μια λέξη που υπάρχει σ' όλους τους πολιτισμούς του κόσμου - δεν υπάρχει ούτε μία γλώσσα που να μην την περιλαμβάνει. Αφού είναι λέξη είναι και έννοια, μιας κάθε λέξη έχει ένα σημαινόμενο, το νόημα δηλ. που υποδηλώνει και περιγράφει. Ο Θεός λοιπόν είναι τουλάχιστον έννοια και λέξη. Επομένως ανθρώπινο κατασκεύασμα;
«Απλά εγκεφαλικοί συνειρμοί», θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος. Και θα είχε δίκιο. Στο περιοδικό «Άβατον» που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα με τίτλο «Είναι ο Θεός νεκρός;». Στο ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίων και συγγραφείς. Μεταξύ αυτών και ο Γ. Πελέχρας, που διαπιστώνει: «Ο αγώνας επιχειρημάτων που διεξάγουν δύο άνθρωποι ή δύο πλευρές για το αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει είναι ένα παιχνίδι αυθαίρετων εγκεφαλικών συνειρμών του ίδιου επιπέδου. Λόγος και αντίλογος. Και οι δύο τρόποι είναι ΜΟΝΟ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ανάλογα με την εκπαίδευσή μας, τα τυχαία βιώματά μας και τους τυχαίους συνειρμούς της στιγμής, απαντούμε στην ερώτηση που τίθεται. Η απλή αλήθεια είναι ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε μια άλλη εποχή, με άλλη εκπαίδευση, θα απαντούσαμε τελείως διαφορετικά».
Και συνεχίζει: «Όταν δεν σκέφτομαι, όταν δεν ρωτώ ή δεν απαντώ, τι υπάρχει; Τι υπάρχει στη σιωπή μου; Πόση αξία έχει η εξωτερική ή η εσωτερική διαμάχη, όταν είναι μόνη της; Όταν σκέφτομαι αν υπάρχει Θεός ή όχι, όταν επιχειρηματολογώ αν η μια απάντηση ή η άλλη είναι σωστή, αυτό που βλέπω, αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, είναι ότι το μόνο που υπάρχει είναι οι σκέψεις μου. Τίποτε άλλο. Κάποιος μιλά, κάποιος σκέφτεται. Ο Θεός μου εν αγνοία μου είναι οι συνειρμοί και οι εικόνες που κουβαλώ μέσα μου για τον κόσμο και σε μια δεδομένη στιγμή, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, ξεδιπλώνονται. Εκεί που βρίσκεται το ενδιαφέρον μου, η καρδιά μου, ο θησαυρός μου, εκεί βρίσκεται και ο Θεός μου».
Επομένως ο Θεός, σε μια πρώτη ανάγνωση, υπάρχει σαν ένα σχήμα λόγου. Είναι η προσωποποίηση της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της δημιουργικής δύναμης που έχει και καταστρεπτική όψη. Επομένως, το πώς καθένας μας θεωρεί ότι είναι ή δεν είναι ο Θεός είναι το αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής και αυθαίρετης διαδικασίας.
Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε πως μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό, κάτι που δεν μεταβάλλεται μαζί με την αντίληψή μας για το ποιος και πώς είναι Εκείνος. Είναι αυτό το κάτι που μας κρατά ζωντανούς, ενώ μιλάμε και σκεφτόμαστε. Είναι το κάτι που προσπαθεί να ορίσει τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο μέσα μας. Είναι το κάτι που, όπως λέει ο Ρουμί, κοιτά μέσα από τα μάτια μας. Αυτό που αναρωτιέται αν υπάρχει θεός ή όχι. ΠΟΙΟΣ λοιπόν επιτέλους ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ;
Και στην περίπτωση αυτή, η αμηχανία σαν απάντηση είναι ίσως πιο χρήσιμη από μια εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον μας βγάζει από τη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας, όπως προτείνει, στο ίδιο ως άνω αφιέρωμα, η Μαρία Σταματιάδου: «στην κοσμική τους έκφραση, ο οπαδός μιας θρησκείας, ο αθεϊστής και ο αδιάφορος συναντούνται και αλληλεπικαλύπτονται στη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας», στο γεγονός δηλαδή ότι είναι περιχαρακωμένοι στον εαυτό, τα διανοήματα και τα ιδεολογήματά τους. Επειδή τελικά ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Θεό είναι να Τον βιώσει σαν Παρουσία μέσα στον εσωτερικό του χώρο – εάν δεν τον έχουν καταλάβει ολόκληρο οι προσωπικές του θεωρίες...
***
Δεν φαντάζομαι ότι η Γραφή του Θεού είναι κωδικοποιημένη στα στίγματα του δέρματος του ιαγουάρου, όπως λέει παρακάτω το διήγημα του Μπόρχες, γιατί αυτό που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει. Ποτέ ο Θεός δεν πήρε πένα ή μολύβι να γράψει κάτι με λέξεις – το να εκλάβουμε ως δείγμα γραφής την Πλάση είναι μία μεταφορά, δηλ. σχήμα λόγου κι όχι κυριολεξία. Η Αγία Γραφή γράφτηκε από ανθρώπους, το ίδιο και κάθε άλλη "θεϊκής" προέλευσης γραφή. Όσο με αφορά, τον Θεό δεν μπορώ να Τον διαβάσω.
Εδώ που τα λέμε ούτε να δω το πρόσωπό Του μπορώ. Οι αγιογραφίες είναι κι αυτές ανθρώπινα έργα κι αν εξαιρέσω κάποιες φευγαλέες εικόνες που έχω δει στους διαλογισμούς μου - γεννήματα του νου μου το πιθανότερο - δεν έχω δει άλλη εικόνα Του ποτέ. Εν τέλει έχει πρόσωπο, όπως διδάσκει η εκκλησία; Ή είναι απλά Πνεύμα, ενέργεια που διαπερνά τα πάντα; Και τότε, οι επιστήμονες που παρατηρούν τον κόσμο από την πιο μικροσκοπική έως την πιο μακροσκοπική κλίμακα γιατί δεν έχουν συναντήσει τη μορφή Του πουθενά; Πού είναι ο Θεός; Τι είναι;
«Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως ο Θεός είναι λέξη», έγραφε ο συγγραφέας του The “God” part of the brain. Κι είναι μια λέξη που υπάρχει σ' όλους τους πολιτισμούς του κόσμου - δεν υπάρχει ούτε μία γλώσσα που να μην την περιλαμβάνει. Αφού είναι λέξη είναι και έννοια, μιας κάθε λέξη έχει ένα σημαινόμενο, το νόημα δηλ. που υποδηλώνει και περιγράφει. Ο Θεός λοιπόν είναι τουλάχιστον έννοια και λέξη. Επομένως ανθρώπινο κατασκεύασμα;
«Απλά εγκεφαλικοί συνειρμοί», θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος. Και θα είχε δίκιο. Στο περιοδικό «Άβατον» που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα με τίτλο «Είναι ο Θεός νεκρός;». Στο ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν διάφοροι καθηγητές πανεπιστημίων και συγγραφείς. Μεταξύ αυτών και ο Γ. Πελέχρας, που διαπιστώνει: «Ο αγώνας επιχειρημάτων που διεξάγουν δύο άνθρωποι ή δύο πλευρές για το αν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει είναι ένα παιχνίδι αυθαίρετων εγκεφαλικών συνειρμών του ίδιου επιπέδου. Λόγος και αντίλογος. Και οι δύο τρόποι είναι ΜΟΝΟ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ανάλογα με την εκπαίδευσή μας, τα τυχαία βιώματά μας και τους τυχαίους συνειρμούς της στιγμής, απαντούμε στην ερώτηση που τίθεται. Η απλή αλήθεια είναι ότι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε μια άλλη εποχή, με άλλη εκπαίδευση, θα απαντούσαμε τελείως διαφορετικά».
Και συνεχίζει: «Όταν δεν σκέφτομαι, όταν δεν ρωτώ ή δεν απαντώ, τι υπάρχει; Τι υπάρχει στη σιωπή μου; Πόση αξία έχει η εξωτερική ή η εσωτερική διαμάχη, όταν είναι μόνη της; Όταν σκέφτομαι αν υπάρχει Θεός ή όχι, όταν επιχειρηματολογώ αν η μια απάντηση ή η άλλη είναι σωστή, αυτό που βλέπω, αν είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, είναι ότι το μόνο που υπάρχει είναι οι σκέψεις μου. Τίποτε άλλο. Κάποιος μιλά, κάποιος σκέφτεται. Ο Θεός μου εν αγνοία μου είναι οι συνειρμοί και οι εικόνες που κουβαλώ μέσα μου για τον κόσμο και σε μια δεδομένη στιγμή, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, ξεδιπλώνονται. Εκεί που βρίσκεται το ενδιαφέρον μου, η καρδιά μου, ο θησαυρός μου, εκεί βρίσκεται και ο Θεός μου».
Επομένως ο Θεός, σε μια πρώτη ανάγνωση, υπάρχει σαν ένα σχήμα λόγου. Είναι η προσωποποίηση της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της δημιουργικής δύναμης που έχει και καταστρεπτική όψη. Επομένως, το πώς καθένας μας θεωρεί ότι είναι ή δεν είναι ο Θεός είναι το αποτέλεσμα μιας εντελώς προσωπικής και αυθαίρετης διαδικασίας.
Ή μήπως όχι; Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε πως μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, υπάρχει κάτι που μένει σταθερό, κάτι που δεν μεταβάλλεται μαζί με την αντίληψή μας για το ποιος και πώς είναι Εκείνος. Είναι αυτό το κάτι που μας κρατά ζωντανούς, ενώ μιλάμε και σκεφτόμαστε. Είναι το κάτι που προσπαθεί να ορίσει τη σχέση μας με τη ζωή και το θάνατο μέσα μας. Είναι το κάτι που, όπως λέει ο Ρουμί, κοιτά μέσα από τα μάτια μας. Αυτό που αναρωτιέται αν υπάρχει θεός ή όχι. ΠΟΙΟΣ λοιπόν επιτέλους ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑΕΙ;
Και στην περίπτωση αυτή, η αμηχανία σαν απάντηση είναι ίσως πιο χρήσιμη από μια εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον μας βγάζει από τη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας, όπως προτείνει, στο ίδιο ως άνω αφιέρωμα, η Μαρία Σταματιάδου: «στην κοσμική τους έκφραση, ο οπαδός μιας θρησκείας, ο αθεϊστής και ο αδιάφορος συναντούνται και αλληλεπικαλύπτονται στη σφαίρα της ενδοκοσμικότητας», στο γεγονός δηλαδή ότι είναι περιχαρακωμένοι στον εαυτό, τα διανοήματα και τα ιδεολογήματά τους. Επειδή τελικά ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Θεό είναι να Τον βιώσει σαν Παρουσία μέσα στον εσωτερικό του χώρο – εάν δεν τον έχουν καταλάβει ολόκληρο οι προσωπικές του θεωρίες...
8 Οκτ 2009
Αναλύσεις
Τι σημαίνει λοιπόν "ο πόνος δεν είναι δικός μας", "χαρά διαθέσιμη για όλους" και όλα τα υπόλοιπα ακατανόητα;
Η κεντρική ιδέα όλων των κειμένων που έχω αναρτήσει στο ίδιο πνεύμα είναι η εξής: η αίσθηση του προσώπου ή του "εγώ" πρέπει μάλλον να αντιμετωπίζεται ως ψευδαίσθηση. Όταν ταυτιζόμαστε μαζί της, χάνουμε όχι μόνο τη μεγαλύτερη εικόνα (όπως π.χ. θα υποστήριζε η Jill Bolte-Taylor διακρίνοντας μεταξύ αντίληψης αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου) αλλά και την πραγματική ουσία του ποιοι (ή τι) είμαστε.
Αυτό που επομένως υπονοεί ο Tathagata είναι πως η ουσία μας είναι κάτι άλλο από το πρόσωπο που συγκροτούμε, το πρόσωπο με το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο, τη συγκεκριμένη εμφάνιση, τον συγκεκριμένο σωματότυπο, τις συγκεκριμένες δεξιότητες και αδυναμίες, τις συγκεκριμένες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτά όλα είναι επιφαινόμενα, αλλά η ουσία μας όχι - η ουσία μας είναι κάτι το άυλο, είναι η συνείδηση.
Όμως η συνείδηση από μόνη της δεν έχει νόημα ύπαρξης. Για να αποκτήσει νόημα, η συνείδηση πρέπει να αποκτήσει ζωή. Για να αποκτήσει ζωή, πρέπει να προσωποποιηθεί σε δισεκατομμύρια πρόσωπα και μετά να παρακολουθήσει και να συλλέξει τις εμπειρίες που γεννούνται από την αλληλεπίδραση όλων αυτών των προσώπων.
Το σημείο αυτό είναι σημαντικό: η ουσία είναι μία και κοινή για όλους και είναι αιώνια, ενώ τα δισεκατομμύρια πρόσωπά της είναι πλαστά και εφήμερα.
(Θα μπορούσα να προσθέσω ότι ίσως κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να έχει ο εγκέφαλός μας δύο ημισφαίρια - ένα για τη μεγάλη, ενωτική εικόνα και ένα άλλο για την εξατομίκευση. Και θα μπορούσα επίσης να προσθέσω ότι φαίνεται σα να υπάρχει ένα ελάττωμα στο όλο σύστημα και αυτό το ελάττωμα είναι ότι η εξατομίκευση γίνεται πολύ πιστευτή έτσι όπως είναι στημένα όλα, και ότι δεν έχουμε ουσιαστικά άλλη επιλογή από το να εκλάβουμε το πρόσωπό μας ως πραγματικό. Αλλά αυτά είναι δική μου παρένθεση.)
Επιστρέφοντας στον Tathagata, αυτό που λέει είναι ότι για να γίνουμε ξανά η ουσία μας, πρέπει να αποποιηθούμε το πρόσωπό μας. Να γίνουμε συνείδηση. Πώς; Με το να μην παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά, γιατί ούτως ή άλλως δεν αφορούν εμάς προσωπικά, απλά συμβαίνουν επειδή πρέπει να συμβούν. Γι' αυτό λέει ότι "η χαρά είναι γενικά διαθέσιμη" και "ο πόνος δεν είναι δικός μας".
Όταν θεωρούμε κάτι "δικό μας", νιώθουμε την ανάγκη να το προστατεύσουμε και να το περιφρουρήσουμε, επικεντρωνόμαστε σ' αυτό, αποκλείουμε όλη την υπόλοιπη ζωή και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος προστασίας και περιχαράκωσης. Τον κύκλο αυτόν εντείνει ο τρόπος λειτουργίας της σκέψης μας (του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου μας συγκεκριμένα) που κάνει συνεχώς υποθέσεις για τα πράγματα αντλώντας στοιχεία από το παρελθόν και συμπληρώνοντάς τα με φανταστικές ιστορίες. Αν στη διαδικασία προσθέσουμε και τα εγγενή νοητικά σφάλματα/στρεβλώσεις, αντιλαμβανόμαστε ότι οι υποθέσεις που γεννά η σκέψη μας μάλλον πάσχουν.
Όπως και να 'χει, αν είμαστε ανοικτοί σε ο,τιδήποτε έρθει προς το μέρος μας χωρίς να το ενστερνιζόμαστε, παίρνοντας για τον εαυτό μας μια απρόσωπη διάσταση) τότε τα πάντα είναι στη διάθεσή μας επειδή ακριβώς δεν κρατάμε τίποτα για μας. Πρόκειται για ένα πεδίο άπειρων δυνατοτήτων.
Και η μόνη στιγμή στην οποία μπορούν να συμβούν όλα αυτά είναι αυτή εδώ η στιγμή, τώρα. Αυτήν εδώ τη στιγμή η ζωή, ακατανόητη και παντοδύναμη όπως ο Θεός, έρχεται σε μας να μας φιλήσει με τα αιτήματά της. Αντέχουμε να είμαστε διαθέσιμοι; Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής, νομίζω.
Η κεντρική ιδέα όλων των κειμένων που έχω αναρτήσει στο ίδιο πνεύμα είναι η εξής: η αίσθηση του προσώπου ή του "εγώ" πρέπει μάλλον να αντιμετωπίζεται ως ψευδαίσθηση. Όταν ταυτιζόμαστε μαζί της, χάνουμε όχι μόνο τη μεγαλύτερη εικόνα (όπως π.χ. θα υποστήριζε η Jill Bolte-Taylor διακρίνοντας μεταξύ αντίληψης αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου) αλλά και την πραγματική ουσία του ποιοι (ή τι) είμαστε.
Αυτό που επομένως υπονοεί ο Tathagata είναι πως η ουσία μας είναι κάτι άλλο από το πρόσωπο που συγκροτούμε, το πρόσωπο με το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο, τη συγκεκριμένη εμφάνιση, τον συγκεκριμένο σωματότυπο, τις συγκεκριμένες δεξιότητες και αδυναμίες, τις συγκεκριμένες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτά όλα είναι επιφαινόμενα, αλλά η ουσία μας όχι - η ουσία μας είναι κάτι το άυλο, είναι η συνείδηση.
Όμως η συνείδηση από μόνη της δεν έχει νόημα ύπαρξης. Για να αποκτήσει νόημα, η συνείδηση πρέπει να αποκτήσει ζωή. Για να αποκτήσει ζωή, πρέπει να προσωποποιηθεί σε δισεκατομμύρια πρόσωπα και μετά να παρακολουθήσει και να συλλέξει τις εμπειρίες που γεννούνται από την αλληλεπίδραση όλων αυτών των προσώπων.
Το σημείο αυτό είναι σημαντικό: η ουσία είναι μία και κοινή για όλους και είναι αιώνια, ενώ τα δισεκατομμύρια πρόσωπά της είναι πλαστά και εφήμερα.
(Θα μπορούσα να προσθέσω ότι ίσως κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να έχει ο εγκέφαλός μας δύο ημισφαίρια - ένα για τη μεγάλη, ενωτική εικόνα και ένα άλλο για την εξατομίκευση. Και θα μπορούσα επίσης να προσθέσω ότι φαίνεται σα να υπάρχει ένα ελάττωμα στο όλο σύστημα και αυτό το ελάττωμα είναι ότι η εξατομίκευση γίνεται πολύ πιστευτή έτσι όπως είναι στημένα όλα, και ότι δεν έχουμε ουσιαστικά άλλη επιλογή από το να εκλάβουμε το πρόσωπό μας ως πραγματικό. Αλλά αυτά είναι δική μου παρένθεση.)
Επιστρέφοντας στον Tathagata, αυτό που λέει είναι ότι για να γίνουμε ξανά η ουσία μας, πρέπει να αποποιηθούμε το πρόσωπό μας. Να γίνουμε συνείδηση. Πώς; Με το να μην παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά, γιατί ούτως ή άλλως δεν αφορούν εμάς προσωπικά, απλά συμβαίνουν επειδή πρέπει να συμβούν. Γι' αυτό λέει ότι "η χαρά είναι γενικά διαθέσιμη" και "ο πόνος δεν είναι δικός μας".
Όταν θεωρούμε κάτι "δικό μας", νιώθουμε την ανάγκη να το προστατεύσουμε και να το περιφρουρήσουμε, επικεντρωνόμαστε σ' αυτό, αποκλείουμε όλη την υπόλοιπη ζωή και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος προστασίας και περιχαράκωσης. Τον κύκλο αυτόν εντείνει ο τρόπος λειτουργίας της σκέψης μας (του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου μας συγκεκριμένα) που κάνει συνεχώς υποθέσεις για τα πράγματα αντλώντας στοιχεία από το παρελθόν και συμπληρώνοντάς τα με φανταστικές ιστορίες. Αν στη διαδικασία προσθέσουμε και τα εγγενή νοητικά σφάλματα/στρεβλώσεις, αντιλαμβανόμαστε ότι οι υποθέσεις που γεννά η σκέψη μας μάλλον πάσχουν.
Όπως και να 'χει, αν είμαστε ανοικτοί σε ο,τιδήποτε έρθει προς το μέρος μας χωρίς να το ενστερνιζόμαστε, παίρνοντας για τον εαυτό μας μια απρόσωπη διάσταση) τότε τα πάντα είναι στη διάθεσή μας επειδή ακριβώς δεν κρατάμε τίποτα για μας. Πρόκειται για ένα πεδίο άπειρων δυνατοτήτων.
Και η μόνη στιγμή στην οποία μπορούν να συμβούν όλα αυτά είναι αυτή εδώ η στιγμή, τώρα. Αυτήν εδώ τη στιγμή η ζωή, ακατανόητη και παντοδύναμη όπως ο Θεός, έρχεται σε μας να μας φιλήσει με τα αιτήματά της. Αντέχουμε να είμαστε διαθέσιμοι; Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής, νομίζω.
6 Οκτ 2009
Όχι τώρα!
Όταν λέμε "όχι τώρα" σε μια εμπειρία, η ζωή μοιάζει με απειλή, όταν η μόνη απειλή είναι ακαριβώς το ότι δεν θέλουμε τη στιγμή. Η άρνησή μας της στιγμής είναι κάτι που συνήθως δεν αντιλαμβανόμαστε, οπότε συνήθως συγχέουμε την απειλή με τη ζωή.
Κι έπειτα, είναι η χαρά. Δεν είναι δική σου χαρά ή δική μου χαρά. Είναι απλώς χαρά διαθέσιμη για όλους.
Τη στιγμή που την κρατάμε για τον εαυτό μας, η πιο γλυκιά χαρά μετατρέπεται σε πικρία, γιατί με το να την κρατάμε την περιορίζουμε. Παίρνουμε την απεραντοσύνη της και προσπαθούμε να τη στριμώξουμε στα όριά μας και να την κάνουμε δική μας, αλλά τότε δεν είναι πια η ίδια. Μικραίνει και μετά εμείς γινόμαστε προστατευτικοί κι επιθετικοί ώστε να μη μπορέσει κανείς να μας πάρει τη χαρά μας, το μικρό κομμάτι της τούρτας που κραδαίνουμε στα χέρια. Και τελικά μένουμε να κρατάμε ένα ψιχουλάκι, αντί να είμαστε διαθέσιμοι για ολόκληρη την τούρτα.
Τη στιγμή που κρατάμε τη χαρά για τον εαυτό μας, την χάνουμε. Είναι παράδοξο: όταν δεν την κρατάμε, είναι πάντοτε διαθέσιμη, δίδεται. Χωρίς να είναι για μας. Και ποιος νοιάζεται που δεν είναι για μας; Εάν είναι εκεί και μπορεί να γίνει ροή μέσα στο σύστημά μου, γιατί χρειάζεται να την έχω στην κατοχή μου; Α, αυτός είναι ένας πολύ ώριμος τρόπος να ζει κανείς, το να αφήνει τη ζωή να τον ζει, αντί να αγωνίζεται συνέχεια να τη ζει εκείνος.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον πόνο. Δεν είναι δικός μας. Όπως και οι ψυχολογικοί μηχανισμοί-παγίδες, ούτε αυτοί είναι δικοί μας. Είναι λάθςο να σκεφτόμαστε ότι είναι. Ακόμα και ο πόνος δεν είναι για μας. Γιατί λοιπόν να θέλει κανείς να κρατά κάτι που δεν είναι δικό του; Για να το κρατήσει, χρειάζεται να πει "μου" και "δικό μου". Χωρίς αυτά δεν μπορεί να το κρατήσει. Χωρίς "εγώ" δεν νοείται κράτημα.
Έχετε ποτέ προσπαθήσει να επιτύχετε ολοκληρωτική άφεση; Είναι αδύνατον να συμβεί. Κανείς ποτέ δεν έχει καταφέρει να την πραγματοποιήσει. Για να αφήσει κάποιος κάτι πρέπει ακριβώς να υπάρχει κάποιος, ένα εγώ που αφήνει, οπότε για ποια άφεση μιλάμε; Το μόνο που συμβαίνει με όλη αυτή η προσπάθεια είναι να ενισχύεται το παιχνίδι.
Έπειτα, προσπαθείτε να μη σκέφτεστε: όμως έτσι το μόνο που κάνετε είναι να δυναμώνετε τη σκέψη. Προσπαθείτε να υπερβείτε τους ψυχολογικούς μηχανισμούς-παγίδες: όμως έτσι καταφέρνετε μόνο να τους δυναμώνετε. Η μεγαλύτερη παγίδα απ' όλες τις παγίδες είναι να προσπαθεί κανείς να απαλλαγεί από τις παγίδες.
Τι μένει να κάνετε λοιπόν; Μα, απολύτως ΤΙΠΟΤΑ. Χρειάζεται μόνο να είστε διαθέσιμοι, να επιτρέψετε σε τούτη εδώ τη στιγμή να σας φιλήσει. Όταν ένας αγαπημένος έρχεται στο σπίτι σας, είσαστε διαθέσιμοι να σας φιλήσει. Ίσως εκείνος σας φιλήσει, ίσως πάλι όχι, εσείς πάντως είστε διαθέσιμοι. Το φιλί αυτό είναι πραγματικά γλυκό, γιατί δεν έχει "εγώ" μέσα του. Αφήστε ο,τιδήποτε είναι εδώ τώρα να σας φιλήσει. Δεχτείτε τη ζωή χωρίς να κάνετε τίποτα. Απλά δεχτείτε ό,τι δίδεται.
Είμαστε τόσο απασχολημένοι να αγωνιζόμαστε να ζούμε τη ζωή που έχουμε ξεχάσει πώς είναι απλά να τη δεχόμαστε και να την αφήνουμε να μας ζει εκείνη. Να είμαστε άνευ όρων διαθέσιμοι γι' αυτή τη στιγμή, να μας έχει ολόκληρους δικούς της, αναγνωρίζοντάς την σαν τον αγαπημένο, ό,τι κι αν περιέχει. Αυτή εδώ η στιγμή. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο αγαπημένος που σε φιλάει. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο Θεός.
Από το βιβλίο "Given" του Florian Tathagata.
Κι έπειτα, είναι η χαρά. Δεν είναι δική σου χαρά ή δική μου χαρά. Είναι απλώς χαρά διαθέσιμη για όλους.
Τη στιγμή που την κρατάμε για τον εαυτό μας, η πιο γλυκιά χαρά μετατρέπεται σε πικρία, γιατί με το να την κρατάμε την περιορίζουμε. Παίρνουμε την απεραντοσύνη της και προσπαθούμε να τη στριμώξουμε στα όριά μας και να την κάνουμε δική μας, αλλά τότε δεν είναι πια η ίδια. Μικραίνει και μετά εμείς γινόμαστε προστατευτικοί κι επιθετικοί ώστε να μη μπορέσει κανείς να μας πάρει τη χαρά μας, το μικρό κομμάτι της τούρτας που κραδαίνουμε στα χέρια. Και τελικά μένουμε να κρατάμε ένα ψιχουλάκι, αντί να είμαστε διαθέσιμοι για ολόκληρη την τούρτα.
Τη στιγμή που κρατάμε τη χαρά για τον εαυτό μας, την χάνουμε. Είναι παράδοξο: όταν δεν την κρατάμε, είναι πάντοτε διαθέσιμη, δίδεται. Χωρίς να είναι για μας. Και ποιος νοιάζεται που δεν είναι για μας; Εάν είναι εκεί και μπορεί να γίνει ροή μέσα στο σύστημά μου, γιατί χρειάζεται να την έχω στην κατοχή μου; Α, αυτός είναι ένας πολύ ώριμος τρόπος να ζει κανείς, το να αφήνει τη ζωή να τον ζει, αντί να αγωνίζεται συνέχεια να τη ζει εκείνος.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον πόνο. Δεν είναι δικός μας. Όπως και οι ψυχολογικοί μηχανισμοί-παγίδες, ούτε αυτοί είναι δικοί μας. Είναι λάθςο να σκεφτόμαστε ότι είναι. Ακόμα και ο πόνος δεν είναι για μας. Γιατί λοιπόν να θέλει κανείς να κρατά κάτι που δεν είναι δικό του; Για να το κρατήσει, χρειάζεται να πει "μου" και "δικό μου". Χωρίς αυτά δεν μπορεί να το κρατήσει. Χωρίς "εγώ" δεν νοείται κράτημα.
Έχετε ποτέ προσπαθήσει να επιτύχετε ολοκληρωτική άφεση; Είναι αδύνατον να συμβεί. Κανείς ποτέ δεν έχει καταφέρει να την πραγματοποιήσει. Για να αφήσει κάποιος κάτι πρέπει ακριβώς να υπάρχει κάποιος, ένα εγώ που αφήνει, οπότε για ποια άφεση μιλάμε; Το μόνο που συμβαίνει με όλη αυτή η προσπάθεια είναι να ενισχύεται το παιχνίδι.
Έπειτα, προσπαθείτε να μη σκέφτεστε: όμως έτσι το μόνο που κάνετε είναι να δυναμώνετε τη σκέψη. Προσπαθείτε να υπερβείτε τους ψυχολογικούς μηχανισμούς-παγίδες: όμως έτσι καταφέρνετε μόνο να τους δυναμώνετε. Η μεγαλύτερη παγίδα απ' όλες τις παγίδες είναι να προσπαθεί κανείς να απαλλαγεί από τις παγίδες.
Τι μένει να κάνετε λοιπόν; Μα, απολύτως ΤΙΠΟΤΑ. Χρειάζεται μόνο να είστε διαθέσιμοι, να επιτρέψετε σε τούτη εδώ τη στιγμή να σας φιλήσει. Όταν ένας αγαπημένος έρχεται στο σπίτι σας, είσαστε διαθέσιμοι να σας φιλήσει. Ίσως εκείνος σας φιλήσει, ίσως πάλι όχι, εσείς πάντως είστε διαθέσιμοι. Το φιλί αυτό είναι πραγματικά γλυκό, γιατί δεν έχει "εγώ" μέσα του. Αφήστε ο,τιδήποτε είναι εδώ τώρα να σας φιλήσει. Δεχτείτε τη ζωή χωρίς να κάνετε τίποτα. Απλά δεχτείτε ό,τι δίδεται.
Είμαστε τόσο απασχολημένοι να αγωνιζόμαστε να ζούμε τη ζωή που έχουμε ξεχάσει πώς είναι απλά να τη δεχόμαστε και να την αφήνουμε να μας ζει εκείνη. Να είμαστε άνευ όρων διαθέσιμοι γι' αυτή τη στιγμή, να μας έχει ολόκληρους δικούς της, αναγνωρίζοντάς την σαν τον αγαπημένο, ό,τι κι αν περιέχει. Αυτή εδώ η στιγμή. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο αγαπημένος που σε φιλάει. Αυτή εδώ η στιγμή είναι ο Θεός.
Από το βιβλίο "Given" του Florian Tathagata.
8 Σεπ 2009
Προς ανακεφαλαίωση
Όλοι έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας. Το σπίτι του βρίσκεται κάπου εκεί, στο γλωσσικό μας κέντρο. Με όχημα τις λέξεις μας ταξιδεύει σε ιστορίες πόνου και δράματος και περιμένει ειλικρινά να τις πιστέψουμε. Οι περισσότεροι από εμάς μάλιστα τις πιστεύουμε όντως.
Αν συνδυάσουμε την ύπαρξή του με το γεγονός ότι έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από φράγματα, διαχωρισμούς, κουτάκια κι ετικέτες, ταξινομώντας τον, κατηγοριοποιώντας τον και τελικά τεμαχίζοντάς τον ή, καλύτερα, διχοτομώντας τον σε ζεύγη αντιθέτων (http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_775.html), τότε αρχίζουμε ίσως να αντιλαμβανόμαστε γιατί ορισμένες ανατολικές φιλοσοφίες δίνουν έμφαση στην αποταύτιση του ανθρώπου από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ως οδού λύτρωσης:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/08/blog-post_25.html και
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/07/blog-post.html.
Αποταύτιση. Ωραία λέξη, ε; Πρακτικά μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα και έχω κατά καιρούς προτείνει τουλάχιστον δύο: (α) προσεκτική παρακολούθηση των σκέψεων μας, έτσι ώστε να γίνει κατανοητός ο βαθμός στον οποίο ο τρόπος που ζούμε συνιστά ουσιαστικά μιαν αντίδραση προς αυτό που ζούμε και ένα αίτημα-προσφυγή σε εναλλακτικούς κόσμους που υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό μας και πουθενά αλλού, (β) αποδοχή των σκέψεών μας με πατρική τρυφερότητα, ταυτόχρονα όμως παύοντας να τις πιστεύουμε ως ΤΗΝ αλήθεια. Σ’ αυτό εμένα προσωπικά με βοήθησε η βαθιά κατανόηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μία και μόνη αλήθεια που υπερτερεί έναντι αυτής που καθένας εκφράζει: http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post.html και http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_07.html
Σίγουρα όμως υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, απλά δεν χρειάστηκε να τους περπατήσω.
Το διάστημα πριν τις διακοπές, ανέβασα διάφορα ποστ που κινούνταν περισσότερο προς την κατεύθυνση του (β). Ήταν ποστ κάπως «μαγικά», επειδή ήταν «ακατανόητα» – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Προσπαθούσαν, βλέπετε, να περιγράψουν κάτι που φαίνεται να βρίσκεται έξω από την αντίληψή μας.
Και μάλλον βρίσκεται. Τείνω προς το συμπέρασμα ότι εντέλει περιγράφουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, ο οποίος είναι «ακατανόητος» για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και αυτός: το συγκεκριμένο ημισφαίριο δεν διαθέτει γλωσσικό κέντρο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μας περιγράψει την εμπειρία του με λέξεις. Αντίστροφα, οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν την εμπειρία του, η οποία παραμένει κατ’ ανάγκη άρρητη ή άφατη, ένας «μαγικός» κι «ακατανόητος» κόσμος. Η εμπειρία του είναι η διαίσθηση ή μια βαθιά αίσθηση για τα πράγματα:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_31.html
Σκοπεύω στη συνέχεια να παραθέσω ορισμένους πρόσθετους λόγους για τους οποίους δεν συνιστάται να περιορίζουμε την αντίληψή μας στα δεδομένα και τον τρόπο του αριστερού μας ημισφαιρίου, όσο θαυμαστός κι αν είναι. :)
Αν συνδυάσουμε την ύπαρξή του με το γεγονός ότι έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από φράγματα, διαχωρισμούς, κουτάκια κι ετικέτες, ταξινομώντας τον, κατηγοριοποιώντας τον και τελικά τεμαχίζοντάς τον ή, καλύτερα, διχοτομώντας τον σε ζεύγη αντιθέτων (http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_775.html), τότε αρχίζουμε ίσως να αντιλαμβανόμαστε γιατί ορισμένες ανατολικές φιλοσοφίες δίνουν έμφαση στην αποταύτιση του ανθρώπου από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ως οδού λύτρωσης:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/08/blog-post_25.html και
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/07/blog-post.html.
Αποταύτιση. Ωραία λέξη, ε; Πρακτικά μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα και έχω κατά καιρούς προτείνει τουλάχιστον δύο: (α) προσεκτική παρακολούθηση των σκέψεων μας, έτσι ώστε να γίνει κατανοητός ο βαθμός στον οποίο ο τρόπος που ζούμε συνιστά ουσιαστικά μιαν αντίδραση προς αυτό που ζούμε και ένα αίτημα-προσφυγή σε εναλλακτικούς κόσμους που υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό μας και πουθενά αλλού, (β) αποδοχή των σκέψεών μας με πατρική τρυφερότητα, ταυτόχρονα όμως παύοντας να τις πιστεύουμε ως ΤΗΝ αλήθεια. Σ’ αυτό εμένα προσωπικά με βοήθησε η βαθιά κατανόηση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μία και μόνη αλήθεια που υπερτερεί έναντι αυτής που καθένας εκφράζει: http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post.html και http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_07.html
Σίγουρα όμως υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, απλά δεν χρειάστηκε να τους περπατήσω.
Το διάστημα πριν τις διακοπές, ανέβασα διάφορα ποστ που κινούνταν περισσότερο προς την κατεύθυνση του (β). Ήταν ποστ κάπως «μαγικά», επειδή ήταν «ακατανόητα» – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Προσπαθούσαν, βλέπετε, να περιγράψουν κάτι που φαίνεται να βρίσκεται έξω από την αντίληψή μας.
Και μάλλον βρίσκεται. Τείνω προς το συμπέρασμα ότι εντέλει περιγράφουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, ο οποίος είναι «ακατανόητος» για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και αυτός: το συγκεκριμένο ημισφαίριο δεν διαθέτει γλωσσικό κέντρο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μας περιγράψει την εμπειρία του με λέξεις. Αντίστροφα, οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν την εμπειρία του, η οποία παραμένει κατ’ ανάγκη άρρητη ή άφατη, ένας «μαγικός» κι «ακατανόητος» κόσμος. Η εμπειρία του είναι η διαίσθηση ή μια βαθιά αίσθηση για τα πράγματα:
http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/03/blog-post_31.html
Σκοπεύω στη συνέχεια να παραθέσω ορισμένους πρόσθετους λόγους για τους οποίους δεν συνιστάται να περιορίζουμε την αντίληψή μας στα δεδομένα και τον τρόπο του αριστερού μας ημισφαιρίου, όσο θαυμαστός κι αν είναι. :)
3 Σεπ 2009
Γιατί εδώ και τώρα;
Ας κάνουμε λοιπόν μια παρένθεση για δυο σχόλια. Γιατί άραγε έχει τόση μεγάλη σημασία να είμαστε επικεντρωμένοι στο «εδώ και τώρα»; Γιατί δεν μπορούμε απλά να ζούμε στον κόσμο που φτιάχνουμε μέσα στο κεφάλι μας, απολαμβάνοντας τις φαντασιώσεις μας και αναρριγώντας με τις αναμνήσεις που ακούραστα αναπαράγει το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μας; Η απάντηση είναι φυσικά ότι μπορούμε. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε με την αντίληψή μας, να τη στρέψουμε πραγματικά κατά το δοκούν – κι αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό και συνάμα το πιο θαυμάσιο πράγμα απ’ όλα, αλλά ταυτόχρονα και το αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.
Προς το παρόν, ας πούμε ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να προτιμούμε να ζούμε σε φανταστικούς κόσμους, παραβλέποντας αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, οι φανταστικοί μας κόσμοι είναι γεμάτοι ανύπαρκτα δεδομένα. Έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας που του αρέσει πολύ να φτιάχνει ιστορίες και περιμένει ειλικρινά ότι θα τις πιστέψουμε. Μας γεμίζει φοβίες για πράγματα που είναι στατιστικά απίθανο να συμβούν και που όμως φαντάζουν μέσα μας πολύ πιθανά, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα στην τσίτα. Ο φόβος που κατ’ αυτό τον τρόπο μας συντροφεύει κάθε στιγμή, μας κάνει να αμπαρωνόμαστε στον εαυτό μας και να χτίζουμε διάφορους ψυχολογικούς μηχανισμούς: «δεν έχω κανέναν ανάγκη» ή, αντίθετα, «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν» ή «κανείς δεν θέλει το καλό μου», με όλα όσα αυτές οι πεποιθήσεις συνεπάγονται.
Η κασέτα του πόνου είναι εξίσου δημοφιλής με την κασέτα του φόβου – και οι δύο παίζουν σχεδόν συνέχεια στο μυαλό μας. Με την πρώτη ευκαιρία, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι πληγές που επιμελώς κρατάμε νωπές μέσα μας με αποτέλεσμα, κάθε φορά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη συναισθηματικά κατάσταση, να μην αντιμετωπίζουμε τελικά αυτό που μας συμβαίνει εκείνη την ώρα, αλλά όλες τις προσβολές, τα πλήγματα κλπ. που έχουμε ποτέ δεχθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο στη ζωή μας. Κάθε άβολο περιστατικό που βιώνουμε ή ακόμη και μόνο η προσδοκία ότι θα συμβεί κάτι άβολο γίνεται αφορμή να αναδυθούν από μέσα μας οι συναισθηματικές αποσκευές μιας ζωής (ή ακόμη και αιώνων, αν πιστεύετε στη μετενσάρκωση). Η κασέτα του πόνου φέρνει πάλι γοργά στο προσκήνιο την κασέτα του φόβου (μήπως πονέσουμε). Και πάλι απ’ την αρχή.
Από μια άλλη πλευρά, πολύ συχνά μας συμβαίνει να βλέπουμε ανθρώπους (ειδικούς και μη) να υποστηρίζουν απόψεις που δεν στέκουν, χωρίς να τις πολυβασανίσουν, μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπουν τα στοιχεία (το εδώ και τώρα). Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν καν να τα δουν, γιατί το μυαλό τους είναι γεμάτο από τους διθυράμβους και τους επαίνους που περιμένουν ότι θα λάβουν για τις συγκεκριμένες τους απόψεις, οι οποίες μπορεί να είναι απλά δημοφιλείς ή να ακολουθούν ένα ισχυρό ρεύμα κ.ο.κ. Η συνιστώσα αυτή είναι πολύ επικίνδυνη, ιδίως όταν εμπλέκονται άτομα που επηρεάζουν την κοινή γνώμη όπως π.χ. πολιτικοί ή δημοσιογράφοι και άτομα που ευθύνονται για τις ζωές μας, όπως π.χ. γιατροί.
Σε μικρότερη κλίμακα, είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτό που αναλαμβάνουμε να κάνουμε, όσο μικρό ή ήσσονος σημασίας κι αν φαίνεται. Αυτό σημαίνει ότι για να το κάνουμε σωστά, πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι στο εδώ και τώρα. Δεν νοείται να παραποιούμε στοιχεία και την πραγματικότητα, μόνο και μόνο επειδή προσδοκούμε τον έπαινο ή έχουμε κολλήσει σε μια άποψη που εμείς μόνοι μας έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι στέκει. Και ασφαλώς δεν νοείται να καταφερόμαστε εναντίον άλλων μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνούν μαζί μας. Πίσω από τις απόψεις υπάρχουν άνθρωποι και εν τέλει όλο αυτό παράγεται από την άρνηση να δούμε αυτό που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας κι είναι πραγματικά κρίμα!
Προς το παρόν, ας πούμε ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να προτιμούμε να ζούμε σε φανταστικούς κόσμους, παραβλέποντας αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, οι φανταστικοί μας κόσμοι είναι γεμάτοι ανύπαρκτα δεδομένα. Έχουμε έναν παραμυθά μέσα στο κεφάλι μας που του αρέσει πολύ να φτιάχνει ιστορίες και περιμένει ειλικρινά ότι θα τις πιστέψουμε. Μας γεμίζει φοβίες για πράγματα που είναι στατιστικά απίθανο να συμβούν και που όμως φαντάζουν μέσα μας πολύ πιθανά, με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα στην τσίτα. Ο φόβος που κατ’ αυτό τον τρόπο μας συντροφεύει κάθε στιγμή, μας κάνει να αμπαρωνόμαστε στον εαυτό μας και να χτίζουμε διάφορους ψυχολογικούς μηχανισμούς: «δεν έχω κανέναν ανάγκη» ή, αντίθετα, «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν» ή «κανείς δεν θέλει το καλό μου», με όλα όσα αυτές οι πεποιθήσεις συνεπάγονται.
Η κασέτα του πόνου είναι εξίσου δημοφιλής με την κασέτα του φόβου – και οι δύο παίζουν σχεδόν συνέχεια στο μυαλό μας. Με την πρώτη ευκαιρία, έρχονται στην επιφάνεια όλες οι πληγές που επιμελώς κρατάμε νωπές μέσα μας με αποτέλεσμα, κάθε φορά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη συναισθηματικά κατάσταση, να μην αντιμετωπίζουμε τελικά αυτό που μας συμβαίνει εκείνη την ώρα, αλλά όλες τις προσβολές, τα πλήγματα κλπ. που έχουμε ποτέ δεχθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο στη ζωή μας. Κάθε άβολο περιστατικό που βιώνουμε ή ακόμη και μόνο η προσδοκία ότι θα συμβεί κάτι άβολο γίνεται αφορμή να αναδυθούν από μέσα μας οι συναισθηματικές αποσκευές μιας ζωής (ή ακόμη και αιώνων, αν πιστεύετε στη μετενσάρκωση). Η κασέτα του πόνου φέρνει πάλι γοργά στο προσκήνιο την κασέτα του φόβου (μήπως πονέσουμε). Και πάλι απ’ την αρχή.
Από μια άλλη πλευρά, πολύ συχνά μας συμβαίνει να βλέπουμε ανθρώπους (ειδικούς και μη) να υποστηρίζουν απόψεις που δεν στέκουν, χωρίς να τις πολυβασανίσουν, μόνο και μόνο επειδή δεν βλέπουν τα στοιχεία (το εδώ και τώρα). Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούν καν να τα δουν, γιατί το μυαλό τους είναι γεμάτο από τους διθυράμβους και τους επαίνους που περιμένουν ότι θα λάβουν για τις συγκεκριμένες τους απόψεις, οι οποίες μπορεί να είναι απλά δημοφιλείς ή να ακολουθούν ένα ισχυρό ρεύμα κ.ο.κ. Η συνιστώσα αυτή είναι πολύ επικίνδυνη, ιδίως όταν εμπλέκονται άτομα που επηρεάζουν την κοινή γνώμη όπως π.χ. πολιτικοί ή δημοσιογράφοι και άτομα που ευθύνονται για τις ζωές μας, όπως π.χ. γιατροί.
Σε μικρότερη κλίμακα, είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτό που αναλαμβάνουμε να κάνουμε, όσο μικρό ή ήσσονος σημασίας κι αν φαίνεται. Αυτό σημαίνει ότι για να το κάνουμε σωστά, πρέπει να είμαστε συγκεντρωμένοι στο εδώ και τώρα. Δεν νοείται να παραποιούμε στοιχεία και την πραγματικότητα, μόνο και μόνο επειδή προσδοκούμε τον έπαινο ή έχουμε κολλήσει σε μια άποψη που εμείς μόνοι μας έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι στέκει. Και ασφαλώς δεν νοείται να καταφερόμαστε εναντίον άλλων μόνο και μόνο επειδή δεν συμφωνούν μαζί μας. Πίσω από τις απόψεις υπάρχουν άνθρωποι και εν τέλει όλο αυτό παράγεται από την άρνηση να δούμε αυτό που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας κι είναι πραγματικά κρίμα!
8 Ιουλ 2009
Science - no fiction
Το τελευταίο διάστημα διάβαζα εν παραλλήλω βιβλία προς δύο κατευθύνσεις. Η μία ομάδα βιβλίων ήταν, ας πούμε, μεταφυσική: πρόκειται για την τριλογία του Florian Tathagata: “Being”, “Given” και “Space”. Τα άλλα δύο ήταν βιβλία εκλαϊκευμένης ιατρικής: “My stroke of insight” της Jill Bolte Taylor, Ph.D. (το οποίο παρακινήθηκα να διαβάσω μετά από ένα εκπληκτικό βίντεο που είχε ανεβάσει στο blog της η toxotis) και το “The brain that changes itself” του Norman Doidge, M.D.
Πολύ σύντομα και προς μεγάλη μου έκπληξη συνειδητοποίησα πως οι δύο αυτές ομάδες βιβλίων συμπλήρωναν απόλυτα η μία την άλλη. Όχι μόνο έβρισκα στη δεύτερη αιτιολογίες για την πρώτη, αλλά και στην πρώτη έβρισκα ακριβείς περιγραφές βιολογικών γεγονότων που περιγράφονταν στη δεύτερη. Αναπόφευκτα οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο έχει πολύ ευρύτερη βιολογική βάση από ό,τι συνειδητοποιούμε.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο εγκέφαλος μας χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια, το αριστερό και το δεξί. Αυτά τα δύο ημισφαίρια επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω μιας «λεωφόρου μεταβίβασης πληροφοριών», ουσιαστικά μιας πολύ μεγάλης δέσμης νευρικών ινών που τα ενώνει, η οποία ονομάζεται μεσολόβιο ή τυλώδες σώμα (corpus callosum).
Από το corpus callosum οι πληροφορίες στη συνέχεια μεταβιβάζονται στον gyrus cinguli (έλικας προσαγωγίου), ο οποίος μαζί με την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο απαρτίζει το στεφανιαίο ή μεταίχμιο ή επιχείλιο σύστημα (limbic system). Τι λειτουργία επιτελεί αυτό; Η δουλειά του είναι να επισυνάπτει/περιενδύει τις εισερχόμενες πληροφορίες με συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει προτού οι πληροφορίες διοχετευθούν προς τους ανώτερους εγκεφαλικούς λωβούς όπου εδράζουν οι γνωστικές ικανότητες. Επομένως, κάθε ερέθισμα που εισέρχεται στον εγκέφαλό μας υποχρεωτικά προσλαμβάνει ένα συναίσθημα από αυτό το σύστημα, που ονομάζεται επίσης παλαιοθηλαστικό γιατί αναπτύχθηκε πρώτο. Υπό αυτήν την έννοια, είμαστε μάλλον συναισθανόμενα όντα που σκέπτονται και όχι σκεπτόμενα όντα που συναισθάνονται, όπως προτιμάμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας.
Τέλος πάντων, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του στεφανιαίου συστήματος είναι ότι, παρόλο που λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, δεν ωριμάζει. Οι νευρώνες του, όπως και η πλειονότητα άλλωστε των νευρώνων του εγκεφάλου μας, αντίθετα με τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματός μας, δεν αντικαθίστανται. Στο βιολογικό αυτό γεγονός οφείλεται το φαινόμενο ότι κάθε φορά που μας πατάνε τα συναισθηματικά μας κουμπιά, εξαιτίας ακριβώς του στεφανιαίου μας συστήματος, αντιδρούμε αρχικά με τον ίδιο τρόπο που αντιδρούσαμε όταν ήμασταν 2 ετών. Ευτυχώς που τα κύτταρα του εξωτερικού φλοιού, αντίθετα, ωριμάζουν κι έτσι μπορούμε να αναγνωρίζουμε νέες πληροφορίες. Κι όταν συγκρίνουμε τις νέες αυτές πληροφορίες με τις αποθηκευμένες στο γνωστικό μας κέντρο, παρά την αυτόματη πρώτη αντίδραση του στεφανιαίου μας συστήματος, μπορούμε να επαναξιολογήσουμε την τρέχουσα κατάσταση και εκούσια να επιλέξουμε μια πιο ώριμη αντίδραση.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας είναι η ασυμμετρία αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου. Κάτι έχουμε ακούσει όλοι μας γι’ αυτό. Το δεξί ημισφαίριο είναι σχεδιασμένο να συγκρατεί τα πράγματα έτσι όπως συνδέονται μεταξύ τους. Για το δεξί μας ημισφαίριο δεν υπάρχει χρόνος πέρα από την τρέχουσα στιγμή και κάθε στιγμή είναι ένα τεράστιο κολλάζ εντυπώσεων κι ερεθισμάτων. Στην τρέχουσα αυτή στιγμή, λόγω της άμβλυνσης των ορίων μεταξύ των ξεχωριστών οντοτήτων που είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί μας ημισφαίριο, όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν ένα. Εδώ επίσης βρίσκονται οι κατοπτρικοί νευρώνες (mirror neurons) που λέγαμε, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ενσυναίσθηση. Είναι αυτοί που μας κάνουν να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να «ξέρουμε ακριβώς πώς νιώθει».
Το αριστερό ημισφαίριο, από την άλλη, επεξεργάζεται τις εισερχόμενες πληροφορίες με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Παίρνει καθεμία από τις πολυσύνθετες στιγμές του δεξιού ημισφαιρίου και απομονώνει λεπτομέρειες, τις οποίες συνδέει με λεπτομέρειες από την προηγούμενη στιγμή. Οργανώνοντας τις λεπτομέρειες με τέτοια γραμμική αλληλουχία, δημιουργεί την έννοια του χρόνου, τον οποίο διαιρεί σε παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Μας λέει π.χ. ότι πρέπει να γίνει αυτό προτού να γίνει το άλλο. Και δεν είναι αυτό το μόνο που μας λέει. Επειδή σε αυτό εδράζουν τα κέντρα της κατανόησης (Wernicke area) και της παραγωγής της γλώσσας (Broca area), μας μιλάει ακατάπαυστα, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ποιοι είμαστε και πώς συνδεόμαστε με τον έξω κόσμο. Εδώ βρίσκεται το κέντρο της προσωπικότητάς μας.
Εδώ επίσης δημιουργούνται βρόγχοι ή μηχανισμοί σχεδόν αυτόματων αποκρίσεων στα ερεθίσματα. Με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, το αριστερό μας ημισφαίριο μπορεί να προβλέπει το πώς θα αντιδράσουμε, τι θα σκεφτούμε ή πώς θα αισθανθούμε στο μέλλον – και φροντίζει να μας κατευθύνει προς τις ίδιες πάντα αντιδράσεις. Το αριστερό μας ημισφαίριο είναι ακόμη το τμήμα του εγκεφάλου μας που κατηγοριοποιεί τις πληροφορίες ιεραρχικά, συμπεριλαμβανομένων των πραγμάτων που μας έλκουν ή μας απωθούν. Αυτά που μας έλκουν και μας απωθούν κρίνει ότι είναι καλά ή κακά αντίστοιχα. Εδώ είναι η έδρα της κρίσης και της ανάλυσης, δύο λειτουργίες εξαιτίας των οποίων το αριστερό μας ημισφαίριο μας συγκρίνει διαρκώς με όλους τους άλλους και μας κρατά ενήμερους για τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση του, υπερτερούμε ή υπολειπόμαστε.
Κι ενώ το αριστερό μας ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την κατανόηση της δομής και της σημασίας μιας πρότασης, την αντίληψη των γραμμάτων και τη σύνδεσή τους με τις έννοιες, το δεξί ημισφαίριο ερμηνεύει τη μη λεκτική επικοινωνία – τις πιο λεπτές υφές όπως ο τόνος της φωνής, η έκφραση του προσώπου και η γλώσσα του σώματος. Το δεξί μας ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα της επικοινωνίας και αξιολογεί τη συνέπεια της πράξης ως σύνολο. Τέλος, το αριστερό μας ημισφαίριο είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται τα όρια του σώματός μας, ενώ το δεξί είναι εκείνο που το τοποθετεί μέσα στον χώρο γύρω.
Όλα τα ποστ που έχω ανεβάσει το τελευταίο διάστημα, τα οποία βασίζονται σε συζητήσεις του Florian Tathagata με άλλους ανθρώπους, όπως μαγνητοσκοπήθηκαν, καταγράφηκαν και δημοσιεύθηκαν, είναι ακριβώς μια εξερεύνηση στον κόσμο του δεξιού ημισφαιρίου. Είναι η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας. Όμως το δεξί ημισφαίριο δεν περιλαμβάνει γλωσσικό κέντρο κι έτσι δεν μπορεί να μας μιλήσει. Ο τρόπος του είναι ο τρόπος της διαίσθησης, ο τρόπος της συνολικής εικόνας, της ανάδειξης του χώρου που περιέχει τις λεπτομέρειες τις οποίες απομονώνουν προσεκτικά τα κύτταρα του αριστερού μας ημισφαιρίου και στη συνέχεια μας λένε ποιοι είμαστε, βασισμένα στη μνήμη ανάλογων λεπτομερειών, γεμίζοντας το μέλλον μας με προβολές για το τι θα προτιμήσουμε να κάνουμε και πώς. Κυριολεκτικά, είμαστε αποκυήματα της φαντασίας του αριστερού μας ημισφαιρίου.
Το θέμα είναι ότι οι πληροφορίες διοχετεύονται μέσω του corpus callosum πρώτα στο δεξί ημισφαίριο και μετά στο αριστερό. Θα μπορούσαμε εξίσου καλά να επικεντρωθούμε στην ενωτική εντύπωση που αποκομίζει το δεξί μας ημισφαίριο από τον κόσμο, όμως να που το αριστερό ημισφαίριο μας μιλάει ακατάπαυστα μέσα από το γλωσσικό μας κέντρο και τραβά την προσοχή μας προς τις λεπτομέρειες, μας οδηγεί σε αναλύσεις και γενικά δημιουργεί τον αποσπασματικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως εσωτερική μας πραγματικότητα. Αλλά να που δεν είναι η μοναδική…
Πολύ σύντομα και προς μεγάλη μου έκπληξη συνειδητοποίησα πως οι δύο αυτές ομάδες βιβλίων συμπλήρωναν απόλυτα η μία την άλλη. Όχι μόνο έβρισκα στη δεύτερη αιτιολογίες για την πρώτη, αλλά και στην πρώτη έβρισκα ακριβείς περιγραφές βιολογικών γεγονότων που περιγράφονταν στη δεύτερη. Αναπόφευκτα οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο έχει πολύ ευρύτερη βιολογική βάση από ό,τι συνειδητοποιούμε.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο εγκέφαλος μας χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια, το αριστερό και το δεξί. Αυτά τα δύο ημισφαίρια επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω μιας «λεωφόρου μεταβίβασης πληροφοριών», ουσιαστικά μιας πολύ μεγάλης δέσμης νευρικών ινών που τα ενώνει, η οποία ονομάζεται μεσολόβιο ή τυλώδες σώμα (corpus callosum).
Από το corpus callosum οι πληροφορίες στη συνέχεια μεταβιβάζονται στον gyrus cinguli (έλικας προσαγωγίου), ο οποίος μαζί με την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο απαρτίζει το στεφανιαίο ή μεταίχμιο ή επιχείλιο σύστημα (limbic system). Τι λειτουργία επιτελεί αυτό; Η δουλειά του είναι να επισυνάπτει/περιενδύει τις εισερχόμενες πληροφορίες με συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει προτού οι πληροφορίες διοχετευθούν προς τους ανώτερους εγκεφαλικούς λωβούς όπου εδράζουν οι γνωστικές ικανότητες. Επομένως, κάθε ερέθισμα που εισέρχεται στον εγκέφαλό μας υποχρεωτικά προσλαμβάνει ένα συναίσθημα από αυτό το σύστημα, που ονομάζεται επίσης παλαιοθηλαστικό γιατί αναπτύχθηκε πρώτο. Υπό αυτήν την έννοια, είμαστε μάλλον συναισθανόμενα όντα που σκέπτονται και όχι σκεπτόμενα όντα που συναισθάνονται, όπως προτιμάμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας.
Τέλος πάντων, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του στεφανιαίου συστήματος είναι ότι, παρόλο που λειτουργεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, δεν ωριμάζει. Οι νευρώνες του, όπως και η πλειονότητα άλλωστε των νευρώνων του εγκεφάλου μας, αντίθετα με τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματός μας, δεν αντικαθίστανται. Στο βιολογικό αυτό γεγονός οφείλεται το φαινόμενο ότι κάθε φορά που μας πατάνε τα συναισθηματικά μας κουμπιά, εξαιτίας ακριβώς του στεφανιαίου μας συστήματος, αντιδρούμε αρχικά με τον ίδιο τρόπο που αντιδρούσαμε όταν ήμασταν 2 ετών. Ευτυχώς που τα κύτταρα του εξωτερικού φλοιού, αντίθετα, ωριμάζουν κι έτσι μπορούμε να αναγνωρίζουμε νέες πληροφορίες. Κι όταν συγκρίνουμε τις νέες αυτές πληροφορίες με τις αποθηκευμένες στο γνωστικό μας κέντρο, παρά την αυτόματη πρώτη αντίδραση του στεφανιαίου μας συστήματος, μπορούμε να επαναξιολογήσουμε την τρέχουσα κατάσταση και εκούσια να επιλέξουμε μια πιο ώριμη αντίδραση.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μας είναι η ασυμμετρία αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου. Κάτι έχουμε ακούσει όλοι μας γι’ αυτό. Το δεξί ημισφαίριο είναι σχεδιασμένο να συγκρατεί τα πράγματα έτσι όπως συνδέονται μεταξύ τους. Για το δεξί μας ημισφαίριο δεν υπάρχει χρόνος πέρα από την τρέχουσα στιγμή και κάθε στιγμή είναι ένα τεράστιο κολλάζ εντυπώσεων κι ερεθισμάτων. Στην τρέχουσα αυτή στιγμή, λόγω της άμβλυνσης των ορίων μεταξύ των ξεχωριστών οντοτήτων που είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο το δεξί μας ημισφαίριο, όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν ένα. Εδώ επίσης βρίσκονται οι κατοπτρικοί νευρώνες (mirror neurons) που λέγαμε, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ενσυναίσθηση. Είναι αυτοί που μας κάνουν να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να «ξέρουμε ακριβώς πώς νιώθει».
Το αριστερό ημισφαίριο, από την άλλη, επεξεργάζεται τις εισερχόμενες πληροφορίες με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Παίρνει καθεμία από τις πολυσύνθετες στιγμές του δεξιού ημισφαιρίου και απομονώνει λεπτομέρειες, τις οποίες συνδέει με λεπτομέρειες από την προηγούμενη στιγμή. Οργανώνοντας τις λεπτομέρειες με τέτοια γραμμική αλληλουχία, δημιουργεί την έννοια του χρόνου, τον οποίο διαιρεί σε παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα. Μας λέει π.χ. ότι πρέπει να γίνει αυτό προτού να γίνει το άλλο. Και δεν είναι αυτό το μόνο που μας λέει. Επειδή σε αυτό εδράζουν τα κέντρα της κατανόησης (Wernicke area) και της παραγωγής της γλώσσας (Broca area), μας μιλάει ακατάπαυστα, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ποιοι είμαστε και πώς συνδεόμαστε με τον έξω κόσμο. Εδώ βρίσκεται το κέντρο της προσωπικότητάς μας.
Εδώ επίσης δημιουργούνται βρόγχοι ή μηχανισμοί σχεδόν αυτόματων αποκρίσεων στα ερεθίσματα. Με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, το αριστερό μας ημισφαίριο μπορεί να προβλέπει το πώς θα αντιδράσουμε, τι θα σκεφτούμε ή πώς θα αισθανθούμε στο μέλλον – και φροντίζει να μας κατευθύνει προς τις ίδιες πάντα αντιδράσεις. Το αριστερό μας ημισφαίριο είναι ακόμη το τμήμα του εγκεφάλου μας που κατηγοριοποιεί τις πληροφορίες ιεραρχικά, συμπεριλαμβανομένων των πραγμάτων που μας έλκουν ή μας απωθούν. Αυτά που μας έλκουν και μας απωθούν κρίνει ότι είναι καλά ή κακά αντίστοιχα. Εδώ είναι η έδρα της κρίσης και της ανάλυσης, δύο λειτουργίες εξαιτίας των οποίων το αριστερό μας ημισφαίριο μας συγκρίνει διαρκώς με όλους τους άλλους και μας κρατά ενήμερους για τα σημεία στα οποία, κατά την κρίση του, υπερτερούμε ή υπολειπόμαστε.
Κι ενώ το αριστερό μας ημισφαίριο είναι υπεύθυνο για την κατανόηση της δομής και της σημασίας μιας πρότασης, την αντίληψη των γραμμάτων και τη σύνδεσή τους με τις έννοιες, το δεξί ημισφαίριο ερμηνεύει τη μη λεκτική επικοινωνία – τις πιο λεπτές υφές όπως ο τόνος της φωνής, η έκφραση του προσώπου και η γλώσσα του σώματος. Το δεξί μας ημισφαίριο αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα της επικοινωνίας και αξιολογεί τη συνέπεια της πράξης ως σύνολο. Τέλος, το αριστερό μας ημισφαίριο είναι εκείνο που αντιλαμβάνεται τα όρια του σώματός μας, ενώ το δεξί είναι εκείνο που το τοποθετεί μέσα στον χώρο γύρω.
Όλα τα ποστ που έχω ανεβάσει το τελευταίο διάστημα, τα οποία βασίζονται σε συζητήσεις του Florian Tathagata με άλλους ανθρώπους, όπως μαγνητοσκοπήθηκαν, καταγράφηκαν και δημοσιεύθηκαν, είναι ακριβώς μια εξερεύνηση στον κόσμο του δεξιού ημισφαιρίου. Είναι η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας. Όμως το δεξί ημισφαίριο δεν περιλαμβάνει γλωσσικό κέντρο κι έτσι δεν μπορεί να μας μιλήσει. Ο τρόπος του είναι ο τρόπος της διαίσθησης, ο τρόπος της συνολικής εικόνας, της ανάδειξης του χώρου που περιέχει τις λεπτομέρειες τις οποίες απομονώνουν προσεκτικά τα κύτταρα του αριστερού μας ημισφαιρίου και στη συνέχεια μας λένε ποιοι είμαστε, βασισμένα στη μνήμη ανάλογων λεπτομερειών, γεμίζοντας το μέλλον μας με προβολές για το τι θα προτιμήσουμε να κάνουμε και πώς. Κυριολεκτικά, είμαστε αποκυήματα της φαντασίας του αριστερού μας ημισφαιρίου.
Το θέμα είναι ότι οι πληροφορίες διοχετεύονται μέσω του corpus callosum πρώτα στο δεξί ημισφαίριο και μετά στο αριστερό. Θα μπορούσαμε εξίσου καλά να επικεντρωθούμε στην ενωτική εντύπωση που αποκομίζει το δεξί μας ημισφαίριο από τον κόσμο, όμως να που το αριστερό ημισφαίριο μας μιλάει ακατάπαυστα μέσα από το γλωσσικό μας κέντρο και τραβά την προσοχή μας προς τις λεπτομέρειες, μας οδηγεί σε αναλύσεις και γενικά δημιουργεί τον αποσπασματικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως εσωτερική μας πραγματικότητα. Αλλά να που δεν είναι η μοναδική…
3 Ιουλ 2009
Ασπίδες και άλλα τινά
Διαβάζω διάφορα ιατρικά βιβλία και κείμενα το τελευταίο διάστημα και συναντώ πολύ ενδιαφέροντα πράγματα είναι η αλήθεια. Θα θυμούνται σίγουρα η Ρούλα και η Βίκυ που συζητούσαμε παλιότερα για ασπίδες. Όχι εκείνες τις μεταλλικές - μεσαιωνικές ή άλλες, αλλά ασπίδες προστασίας από την "αρνητική ενέργεια" άλλων ανθρώπων. Λοιπόν, είχαμε εν μέρει δίκιο. Θέλω να πω ότι πράγματι όλοι μας έχουμε την ικανότητα να (συν)αισθανόμαστε όλους τους συνανθρώπους μας, χωρίς όμως αυτό να είναι κάτι μεταφυσικό ή ξεχωριστό. Απλώς όλοι έχουμε μέσα μας κατοπτρικούς ή κοινωνικούς νευρώνες (mirror neurons στα αγγλικά, όπου νευρώνας = η βασική μονάδα/κύτταρο του νευρικού συστήματος) οι οποίοι έχουν την ικανότητα να αντανακλούν τη συναισθηματική κατάσταση κάθε ατόμου γύρω μας. Δεν είναι κάτι που κάνουμε εμείς, ούτε και μπορούμε να το αποτρέψουμε.
Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, αν δεν θέλω να σε νιώθω, είναι να βάλω ένα ψυχολογικό διαχωριστικό ανάμεσα σε μένα και σε σένα, να σε απομονώσω από μένα σαν κάτι ξέχωρο και ξένο. Μόνο που αυτό το διαχωριστικό δημιουργεί πολύ περισσότερο πόνο από την ενσυναίσθηση οποιασδήποτε ενόχλησης κομίζεις. Εάν προσπαθήσω να σε απομακρύνω, η ενσυναίσθηση της αρχικής ενόχλησης παραμένει (αφού δεν μπορώ να την αποτρέψω) και προσθέτω και τον πόνο που δημιουργεί το διαχωριστικό μου. Διπλασιάζω δηλαδή τον πόνο.
Η λογική μου λέει ότι, αν υπάρχει κάποιου είδους "αρνητική ενέργεια", αυτή είναι το διαχωριστικό που ασυνείδητα βάζω. Αυτό είναι που με κάνει να αισθάνομαι άσχημα. Γιατί αυτό που ασυνείδητα λέω κάθε φορά που βάζω ένα διαχωριστικό, κάθε φορά που σηκώνω ένα φράγμα ανάμεσα σε μένα και σε έναν άλλον άνθρωπο είναι ότι εγώ είμαι καλή ενώ αυτός δεν είναι. Εάν σου πω ότι εσύ δεν είσαι καλός ή τέλος πάντων εσύ δεν είσαι τόσο καλός όσο εγώ, αυτό τι είναι: θετική ή αρνητική ενέργεια; Προφανώς αρνητική. Η αρνητική λοιπόν ενέργεια εκπορεύεται από μέσα μου. Αλλά, όπως όλα τα άλλα που συμβαίνουν μέσα μου, ούτε αυτή είναι εγώ. Δεν είναι κάτι που κάνω εγώ με τη βούλησή μου, είναι κάτι που μου συμβαίνει.
Είναι μια αδιόρατη κίνηση μέσα στο νευρικό μου σύστημα που δεν έχει να κάνει με ενοχές ή με κάποια αίσθηση ηθικής (αυτά είναι ερμηνείες που προσθέτουμε μετά). Εάν δεν αντιληφθώ την κίνηση (που συνήθως δεν την αντιλαμβάνομαι) την ώρα που συμβαίνει, αρχίζω να έχω παράξενες ιδέες για σωστό και λάθος, ενοχές και μη, αρνητική και θετική ενέργεια. Μέχρι τώρα πίστευα ότι ζώντας έτσι με προστατεύω. Όμως αυτό ήταν ψέμα, ζώντας έτσι απλά συσσωρεύω μέσα μου άγχος και κούραση.
Αν όμως καθίσω, ήρεμα κι ευγενικά, και απλά επιτρέψω να απλωθεί μέσα στο σύστημά μου η αίσθηση της αρχικής ενσυναίσθησης με ό,τι αυτή κομίζει εκείνη τη στιγμή (ενόχληση, μια άβολη αίσθηση, ο,τιδήποτε), με έκπληξή μου θα δω ότι την επόμενη στιγμή η αίσθηση αυτή θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο. Γίνομαι το δοχείο, όχι το περιεχόμενο, όπως ακριβώς ένα φλυτζάνι μπορεί να γεμίσει με τσάι, καφέ, γάλα κλπ. Είμαι το πιο όμορφο φλυτζάνι του κόσμου κι αυτή η ανάγκη να ζήσω τη στιγμή, να γεμίσω τώρα με τσάι μετά με καφέ κ.ο.κ. έρχεται φυσικά γιατί είναι φυσική. Ο μόνος τρόπος να την προσπεράσω είναι ο αφύσικος τρόπος του να υψώσω ένα διαχωριστικό, να θεωρήσω ότι είμαι το υποκείμενο όσων περιέχω και να θεωρήσω ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο μια συλλογή αντικειμένων που μου ανήκει.
Πρόκειται για μια οπτική που έχει τις ρίζες της στην παιδική μας ηλικία. Όταν ήμασταν μωρά, φωνάζαμε ή κλαίγαμε όποτε χρειαζόμασταν κάτι. Ο εγκέφαλός μας αναγνώριζε πως όταν κλαίγαμε, ερχόταν η μαμά μας και ικανοποιούσε τις ανάγκες μας. Πως όταν χαμογελούσαμε, εισπράτταμε φιλάκι. Το μωρό νιώθει τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος και νιώθει ότι έχει τη δύναμη να κάνει τους άλλους να κινηθούν ανάλογα με τις ανάγκες και τα θέλω του. Πολλές από τις "διδαχές" της Νέας Εποχής προέρχονται απ' αυτό: η πίστη ότι "είμαι Θεός" ή "ό,τι μπορώ να κάνω τα πάντα". Και πολύς "θετικός διαλογισμός" ή "οραματισμός" είναι απλά βούληση που κινείται ανάλογα με το "τι θέλω για τη ζωή μου" και συνήθως απαιτεί την άσκηση μικρής βίας προς τους εαυτούς μας ή τους άλλους προκειμένου να δημιουργηθεί το αντικείμενο του οραματισμού. Είναι τελικά ένας πολύ ανώριμος τρόπος το να πιστεύουμε ότι το σύμπαν μας ανήκει.
Εν τέλει θα δούμε ότι δεν είναι πως το σύμπαν μου ανήκει αλλά πως, με κάθε ταπεινοφροσύνη, εγώ ανήκω στο σύμπαν. Δεν είναι ότι η ζωή μου ανήκει, αλλά ότι εγώ ανήκω στη ζωή.
Αυτό που μπορώ να κάνω όμως, αν δεν θέλω να σε νιώθω, είναι να βάλω ένα ψυχολογικό διαχωριστικό ανάμεσα σε μένα και σε σένα, να σε απομονώσω από μένα σαν κάτι ξέχωρο και ξένο. Μόνο που αυτό το διαχωριστικό δημιουργεί πολύ περισσότερο πόνο από την ενσυναίσθηση οποιασδήποτε ενόχλησης κομίζεις. Εάν προσπαθήσω να σε απομακρύνω, η ενσυναίσθηση της αρχικής ενόχλησης παραμένει (αφού δεν μπορώ να την αποτρέψω) και προσθέτω και τον πόνο που δημιουργεί το διαχωριστικό μου. Διπλασιάζω δηλαδή τον πόνο.
Η λογική μου λέει ότι, αν υπάρχει κάποιου είδους "αρνητική ενέργεια", αυτή είναι το διαχωριστικό που ασυνείδητα βάζω. Αυτό είναι που με κάνει να αισθάνομαι άσχημα. Γιατί αυτό που ασυνείδητα λέω κάθε φορά που βάζω ένα διαχωριστικό, κάθε φορά που σηκώνω ένα φράγμα ανάμεσα σε μένα και σε έναν άλλον άνθρωπο είναι ότι εγώ είμαι καλή ενώ αυτός δεν είναι. Εάν σου πω ότι εσύ δεν είσαι καλός ή τέλος πάντων εσύ δεν είσαι τόσο καλός όσο εγώ, αυτό τι είναι: θετική ή αρνητική ενέργεια; Προφανώς αρνητική. Η αρνητική λοιπόν ενέργεια εκπορεύεται από μέσα μου. Αλλά, όπως όλα τα άλλα που συμβαίνουν μέσα μου, ούτε αυτή είναι εγώ. Δεν είναι κάτι που κάνω εγώ με τη βούλησή μου, είναι κάτι που μου συμβαίνει.
Είναι μια αδιόρατη κίνηση μέσα στο νευρικό μου σύστημα που δεν έχει να κάνει με ενοχές ή με κάποια αίσθηση ηθικής (αυτά είναι ερμηνείες που προσθέτουμε μετά). Εάν δεν αντιληφθώ την κίνηση (που συνήθως δεν την αντιλαμβάνομαι) την ώρα που συμβαίνει, αρχίζω να έχω παράξενες ιδέες για σωστό και λάθος, ενοχές και μη, αρνητική και θετική ενέργεια. Μέχρι τώρα πίστευα ότι ζώντας έτσι με προστατεύω. Όμως αυτό ήταν ψέμα, ζώντας έτσι απλά συσσωρεύω μέσα μου άγχος και κούραση.
Αν όμως καθίσω, ήρεμα κι ευγενικά, και απλά επιτρέψω να απλωθεί μέσα στο σύστημά μου η αίσθηση της αρχικής ενσυναίσθησης με ό,τι αυτή κομίζει εκείνη τη στιγμή (ενόχληση, μια άβολη αίσθηση, ο,τιδήποτε), με έκπληξή μου θα δω ότι την επόμενη στιγμή η αίσθηση αυτή θα αντικατασταθεί με κάτι άλλο. Γίνομαι το δοχείο, όχι το περιεχόμενο, όπως ακριβώς ένα φλυτζάνι μπορεί να γεμίσει με τσάι, καφέ, γάλα κλπ. Είμαι το πιο όμορφο φλυτζάνι του κόσμου κι αυτή η ανάγκη να ζήσω τη στιγμή, να γεμίσω τώρα με τσάι μετά με καφέ κ.ο.κ. έρχεται φυσικά γιατί είναι φυσική. Ο μόνος τρόπος να την προσπεράσω είναι ο αφύσικος τρόπος του να υψώσω ένα διαχωριστικό, να θεωρήσω ότι είμαι το υποκείμενο όσων περιέχω και να θεωρήσω ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο μια συλλογή αντικειμένων που μου ανήκει.
Πρόκειται για μια οπτική που έχει τις ρίζες της στην παιδική μας ηλικία. Όταν ήμασταν μωρά, φωνάζαμε ή κλαίγαμε όποτε χρειαζόμασταν κάτι. Ο εγκέφαλός μας αναγνώριζε πως όταν κλαίγαμε, ερχόταν η μαμά μας και ικανοποιούσε τις ανάγκες μας. Πως όταν χαμογελούσαμε, εισπράτταμε φιλάκι. Το μωρό νιώθει τον εαυτό του στο κέντρο του σύμπαντος και νιώθει ότι έχει τη δύναμη να κάνει τους άλλους να κινηθούν ανάλογα με τις ανάγκες και τα θέλω του. Πολλές από τις "διδαχές" της Νέας Εποχής προέρχονται απ' αυτό: η πίστη ότι "είμαι Θεός" ή "ό,τι μπορώ να κάνω τα πάντα". Και πολύς "θετικός διαλογισμός" ή "οραματισμός" είναι απλά βούληση που κινείται ανάλογα με το "τι θέλω για τη ζωή μου" και συνήθως απαιτεί την άσκηση μικρής βίας προς τους εαυτούς μας ή τους άλλους προκειμένου να δημιουργηθεί το αντικείμενο του οραματισμού. Είναι τελικά ένας πολύ ανώριμος τρόπος το να πιστεύουμε ότι το σύμπαν μας ανήκει.
Εν τέλει θα δούμε ότι δεν είναι πως το σύμπαν μου ανήκει αλλά πως, με κάθε ταπεινοφροσύνη, εγώ ανήκω στο σύμπαν. Δεν είναι ότι η ζωή μου ανήκει, αλλά ότι εγώ ανήκω στη ζωή.
3 Ιουν 2009
Η σχέση προσοχής και συνείδησης
Προσοχή σημαίνει εστίαση. Έστω ότι υπάρχει μια αίσθηση στο σώμα που το κάνει να αισθάνεται άβολα (κάποιοι στοχαστές, όπως ο Florian Tathagata, την ονομάζουν «σύσπαση»). Κάθε φορά που μια άβολη αίσθηση εμφανίζεται στο σώμα μας, η προσοχή μας στρέφεται σ’ αυτήν και προσπαθούμε να της ξεφύγουμε, να τη διορθώσουμε ή να την κατανοήσουμε. Μ’ αυτή μας την εστίαση, αυτόματα εξαιρούμε την υπόλοιπη ζωή που εκτυλίσσεται την ίδια στιγμή. Ξαφνικά η ζωή μας απομονώνεται σ’ αυτή την αίσθηση και δημιουργείται η αίσθηση ενός «εγώ» που εστιάζει σ’ αυτή, σα να φορέσαμε ξαφνικά παρωπίδες. Είναι ένας πολύ στενός τρόπος να κοιτάζουμε τα πράγματα αλλά και ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε τις άβολες καταστάσεις. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ σ’ αυτόν τον τρόπο που με δυσκολία τον αναγνωρίζουμε.
Η προσοχή λοιπόν είναι μια κίνηση, μια εστίαση, ενώ η συνείδηση είναι ο χώρος μέσα στον οποίο συμβαίνει η κίνηση. Η προσοχή εστιάζεται πότε εδώ και πότε εκεί, πότε στις σκέψεις και πότε στα συναισθήματα που αναδύονται μέσα μας, όμως ο χώρος είναι πάντα εκεί, ανεπηρέαστος απ’ όσα συμβαίνουν μέσα σ’ αυτόν.
Συνέχεια εστιάζουμε στο πώς νιώθω, τι σκέφτομαι, πώς αισθάνομαι το σώμα μου. Μισό λεπτό όμως: αυτήν εδώ τη στιγμή, ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση αυτού που σκέφτομαι, αυτού που νιώθω, της εμπειρίας μου; Δεν έχει σημασία τι σκέφτομαι, τι νιώθω ή ποιο είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας μου. Η ερώτηση είναι: Ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση;
ΥΓ. Ακόμη χειρότερες από τις αισθήσεις που προσπαθούμε να αποφύγουμε είναι οι αισθήσεις που βρίσκουμε ευχάριστες. Θα εξηγήσω γιατί στην επόμενή μου ανάρτηση.
Η προσοχή λοιπόν είναι μια κίνηση, μια εστίαση, ενώ η συνείδηση είναι ο χώρος μέσα στον οποίο συμβαίνει η κίνηση. Η προσοχή εστιάζεται πότε εδώ και πότε εκεί, πότε στις σκέψεις και πότε στα συναισθήματα που αναδύονται μέσα μας, όμως ο χώρος είναι πάντα εκεί, ανεπηρέαστος απ’ όσα συμβαίνουν μέσα σ’ αυτόν.
Συνέχεια εστιάζουμε στο πώς νιώθω, τι σκέφτομαι, πώς αισθάνομαι το σώμα μου. Μισό λεπτό όμως: αυτήν εδώ τη στιγμή, ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση αυτού που σκέφτομαι, αυτού που νιώθω, της εμπειρίας μου; Δεν έχει σημασία τι σκέφτομαι, τι νιώθω ή ποιο είναι το περιεχόμενο της εμπειρίας μου. Η ερώτηση είναι: Ποιος είναι αυτός που έχει επίγνωση;
ΥΓ. Ακόμη χειρότερες από τις αισθήσεις που προσπαθούμε να αποφύγουμε είναι οι αισθήσεις που βρίσκουμε ευχάριστες. Θα εξηγήσω γιατί στην επόμενή μου ανάρτηση.
29 Μαΐ 2009
Διαλογισμοί και άλλου είδους δράσεις
Η συνήθης άποψη για το διαλογισμό είναι ότι καθόμαστε κάπου ήσυχα και προσπαθούμε να αδειάσουμε το νου από σκέψεις, δημιουργώντας έτσι σιωπή και ηρεμία εντός.
Ας δούμε το θέμα πολύ απλά και χωρίς να υιοθετήσουμε καμία απολύτως φιλοσοφική, θρησκευτική ή πνευματική προσέγγιση. Ας δούμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της σκέψης.
Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, λοιπόν, ποιος είναι αυτός που σκέφτεται τις σκέψεις σου; Θα απαντήσεις «εγώ». Και θα σου πω ότι αν εσύ είσαι αυτός που σκέφτεται τις σκέψεις, τότε μπορείς και να τις σταματήσεις, έτσι απλά, για 20 δευτερόλεπτα ας πούμε και μετά να τις ξαναρχίσεις κατά βούληση, όπως ακριβώς περπατάς. Όταν περπατάς, μπορείς να σταματήσεις όποτε θέλεις κι όποτε θέλεις να ξαναξεκινήσεις. Αυτή είναι η φύση εκείνου που περπατά. Εάν λοιπόν είσαι εσύ εκείνος που σκέφτεται, σταμάτα τώρα αμέσως για 20 δευτερόλεπτα και ξαναξεκίνα.
Μα, θα μου πεις, είναι φορές που μπορώ να μην έχω σκέψεις. Και θα σου πω, σύμφωνοι, όμως είναι συμπτωματικό. Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να επηρεάσει τις σκέψεις του. Και διάβαζα τις προάλλες για βουδιστές μοναχούς που κάθονταν μπροστά από ένα λευκό τοίχο επί 20 χρόνια προσπαθώντας να σταματήσουν εντελώς τις σκέψεις τους μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι είναι αδύνατον.
Οι σκέψεις μας συμβαίνουν. Απλώς μερικές φορές μπορεί να είμαστε κουρασμένοι ή να έχουμε φυσική καταπόνηση, οπότε ο αριθμός των σκέψεων να μειώνεται γιατί έχει καταναλωθεί πολλή ενέργεια από το σώμα. Κι αν καθίσει κανείς να διαλογιστεί με την έννοια που ανέφερα στην αρχή, είναι τυχερός γιατί κάτω από αυτές τις συνθήκες του έρχονται λιγότερες σκέψεις. Τη στιγμή όμως που θα ανοίξει ξανά τα μάτια του, οι σκέψεις θα επιστρέψουν.
Είναι λοιπόν αδύνατο να σταματήσουμε τις σκέψεις μας οι οποίες έρχονται και φεύγουν συνέχεια. Το ίδιο συμβαίνει με τα συναισθήματα και τις αισθήσεις. Μπορούμε να ελέγξουμε εκ των προτέρων αν θα έρθει το τάδε συναίσθημα και με ποιο τρόπο; Όχι. Το ίδιο και με τις αισθήσεις του σώματος όπως το κρύο, η ζέστη, η υγρασία, κτλ. Εάν θεωρείς ότι εσύ είσαι αυτός που αντιλαμβάνεται τις αισθήσεις του σώματός σου, προσπάθησε να αλλάξεις αυτό που αντιλαμβάνεσαι τώρα, αυτή τη στιγμή (και δεν εννοώ να το αγνοήσεις, αυτό είναι εντελώς άλλο θέμα). Επομένως, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις είναι πράγματα που δεν παράγουμε εμείς οι ίδιοι ούτε και μπορούμε να ελέγξουμε. Δεν ξέρω τι θα σκέφτομαι σε 5 λεπτά από τώρα, δεν ξέρω πώς θα αισθάνομαι αύριο και δεν μπορώ να κάνω το σώμα μου να μην κρυώνει, να μην πεινάει κλπ με τη θέλησή μου.
Ας δούμε λοιπόν επιτέλους ποιος είναι αυτός που διαλογίζεται. Ετούτη εδώ τη στιγμή, έχεις επίγνωση των σκέψεών σου; Των συναισθημάτων σου; Των αισθήσεων που σε κατακλύζουν; Σίγουρα ναι. Εφόσον όμως μπορείς να τα δεις και να τα παρατηρήσεις, είναι αδύνατον να είσαι εσύ αυτά. Όμως αν δεν είσαι οι σκέψεις σου, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις σου, ποιος είναι αυτός που κάθεται ήσυχα-ήσυχα στο μαξιλάρι και κάνει διαλογισμό; Πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που βλέπει και παρατηρεί, πρέπει να είσαι κάτι άλλο. Τι είναι αυτό, αλήθεια; Είναι ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.
Κι αυτό ακριβώς είμαστε, καθαρή συνείδηση η οποία βρίσκεται κάτω και πίσω από κάθε σκέψη, συναίσθημα ή αίσθηση, πάντα μα πάντα, κάθε μα κάθε στιγμή. Τόσο πολύ που τείνουμε να μην της δίνουμε σημασία, γιατί απλούστατα είναι πάντα εκεί. Έχω ξαναγράψει σχετικά, σε παλιότερη ανάρτηση προσεγγίζοντας το θέμα από άλλη πλευρά: http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/09/blog-post_11.html
Η συνείδηση είναι όπως το τοπίο.
Επομένως, αυτό που χρειάζεται κανείς για να βρει την ηρεμία, τη σιωπή και τη θεϊκή συχνότητα δεν είναι να απομονωθεί και να προσπαθήσει να αδειάσει το νου του. Επειδή όμως είναι ήδη μεγάλη η ανάρτηση, θα γράψω σε άλλη ανάρτηση τι είναι αυτό που χρειάζεται. Στο μεταξύ, όποιος θέλει, συζητάμε.
Ας δούμε το θέμα πολύ απλά και χωρίς να υιοθετήσουμε καμία απολύτως φιλοσοφική, θρησκευτική ή πνευματική προσέγγιση. Ας δούμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της σκέψης.
Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, λοιπόν, ποιος είναι αυτός που σκέφτεται τις σκέψεις σου; Θα απαντήσεις «εγώ». Και θα σου πω ότι αν εσύ είσαι αυτός που σκέφτεται τις σκέψεις, τότε μπορείς και να τις σταματήσεις, έτσι απλά, για 20 δευτερόλεπτα ας πούμε και μετά να τις ξαναρχίσεις κατά βούληση, όπως ακριβώς περπατάς. Όταν περπατάς, μπορείς να σταματήσεις όποτε θέλεις κι όποτε θέλεις να ξαναξεκινήσεις. Αυτή είναι η φύση εκείνου που περπατά. Εάν λοιπόν είσαι εσύ εκείνος που σκέφτεται, σταμάτα τώρα αμέσως για 20 δευτερόλεπτα και ξαναξεκίνα.
Μα, θα μου πεις, είναι φορές που μπορώ να μην έχω σκέψεις. Και θα σου πω, σύμφωνοι, όμως είναι συμπτωματικό. Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να επηρεάσει τις σκέψεις του. Και διάβαζα τις προάλλες για βουδιστές μοναχούς που κάθονταν μπροστά από ένα λευκό τοίχο επί 20 χρόνια προσπαθώντας να σταματήσουν εντελώς τις σκέψεις τους μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι είναι αδύνατον.
Οι σκέψεις μας συμβαίνουν. Απλώς μερικές φορές μπορεί να είμαστε κουρασμένοι ή να έχουμε φυσική καταπόνηση, οπότε ο αριθμός των σκέψεων να μειώνεται γιατί έχει καταναλωθεί πολλή ενέργεια από το σώμα. Κι αν καθίσει κανείς να διαλογιστεί με την έννοια που ανέφερα στην αρχή, είναι τυχερός γιατί κάτω από αυτές τις συνθήκες του έρχονται λιγότερες σκέψεις. Τη στιγμή όμως που θα ανοίξει ξανά τα μάτια του, οι σκέψεις θα επιστρέψουν.
Είναι λοιπόν αδύνατο να σταματήσουμε τις σκέψεις μας οι οποίες έρχονται και φεύγουν συνέχεια. Το ίδιο συμβαίνει με τα συναισθήματα και τις αισθήσεις. Μπορούμε να ελέγξουμε εκ των προτέρων αν θα έρθει το τάδε συναίσθημα και με ποιο τρόπο; Όχι. Το ίδιο και με τις αισθήσεις του σώματος όπως το κρύο, η ζέστη, η υγρασία, κτλ. Εάν θεωρείς ότι εσύ είσαι αυτός που αντιλαμβάνεται τις αισθήσεις του σώματός σου, προσπάθησε να αλλάξεις αυτό που αντιλαμβάνεσαι τώρα, αυτή τη στιγμή (και δεν εννοώ να το αγνοήσεις, αυτό είναι εντελώς άλλο θέμα). Επομένως, οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις είναι πράγματα που δεν παράγουμε εμείς οι ίδιοι ούτε και μπορούμε να ελέγξουμε. Δεν ξέρω τι θα σκέφτομαι σε 5 λεπτά από τώρα, δεν ξέρω πώς θα αισθάνομαι αύριο και δεν μπορώ να κάνω το σώμα μου να μην κρυώνει, να μην πεινάει κλπ με τη θέλησή μου.
Ας δούμε λοιπόν επιτέλους ποιος είναι αυτός που διαλογίζεται. Ετούτη εδώ τη στιγμή, έχεις επίγνωση των σκέψεών σου; Των συναισθημάτων σου; Των αισθήσεων που σε κατακλύζουν; Σίγουρα ναι. Εφόσον όμως μπορείς να τα δεις και να τα παρατηρήσεις, είναι αδύνατον να είσαι εσύ αυτά. Όμως αν δεν είσαι οι σκέψεις σου, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις σου, ποιος είναι αυτός που κάθεται ήσυχα-ήσυχα στο μαξιλάρι και κάνει διαλογισμό; Πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που βλέπει και παρατηρεί, πρέπει να είσαι κάτι άλλο. Τι είναι αυτό, αλήθεια; Είναι ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.
Κι αυτό ακριβώς είμαστε, καθαρή συνείδηση η οποία βρίσκεται κάτω και πίσω από κάθε σκέψη, συναίσθημα ή αίσθηση, πάντα μα πάντα, κάθε μα κάθε στιγμή. Τόσο πολύ που τείνουμε να μην της δίνουμε σημασία, γιατί απλούστατα είναι πάντα εκεί. Έχω ξαναγράψει σχετικά, σε παλιότερη ανάρτηση προσεγγίζοντας το θέμα από άλλη πλευρά: http://unseenchrislina.blogspot.com/2008/09/blog-post_11.html
Η συνείδηση είναι όπως το τοπίο.
Επομένως, αυτό που χρειάζεται κανείς για να βρει την ηρεμία, τη σιωπή και τη θεϊκή συχνότητα δεν είναι να απομονωθεί και να προσπαθήσει να αδειάσει το νου του. Επειδή όμως είναι ήδη μεγάλη η ανάρτηση, θα γράψω σε άλλη ανάρτηση τι είναι αυτό που χρειάζεται. Στο μεταξύ, όποιος θέλει, συζητάμε.
24 Απρ 2009
Το σώμα
Είναι δικό μου. Το ξέρω ότι είναι όταν πεινάει, όταν νιώθει πόνο ή κάποια ενόχληση. Μου υπενθυμίζει την ύπαρξή του όποτε το αφήνω νωθρό και αφρόντιστο, καθώς και με τον χρόνο που χαράζεται επάνω του. Διαφορετικά, δεν θα έλεγα καν ότι υπάρχει. Θα έλεγα ότι η ύπαρξή μου περιορίζεται στον εγκέφαλο, σε ό,τι σκέφτομαι και ό,τι νιώθω.
Κι ας είναι κοινωνική παραδοχή ότι τα όρια του σώματός μου είναι τα όρια της ύπαρξής μου. Έχω καταφύγει σε πάμπολλα μέσα προκειμένου να αποδείξω το αντίθετο. Έχω πείσει με αυθάδεια τον εαυτό μου ότι δεν έχω όρια, ότι απλώνομαι παντού στο σύμπαν μόνο και μόνο επειδή «είμαι», περιφρονώντας τη σάρκα που δεν μπορώ να ελέγξω και που συνέχεια μου φωνάζει ότι υπάρχει μέσα από τις αδυναμίες της οι οποίες εν τέλει, όσο και να τις αρνούμαι, είναι δικές μου.
Δεν ξέρω αν το θέλω. Δεν το συμπάθησα ιδιαίτερα ποτέ. Πάντα ήταν πολύ αδύνατο ή πολύ παχύ από ό,τι θεωρούσα ιδανικό, ήταν αδέξιο, φοβικό στα ύψη, μουδιασμένο. Κι ας υπήρχαν στιγμές που το φρόντιζα και το σεβόμουν κι εκείνο με αντάμειβε με μια αίσθηση δύναμης μοναδική. Κι ας βγήκε από μέσα του ζωή: τα δυο παιδιά μου.
Μεγάλωσα άλλωστε με την εντύπωση ότι είναι αμαρτωλό. Τα χρόνια του κατηχητικού με γέμισαν με την πεποίθηση ότι τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από μέσα του, ότι είναι γεμάτο σατανικές φωνές που προσπαθούν να με αποπροσανατολίσουν. Μεγάλωσα σε επιφυλακή, νιώθοντας ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσω στην παγίδα του. Μεγάλωσα νιώθοντάς το εχθρό.
Ο χριστιανισμός περιέχει μια τέτοια αντίφαση. Μολονότι πρεσβεύει την ανάσταση του σώματος μέσω της αποπνευμάτωσής του και είναι πολύ σημαντικό αυτό το σημείο για το δόγμα, ταυτόχρονα του προσδίδει έναν χαρακτήρα κακό, το βλέπει σαν απόδειξη και πηγή της αμαρτίας και προσπαθεί στις ακραίες εκφάνσεις του να το απαρνηθεί και να το εκμηδενίσει.
Άποψη που διαφέρει πολύ από την αρχαιοελληνική περί κάλλους και περί αντανάκλασης του κάλλους της ψυχής στο σώμα. Μόνο μετά τον Σωκράτη άρχισε να διαφοροποιείται το ένα είδους κάλλους από το άλλο και να φαίνεται ότι υπερτερεί το πρώτο έναντι του δεύτερου. Αλλά και πάλι το σώμα παρέμεινε ο ανυπέρβλητος, σάρκινος ναός της ψυχής.
Και τώρα; Ίσως αποφασίσει πια να με προδώσει, αψηφώντας τις θεωρίες, όπως το πρόδιδα τόσα χρόνια κι εγώ.
Κι ας είναι κοινωνική παραδοχή ότι τα όρια του σώματός μου είναι τα όρια της ύπαρξής μου. Έχω καταφύγει σε πάμπολλα μέσα προκειμένου να αποδείξω το αντίθετο. Έχω πείσει με αυθάδεια τον εαυτό μου ότι δεν έχω όρια, ότι απλώνομαι παντού στο σύμπαν μόνο και μόνο επειδή «είμαι», περιφρονώντας τη σάρκα που δεν μπορώ να ελέγξω και που συνέχεια μου φωνάζει ότι υπάρχει μέσα από τις αδυναμίες της οι οποίες εν τέλει, όσο και να τις αρνούμαι, είναι δικές μου.
Δεν ξέρω αν το θέλω. Δεν το συμπάθησα ιδιαίτερα ποτέ. Πάντα ήταν πολύ αδύνατο ή πολύ παχύ από ό,τι θεωρούσα ιδανικό, ήταν αδέξιο, φοβικό στα ύψη, μουδιασμένο. Κι ας υπήρχαν στιγμές που το φρόντιζα και το σεβόμουν κι εκείνο με αντάμειβε με μια αίσθηση δύναμης μοναδική. Κι ας βγήκε από μέσα του ζωή: τα δυο παιδιά μου.
Μεγάλωσα άλλωστε με την εντύπωση ότι είναι αμαρτωλό. Τα χρόνια του κατηχητικού με γέμισαν με την πεποίθηση ότι τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από μέσα του, ότι είναι γεμάτο σατανικές φωνές που προσπαθούν να με αποπροσανατολίσουν. Μεγάλωσα σε επιφυλακή, νιώθοντας ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσω στην παγίδα του. Μεγάλωσα νιώθοντάς το εχθρό.
Ο χριστιανισμός περιέχει μια τέτοια αντίφαση. Μολονότι πρεσβεύει την ανάσταση του σώματος μέσω της αποπνευμάτωσής του και είναι πολύ σημαντικό αυτό το σημείο για το δόγμα, ταυτόχρονα του προσδίδει έναν χαρακτήρα κακό, το βλέπει σαν απόδειξη και πηγή της αμαρτίας και προσπαθεί στις ακραίες εκφάνσεις του να το απαρνηθεί και να το εκμηδενίσει.
Άποψη που διαφέρει πολύ από την αρχαιοελληνική περί κάλλους και περί αντανάκλασης του κάλλους της ψυχής στο σώμα. Μόνο μετά τον Σωκράτη άρχισε να διαφοροποιείται το ένα είδους κάλλους από το άλλο και να φαίνεται ότι υπερτερεί το πρώτο έναντι του δεύτερου. Αλλά και πάλι το σώμα παρέμεινε ο ανυπέρβλητος, σάρκινος ναός της ψυχής.
Και τώρα; Ίσως αποφασίσει πια να με προδώσει, αψηφώντας τις θεωρίες, όπως το πρόδιδα τόσα χρόνια κι εγώ.
23 Απρ 2009
Μνήμη
Αυτή η μεγάλη αποθήκη των αναμνήσεων, η μνήμη, που κάποιες φορές γίνεται για τον καθένα μας επαχθές φορτίο, παραμένει ωστόσο αναπόδραστα συνυφασμένη με την ταυτότητά μας, αφού χωρίς αυτήν θα αγνοούσαμε ποιοι είμαστε και γιατί. Ως ένα σημείο είναι ζήτημα ανάγκης: είναι ανάγκη να θυμόμαστε ορισμένα πράγματα για να μπορούμε να επιβιώσουμε (από τα απλά μηχανικά, όπως το πώς να ετοιμάζουμε την τροφή μας, μέχρι τις πολύπλοκες αλυσίδες δράσης και αντίδρασης που καθορίζουν τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα μας). Από κάποιο σημείο και μετά είναι πολιτιστική απαίτηση, χρέος, όχι μόνο το να θυμόμαστε την ιστορία μας αλλά και να τη διευρύνουμε, συγκρατώντας πολλές γνώσεις. Έτσι συνεχίζεται και μεταβιβάζεται ο πολιτισμός στις επόμενες γενιές, με ό,τι καλό ή κακό αυτό συνεπάγεται…
Και καταλήγουμε φορείς ή ίσως φοριαμοί, αποθήκες γεμάτες εικόνες, στίχους, φωτογραφίες, αποσπάσματα από ταινίες και διαφημίσεις, μουσικές, κουβέντες αγαπημένων, συναισθήματα και σκέψεις, που συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους, ανοίγοντας την πόρτα στον δεύτερο πυλώνα που συγκροτεί την προσωπικότητά μας: τη φαντασία. Γεμάτη φαντάσματα και φαντασία, η προσωπική μας αποθήκη συσσωρεύει δύναμη, αυτό-οργανώνεται και αυτό-συντηρείται, συνιστώντας όπως λέει η Μ. Βαμβουνάκη, «τη σκιά μας». Κι αν λέγεται πως μια μουσική είναι εξαιτίας των παύσεων και της σιωπής ανάμεσα στις νότες που ακούγεται, έτσι μάλλον και η ζωγραφιά του επίγειου ταξιδιού μας, είναι από τις σκιές της που φωτίζεται…
Και καταλήγουμε φορείς ή ίσως φοριαμοί, αποθήκες γεμάτες εικόνες, στίχους, φωτογραφίες, αποσπάσματα από ταινίες και διαφημίσεις, μουσικές, κουβέντες αγαπημένων, συναισθήματα και σκέψεις, που συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους, ανοίγοντας την πόρτα στον δεύτερο πυλώνα που συγκροτεί την προσωπικότητά μας: τη φαντασία. Γεμάτη φαντάσματα και φαντασία, η προσωπική μας αποθήκη συσσωρεύει δύναμη, αυτό-οργανώνεται και αυτό-συντηρείται, συνιστώντας όπως λέει η Μ. Βαμβουνάκη, «τη σκιά μας». Κι αν λέγεται πως μια μουσική είναι εξαιτίας των παύσεων και της σιωπής ανάμεσα στις νότες που ακούγεται, έτσι μάλλον και η ζωγραφιά του επίγειου ταξιδιού μας, είναι από τις σκιές της που φωτίζεται…
30 Οκτ 2008
Φαινόμενα
Τα αισθητήρια όργανα που διαθέτουμε, με τα συγκεκριμένα τους χαρακτηριστικά, τα ερεθίσματα από το περιβάλλον με τα δικά τους χαρακτηριστικά, οι εγγενείς αντιληπτικοί μηχανισμοί και ο βαθμός ανάπτυξης της συνείδησής μας ευθύνονται για ο,τιδήποτε "φαίνεται", το οποίο έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι "είναι". Και είναι πάρα πολύ δύσκολο να δεχθούμε ότι πιθανόν να μην ξέρουμε τι πραγματικά είναι.
Πρόκειται για τον ίδιο αντιληπτικό μηχανισμό που μας βοηθά, ενώ βλέπουμε τρεις μόνο έδρες ενός κύβου, να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για κύβο, έστω κι αν δεν τον δούμε ποτέ ολόκληρο. Ο νους μας υποκαθιστά με εσωτερικές αναπαραστάσεις τα τμήματα του κύβου που λείπουν κι έτσι ξέρουμε με βεβαιότητα ότι το αντικείμενο που έχουμε απέναντί μας είναι ένας κύβος. Με τον ίδιο τρόπο τείνουμε να γενικεύουμε και στις ψυχολογικές μας διεργασίες. Αν, όταν χαιρόμαστε, τρώμε πολύ, μόλις δούμε κάποιον να τρώει πολύ, θεωρούμε ότι είναι χαρούμενος. Κι αν τον ρωτήσουμε και μας πει ότι κάτι τον στεναχώρησε και γι' αυτό τρώει, νιώθουμε έκπληξη. Το υπεραπλουστευμένο αυτό παράδειγμα αφορά αυτό που η ψυχολογία ονομάζει "προβολή" και που ο Ken Wilber εύστοχα περιέγραψε με τη φράση: "αυτό που νόμιζα πως ήσουν εσύ ήμουν εγώ και πάλι εγώ".
Κοιτάζοντας μια ξάστερη νύχτα τον ουρανό θα δούμε σίγουρα την Άρκτο. Καθένας μπορεί να την αναγνωρίσει με βεβαιότητα, δεν παύει όμως να είναι μια ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχει πουθενά στο σύμπαν ένα σύμπλεγμα αστεριών που να σχηματίζει την Άρκτο. Πρόκειται για διαφορετικά άστρα διαφορετικών μεγεθών και σε διαφορετικές αποστάσεις από τη Γη που όμως προβάλλονται στην ουράνια σφαίρα της ως ο συγκεκριμένος αστερισμός.
Και δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Η καθημερινή μας εμπειρία μας λέει τα ίδια με έναν τρόπο τόσο φανερό που ίσως γι' αυτό σπάνια τον σκεπτόμαστε. Όταν κοιτάζουμε έναν καθρέφτη, δεν τον βλέπουμε, σαν να μην υπάρχει. Εκείνο που βλέπουμε είναι το πρόσωπό μας ή ολόκληρο το σώμα μας, ανάλογα με το μέγεθός του ή την απόσταση στην οποία στεκόμαστε από αυτόν. Κι όμως ο καθρέφτης υπάρχει ενώ εμείς δεν υπάρχουμε μέσα σ' αυτόν. Για μια ακόμη φορά, βλέπουμε αυτό που μπορούμε να δούμε ή, ουσιαστικά, βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε.
Πρόκειται για τον ίδιο αντιληπτικό μηχανισμό που μας βοηθά, ενώ βλέπουμε τρεις μόνο έδρες ενός κύβου, να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για κύβο, έστω κι αν δεν τον δούμε ποτέ ολόκληρο. Ο νους μας υποκαθιστά με εσωτερικές αναπαραστάσεις τα τμήματα του κύβου που λείπουν κι έτσι ξέρουμε με βεβαιότητα ότι το αντικείμενο που έχουμε απέναντί μας είναι ένας κύβος. Με τον ίδιο τρόπο τείνουμε να γενικεύουμε και στις ψυχολογικές μας διεργασίες. Αν, όταν χαιρόμαστε, τρώμε πολύ, μόλις δούμε κάποιον να τρώει πολύ, θεωρούμε ότι είναι χαρούμενος. Κι αν τον ρωτήσουμε και μας πει ότι κάτι τον στεναχώρησε και γι' αυτό τρώει, νιώθουμε έκπληξη. Το υπεραπλουστευμένο αυτό παράδειγμα αφορά αυτό που η ψυχολογία ονομάζει "προβολή" και που ο Ken Wilber εύστοχα περιέγραψε με τη φράση: "αυτό που νόμιζα πως ήσουν εσύ ήμουν εγώ και πάλι εγώ".
Κοιτάζοντας μια ξάστερη νύχτα τον ουρανό θα δούμε σίγουρα την Άρκτο. Καθένας μπορεί να την αναγνωρίσει με βεβαιότητα, δεν παύει όμως να είναι μια ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχει πουθενά στο σύμπαν ένα σύμπλεγμα αστεριών που να σχηματίζει την Άρκτο. Πρόκειται για διαφορετικά άστρα διαφορετικών μεγεθών και σε διαφορετικές αποστάσεις από τη Γη που όμως προβάλλονται στην ουράνια σφαίρα της ως ο συγκεκριμένος αστερισμός.
Και δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Η καθημερινή μας εμπειρία μας λέει τα ίδια με έναν τρόπο τόσο φανερό που ίσως γι' αυτό σπάνια τον σκεπτόμαστε. Όταν κοιτάζουμε έναν καθρέφτη, δεν τον βλέπουμε, σαν να μην υπάρχει. Εκείνο που βλέπουμε είναι το πρόσωπό μας ή ολόκληρο το σώμα μας, ανάλογα με το μέγεθός του ή την απόσταση στην οποία στεκόμαστε από αυτόν. Κι όμως ο καθρέφτης υπάρχει ενώ εμείς δεν υπάρχουμε μέσα σ' αυτόν. Για μια ακόμη φορά, βλέπουμε αυτό που μπορούμε να δούμε ή, ουσιαστικά, βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε.
9 Οκτ 2008
Ακολουθώντας τη ροή
Οι περισσότεροι από μας, μολονότι ενήλικες από καιρό, εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε με τον μαγικό τρόπο των παιδιών. Η μαγική σκέψη ευθύνεται, για παράδειγμα, για την τάση μας να υπερ-γενικεύουμε: "ο ανθρώπινος νους μπορεί να κάνει τα πάντα", άρα, εφόσον εγώ διαθέτω έναν τέτοιον νου, μπορώ μόνος μου να κάνω τα πάντα. Όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως "όλα", "τα πάντα","πάντα" ή "ποτέ" άθελά μας δημιουργούμε νευρογλωσσικούς προγραμματισμούς που στη συνέχεια μας εγκλωβίζουν σε νοητικά σφάλματα και στρεβλές συμπεριφορές. Πρέπει τότε πραγματικά να επιστρατεύσουμε τον νου μας για να μας βγάλει από το αδιέξοδο που μόνοι μας προβάλλαμε μπροστά μας.
Είναι σαφές ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει "τα πάντα". Μπορεί σίγουρα να κάνει πολλά, εφόσον θέλει και ταυτόχρονα εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μπορεί να κάνει ακόμη περισσότερα όταν έχει επίγνωση της τρέχουσας συγκυρίας έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, με άλλα λόγια, όταν ακολουθεί τη ροή. Το να μπορούμε να ακολουθούμε τη ροή σημαίνει ότι κοιτάμε τον εαυτό μας στα μάτια, τώρα, όπως ακριβώς είναι και ότι τον αποδεχόμαστε. Σημαίνει ότι τον αγαπάμε αρκετά ώστε να κάνουμε κάτι ουσιαστικό για κείνον. Σημαίνει ότι δεν σπαταλάμε τον χρόνο του δραπετεύοντας σε μνήμες και φανταστικά μέρη.
Δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν. Υπάρχουν δυνάμεις απείρως μεγαλύτερες από μας που διαφεντεύουν τη ζωή μας είτε το θέλουμε είτε όχι – και δεν αναφέρομαι σε μεταφυσικές δυνάμεις κατ' ανάγκην, αλλά σε απλά πράγματα όπως η βαρύτητα ή ο ηλεκτρομαγνητισμός. Επειδή ακριβώς υποτασσόμαστε σε τέτοιες δυνάμεις, αναπόφευκτα υποτασσόμαστε και στο δυναμικό πλέγμα που αυτές συνθέτουν, στη συμπαντική ροή που από ένστικτο γνωρίζουμε προς τα πού κατευθύνεται. Για να συντονιστούμε μαζί της απαιτείται απλά να αποτινάξουμε την ψευδή ανάγκη να "έχουμε τον έλεγχο" των πραγμάτων (ψευδή, αφού τις περισσότερες φορές δεν έχουμε καν τον έλεγχο του εαυτού μας). Το να παραδώσουμε τον έλεγχο στις δυνάμεις που μας διαπερνούν, μας κάνει ένα με τον κόσμο που μας περιβάλλει και ακόμη μας κάνει να νιώθουμε ότι ανήκουμε. Αυτό από μόνο του είναι ανακούφιση και παρηγοριά γιατί ικανοποιεί τη βασική υπαρξιακή μας ανάγκη που είναι ακριβώς το ανήκειν.
Είναι σαφές ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει "τα πάντα". Μπορεί σίγουρα να κάνει πολλά, εφόσον θέλει και ταυτόχρονα εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μπορεί να κάνει ακόμη περισσότερα όταν έχει επίγνωση της τρέχουσας συγκυρίας έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, με άλλα λόγια, όταν ακολουθεί τη ροή. Το να μπορούμε να ακολουθούμε τη ροή σημαίνει ότι κοιτάμε τον εαυτό μας στα μάτια, τώρα, όπως ακριβώς είναι και ότι τον αποδεχόμαστε. Σημαίνει ότι τον αγαπάμε αρκετά ώστε να κάνουμε κάτι ουσιαστικό για κείνον. Σημαίνει ότι δεν σπαταλάμε τον χρόνο του δραπετεύοντας σε μνήμες και φανταστικά μέρη.
Δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν. Υπάρχουν δυνάμεις απείρως μεγαλύτερες από μας που διαφεντεύουν τη ζωή μας είτε το θέλουμε είτε όχι – και δεν αναφέρομαι σε μεταφυσικές δυνάμεις κατ' ανάγκην, αλλά σε απλά πράγματα όπως η βαρύτητα ή ο ηλεκτρομαγνητισμός. Επειδή ακριβώς υποτασσόμαστε σε τέτοιες δυνάμεις, αναπόφευκτα υποτασσόμαστε και στο δυναμικό πλέγμα που αυτές συνθέτουν, στη συμπαντική ροή που από ένστικτο γνωρίζουμε προς τα πού κατευθύνεται. Για να συντονιστούμε μαζί της απαιτείται απλά να αποτινάξουμε την ψευδή ανάγκη να "έχουμε τον έλεγχο" των πραγμάτων (ψευδή, αφού τις περισσότερες φορές δεν έχουμε καν τον έλεγχο του εαυτού μας). Το να παραδώσουμε τον έλεγχο στις δυνάμεις που μας διαπερνούν, μας κάνει ένα με τον κόσμο που μας περιβάλλει και ακόμη μας κάνει να νιώθουμε ότι ανήκουμε. Αυτό από μόνο του είναι ανακούφιση και παρηγοριά γιατί ικανοποιεί τη βασική υπαρξιακή μας ανάγκη που είναι ακριβώς το ανήκειν.
3 Οκτ 2008
Το εργαστήριο της ζωής
Σύμφωνα με τις διδασκαλίες της Νέας Εποχής, μπορούμε να ζητήσουμε να πραγματοποιηθούν οι ευχές και τα όνειρά μας κι αυτό θα γίνει, μια και είμαστε άμεσοι συνδημιουργοί. Ίσως αυτό πράγματι να συμβαίνει σε κάποιο επίπεδο, στο γήινο υλικό πεδίο όμως αυτό που πραγματικά χρειάζεται να κάνουμε είναι να αναλάβουμε δράση. Το όραμα είναι πολύτιμος σύντροφος οποιασδήποτε προσπάθειας, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει την απαιτούμενη προσωπική εργασία. Όταν αποφασίσουμε τι ακριβώς επιθυμούμε και αναλάβουμε την εσωτερική δέσμευση να το επιτύχουμε, ξεκινάμε ένα διάλογο με το σύμπαν. Εισάγουμε την επιθυμία μας στο σύμπαν, το οποίο στη συνέχεια κομίζει στη ζωή μας ευκαιρίες ώστε να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας.
Μολονότι όλοι μας έχουμε όνειρα, οι περισσότεροι δεν έχουμε το σθένος να δραπετεύσουμε από τις εσωτερικές μας φυλακές (φόβους, ανασφάλειες,...) ώστε να κάνουμε να συμβούν πράγματα στη ζωή μας. Προτιμούμε να μένουμε στην ασφάλεια του κελιού μας κι από κει να ονειρευόμαστε, περιμένοντας και παρακολουθώντας. Και μερικές φορές η αναμονή είναι πράγματι ό,τι καλύτερο μπορεί κανείς να κάνει, εντέλει όμως δεν είναι παρά μια ακόμη φάση που πρέπει να ξεπεράσει προκειμένου να δημιουργήσει την ίδια τη ζωή του.
Το δυσκολότερο μέρος ενός οράματος αποκαλύπτεται όταν το φέρνουμε στο εργαστήριο της ζωής. Το αποτέλεσμα του πειράματος (από το αρχ. ρήμα πειρώμαι=προσπαθώ) μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό απ' αυτό που είχαμε αρχικά κατά νου ή να είναι η αποτυχία. Η ανάγνωση βιογραφιών ανθρώπων που κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους αποκαλύπτει πολλές τέτοιες ιστορίες. Αποκαλύπτει όμως κυρίως τη σκληρή δουλειά που επένδυσαν, την ανάληψη δράσης και την επιμονή τους...
Μολονότι όλοι μας έχουμε όνειρα, οι περισσότεροι δεν έχουμε το σθένος να δραπετεύσουμε από τις εσωτερικές μας φυλακές (φόβους, ανασφάλειες,...) ώστε να κάνουμε να συμβούν πράγματα στη ζωή μας. Προτιμούμε να μένουμε στην ασφάλεια του κελιού μας κι από κει να ονειρευόμαστε, περιμένοντας και παρακολουθώντας. Και μερικές φορές η αναμονή είναι πράγματι ό,τι καλύτερο μπορεί κανείς να κάνει, εντέλει όμως δεν είναι παρά μια ακόμη φάση που πρέπει να ξεπεράσει προκειμένου να δημιουργήσει την ίδια τη ζωή του.
Το δυσκολότερο μέρος ενός οράματος αποκαλύπτεται όταν το φέρνουμε στο εργαστήριο της ζωής. Το αποτέλεσμα του πειράματος (από το αρχ. ρήμα πειρώμαι=προσπαθώ) μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικό απ' αυτό που είχαμε αρχικά κατά νου ή να είναι η αποτυχία. Η ανάγνωση βιογραφιών ανθρώπων που κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους αποκαλύπτει πολλές τέτοιες ιστορίες. Αποκαλύπτει όμως κυρίως τη σκληρή δουλειά που επένδυσαν, την ανάληψη δράσης και την επιμονή τους...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)